Διακειμενικές συνομιλίες

Έλενα Μαρούτσου
«Οι χυδαίες ορχιδέες»
Εκδ. Κίχλη
Οκτ. 2015

Τη φαντασία, την πλέον προνομιούχο λειτουργία του εγκεφάλου, είθισται να την διακρίνουμε σε αναπαραγωγική, κοινώς μνημονική, δημιουργική και επινοητική. Μόνο που αυτή η ειδολογική ταξινόμηση δεν είναι επαρκής στην περίπτωση της συγγραφικής φαντασίας. Από το γύρισμα του αιώνα, μάλιστα, και όσο προχωρούμε στις δεκαετίες του 21ου, γίνεται όλο και ανεπαρκέστερη, καθώς κερδίζει έδαφος ένα τέταρτο είδος φαντασίας, που θα μπορούσε να ονομαστεί διακειμενική. Μάλλον λόγω μιμητικής διάθεσης, που συνιστά μία άλλη εδραία ανθρώπινη λειτουργία, παρά ανεπάρκειας, ο συγγραφέας της μεταμοντέρνας εποχής αντλεί, όλο και συχνότερα, ήρωες, συμβάντα και καταστάσεις από τα κείμενα άλλων συγγραφέων. Αυτού του είδους η πνευματική λειτουργία, περισσότερο εγκεφαλική παρά ψυχική, θα μπορούσε να θεωρηθεί παρακλάδι της επινοητικής φαντασίας, καθώς ουσιαστικά επεξεργάζεται τις αλλότριες παραστάσεις, προσπαθώντας να βρει νέους μυθοπλαστικούς συνδυασμούς. Εδώ, το μέτρο γονιμότητας έγκειται στο βαθμό και την έκταση ανάπλασης του δανείου. Δηλαδή, πόσο δημιουργικός αποδεικνύεται ο συγγραφέας, που οικειοποιείται από ένα αγαπημένο του βιβλίο τον έτοιμο ήρωα ή την ξένη εμπειρία και τα συνδυάζει με δικά του βιώματα ή και νέες νοητικές κατασκευές.
Ως οριακή περίπτωση διακειμενικής “συνομιλίας”, θα μπορούσε να θεωρηθεί η διασκευή, όπου ο συγγραφέας καταπιάνεται με ολόκληρο το ξένο έργο, επιφέροντας τροποποιήσεις έτσι ώστε να ικανοποιεί το δικό του γούστο. Αν και σήμερα δεν ελκύει η διασκευή, που περιορίζεται στον εκμοντερνισμό ενός κλασικού έργου, δηλαδή την αλλαγή του τόπου και του χρόνου, που το συνταυτίζει με τη σύγχρονη πραγματικότητα. Εκείνο, που κυρίως  κεντρίζει  τη φαντασία του σημερινού διασκευαστή, είναι συνήθως η ανατροπή του τέλους ή και λίγο πιο συντηρητικά, η συμπλήρωσή του. Το καθοριστικό στοιχείο είναι ο στόχος του επίδοξου συγγραφέα. Τι εζήλωσε από το κλασικό έργο, την υψηλή του αναγνωσιμότητα ή την λογοτεχνική του αξία. Άλλες οι βλέψεις εκείνου που θα ενασχοληθεί με την επέκταση του «Όσα παίρνει ο άνεμος» κι άλλες του ανακαινιστή ενός έργου όπως «Ο φύλακας στη σίκαλη». Υπάρχουν, ωστόσο, και κλασικά βιβλία, που επιδέχονται και τις δυο προσεγγίσεις, ανάλογα με τη διάθεση και τη σκευή του συγγραφέα. Ένα παράδειγμα είναι το τελευταίο μυθιστόρημα του Ντ. Χ. Λώρενς, «Ο εραστής της λαίδης Τσάτερλι», που ενέπνευσε πρόσφατα δυο διαφορετικές εκδοχές: την αμερικανική διασκευή «Δεσποινίς Τσάτερλι» και τις συμπληρωματικές αναμεταξύ τους παραλλαγές δυο ελληνικών διηγημάτων, «Οι χυδαίες ορχιδέες» και «Γιατί ήταν πριν γεφύρια».
Πρόκειται για δυο από τις έντεκα ιστορίες του πέμπτου βιβλίου και της τρίτης συλλογής διηγημάτων της Έλενας Μαρούτσου, που κυκλοφόρησε, αλλάζοντας, για ακόμη μία φορά, εκδοτικό οίκο, τον τέταρτο στη σειρά. Η Μαρούτσου είναι από τις όψιμες εμφανίσεις της τελευταίας συγγραφικής ομάδας του περασμένου αιώνα. Αυτήν που έχουμε παλαιότερα αποκαλέσει και γενιά του «Να ένα μήλο», από τον τίτλο του περιοδικού, που φιλοξένησε τους πρώτους εμφανισθέντες και σήμερα, γνωστότερους εκπροσώπους της. Η Μαρούτσου δεν ανήκει σε αυτούς, καθώς η αναγνώριση του ταλέντου της δεν έγινε πάραυτα, με το πρώτο βιβλίο, όπως στην περίπτωση του Χρ. Χωμενίδη ή της Αμ. Μιχαλοπούλου. Ουσιαστικά, διακρίθηκε με το τρίτο της βιβλίο, «Μεταξύ συρμού και αποβάθρας», που ήταν το πρώτο της μυθιστόρημα και το οποίο εκδόθηκε το 2008, δέκα χρόνια μετά την πρώτη της εμφάνιση. Σε αυτό επέδειξε γόνιμη φαντασία, εμπλουτίζοντας την εικονοπλασία με εικαστικά ερεθίσματα, από το παράπλευρο πεδίο του “κολλάζ”. Την ικανότητά της, ωστόσο, στη διακειμενική “συνομιλία”, την αποκάλυψε στο επόμενο βιβλίο της. Μία νουβέλα, «Το νόημα», γραμμένη κατά παραγγελία, ώστε να ενταχθεί σε σειρά βιβλίων συγκεκριμένης θεματικής.
Στο πρόσφατο βιβλίο, το ερέθισμα στάθηκε και πάλι μία παραγγελία. Αυτήν τη φορά για διήγημα, που θα περιλαμβανόταν σε θεματική ανθολογία, γι’ αυτό και προβλεπόταν, ως προς την έκταση, όριο λέξεων. Τα τελευταία χρόνια, που πληθαίνουν τα κατά παραγγελία πεζά, όπως και οι θεματικές ανθολογίες, συμβαίνει, σε ορισμένες ευτυχείς περιπτώσεις, η παραβίαση των περιορισμών να καταλήγει σε αυτοτελή βιβλία. Το συνηθέστερο, πρόκειται για νουβέλες, όπως το προηγούμενο βιβλίο του Ηλία Μαγκλίνη, «Η ανάκριση». Κατ’ εξαίρεση, κάποτε, προκύπτει και μυθιστόρημα, αν τύχει παλαίμαχος συγγραφέας, που γνωρίζει το πώς να απλώνει την μυθοπλαστική πάστα. Παράδειγμα, το τελευταίο μυθιστόρημα του Κώστα Μουρσελά, «Στην άκρη της νύχτας», το οποίο ξεκίνησε ως διήγημα, που θα παράλλασσε το τέλος του παπαδιαμαντικού «Όνειρο στο κύμα», αλλά, μια και εορταζόταν το επετειακό για τον Σκιαθίτη 2011, μεταμορφώθηκε σε μυθιστόρημα.
Η Μαρούτσου, το κατά παραγγελία διήγημα, που προέκυψε πολύ πέραν των προκαθορισμένων ορίων μακροσκελές, δεν το μεταμόρφωσε ούτε σε νουβέλα ούτε σε μυθιστόρημα. Έκανε κάτι πιο πρωτότυπο. Το πρόταξε σε ένα βιβλίο, ομότιτλο μεν, αλλά οκταπλάσιας έκτασης. Αυτό το κατόρθωσε χάρις στην εξημμένη διακειμενική της φαντασία. Εμπνεύστηκε έντεκα συνολικά διηγήματα, όπου το καθένα “συνομιλεί” με γνωστό ξένο λογοτεχνικό έργο, εκτός του τελευταίου, που “συνομιλεί” με το γνωστότατο ελληνικό διήγημα, «Ο έρωτας στα χιόνια» του Παπαδιαμάντη. Αν ο Μουρσελάς τόλμησε να πλάσει μία “άτακτη” Μοσχούλα, η Μαρούτσου δεν διστάζει, στο ερωτικώς ελευθεριάζον βιβλίο της, όχι μόνο να πάρει ως εισαγωγικό μότο φράση από το εν λόγω διήγημα, αλλά και να τιτλοφορήσει το σύντομο διήγημα, που “συνομιλεί” με το παπαδιαμαντικό, «Η μοναδική απόχρωση του λευκού». Το αποτέλεσμα είναι ο Σκιαθίτης να βρεθεί συνομιλητής, έστω μέσω διαμεσολαβητή, με την Ε. Λ. Τζέιμς και το περιβόητο μπεστ σέλερ της, «Πενήντα αποχρώσεις του γκρι».
Στη συλλογή υπάρχει και ένα δεύτερο διήγημα με παραπλήσιο τίτλο, «Η μοναδική απόχρωση του μαύρου». Αυτό εκτενέστερο και με τολμηρές περιγραφές, συνιστά ουσιαστικότερη “συνομιλία” με το βρετανικό μπεστ σέλερ. Αρκετά, πάντως, από τα διηγήματα “συνομιλούν” με περισσότερα του ενός γνωστά έργα. Στο συγκεκριμένο διήγημα, λ.χ., αναμιγνύονται στην υπόθεση, η «Σαλώμη» του Όσκαρ Ουάιλντ, η «Μαύρη ντάλια», μέχρι και «Η Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων», που συνιστούσε το διακείμενο του προηγούμενου βιβλίου της. Η Μαρούτσου, πάντοτε ευρηματική, δεν αρκείται στις διακειμενικές “συνομιλίες” των ιστοριών, αλλά αποκαθιστά επιπροσθέτως, αναμεταξύ τους, μυθοπλαστικούς δεσμούς. Με στόχο να δημιουργήσει ένα πιο στέρεο πλαίσιο, φροντίζει η συλλογή της να έχει σπονδυλωτό χαρακτήρα. Δηλαδή, ορισμένοι ήρωες να εμφανίζονται, ή και απλώς να αναφέρονται στην αφηγηματική ροή, σε δυο ή και τρεις ιστορίες. Σε δυο διηγήματα, μάλιστα, ελλείψει ήρωα κατάλληλου να λειτουργήσει ως γεφυροποιός, επιστρατεύεται το βιβλίο «Σαλώμη», που παραχωμένο στην άμμο ροδίτικης παραλίας αλλάζει χέρια, οπότε μνημονεύεται σε αμφότερα.
Στο μυθοπλαστικό “κολλάζ” της Μαρούτσου, από όλα τα ερωτογραφήματα, με τα οποία “συνομιλούν” οι ιστορίες της, το μόνο που εμπνέει αισθησιακές περιγραφές είναι το λογοκριμένο το 1932 ως πορνογράφημα μυθιστόρημα του Λώρενς, «Ο εραστής της λαίδης Τσάτερλι», και όχι, όπως πιθανώς θα αναμενόταν, το σύγχρονο της Τζαίημς. Όσο, όμως, αφορά τις διαφορετικές εκδοχές της σεξουαλικότητας, με τις οποίες η συγγραφέας αποπειράται να υφάνει τις ιστορίες της, ο λεσβιακός έρωτας είναι αυτός που αποδίδει συνεκτικές, αυτάρκεις ιστορίες. Τρεις τον αριθμό, αναδεικνύουν πτυχές, συνυφασμένες συνήθως με τη γυναικεία ιδιοσυγκρασία, όπως οι υπερβάλλουσες συναισθηματικές εκδηλώσεις, σε όλη τη γκάμα, από την τρυφερότητα μέχρι την εξουσιαστική σκληρότητα. Μόνο που αυτές οι ιστορίες, παραδόξως, υστερούν σε ερωτισμό. Ενώ, άλλες ιστορίες, με διαφορετικές σεξουαλικές εμμονές, κατακλύζονται από διακειμενικά ευρήματα, με αποτέλεσμα ο αισθησιασμός των ερωτικών σκηνών, όταν υπάρχει, να αρδεύεται από το πρωτότυπο.
Ισως, να είμαστε υπερβολικά απαιτητικοί από μία συλλογή ερωτικών ιστοριών. Γι’ αυτό, όμως, ας όψεται η συγγραφέας, που, με την αρχική νουβέλα, «Οι χυδαίες ορχιδέες», έβαλε ψηλά τον πήχυ των προσδοκιών. Παρεμπιπτόντως, για νουβέλα πρόκειται, ή έστω ιστορία. Διήγημα, πάντως, δεν θα χαρακτηριζόταν το εν λόγω πεζό. Αλλά και τις ιστορίες της Αλίς Μουνρό διηγήματα δεν τις αποκαλούμε; Όπως και να έχει, αν εκδιδόταν αυτοτελώς, θα συνιστούσε ένα από τα πιο ενδιαφέροντα πεζά στο πεδίο της ερωτικής λογοτεχνίας.
Σε αυτό, η Μαρούτσου απλώνει χρονικά το μυθιστόρημα του Λώρενς, με κεντρική ηρωίδα την εγγονή της Λαίδης Τσάτερλι και του δασοφύλακα Μέλλορς. Η εγγονή ζει έναν έρωτα αντίστοιχο με εκείνον της γιαγιάς της. Δηλαδή, η ιστορία επαναλαμβάνεται, ταυτόχρονα, όμως, δίνεται μία εκσυχρονιστική εκδοχή, όπως στην πρόσφατη αμερικανική διασκευή. Η εγγονή της Λαίδης διατηρεί μαζί με τον σύζυγό της φυτώριο κακτοειδών. Οπότε, αντί του δασοφύλακα, μπαίνει στην οικογενειακή εστία κηπουρός. Για να διατηρηθεί, όμως, η κοινωνική διαφορά του παρείσακτου με το ζεύγος, είναι ένας νέγρος, μετανάστης από τη Νιγηρία. Αυτή η επιλογή τονίζει τον σαρκικό και μόνο έρωτα, που νιώθει γι’ αυτόν η στερημένη εγγονή. Γιατί μπορεί ο Άγγλος σύζυγος να μην είναι ανάπηρος όπως ο Λόρδος Τσάτερλι, παρουσιάζεται, όμως, ως “αγαθός γίγαντας”, ελάχιστα ερωτικός. Όπως και στην  αμερικανική εκδοχή, μόνο που εκεί πρόκειται για έναν αδιάφορο γιάπη. Αμφότεροι, πάντως, περιγράφονται βολικοί ως σύζυγοι, που σημαίνει πως, είτε δεν αντιλαμβάνονται το ολίσθημα της συζύγου είτε το συγχωρούν.
Ο Λώρενς, αντιθέτως, αφήνει ανοιχτό το τέλος του μυθιστορήματος. Όταν η Λαίδη Τσάτερλι καταλαβαίνει ότι περιμένει παιδί, εγκαταλείπει το συζυγικό μέγαρο, το ίδιο και ο δασοφύλακας. Εκείνη καταφεύγει στην αδελφή της, εκείνος πιάνει δουλειά σε αγρόκτημα, αμφότεροι σε αναμονή των διαζυγίων της, ελπίζοντας πως θα ξανασμίξουν. Την κατάληξη του έρωτά τους την φαντασιώνεται η Μαρούτσου. Τη Λαίδη, στα 77 της, τη σκοτώνει ο εραστής της, σύζυγός της πλέον, και μετά αυτοκτονεί. Έτσι είχαν συμφωνήσει να “φύγουν”, όταν πλέον δεν θα επαρκούσαν σωματικά για ερωτικές συνευρέσεις. Κάπως μελό, όπως δραματικός πλάθεται και ο βίος της κόρης τους, που πρωταγωνιστεί στο προτελευταίο διήγημα της συλλογής, το οποίο συνιστά αντιερωτικό πόλο στο «Χυδαία ορχιδέα», παρά την κοινή τους μυθιστορηματική πηγή. Κατά τα άλλα, η διακειμενική “συνομιλία” με το μυθιστόρημα του Λώρενς αντιπαρέρχεται την κριτική του για την κοινωνική κατάσταση της εποχής του και την πίστη του, πως ένα νέο καθεστώς σχέσεων των δυο φύλων θα διόρθωνε τα τρωτά. Αναμενόμενο, αφού τα όποια τρωτά του πολιτισμού, σήμερα πλέον, ελάχιστα επηρεάζονται από τις σχέσεις των δυο φύλων. Άλλωστε, ποιανών φύλων;     
Εκείνο, πάντως, που θα ζήλευε ακόμη και ένας Ντ. Χ. Λώρενς στη νουβέλα της Μαρούτσου, είναι η διάνθιση των ερωτικών περιγραφών με ποικιλία από ορχιδέες, δικής της ονοματοθεσίας, ξεκινώντας από την “χυδαία” ορχιδέα του τίτλου. Πράγματι, η ορχιδέα, αυτή καθαυτή, προσφέρεται για ιστορίες με σεξουαλικές συνδηλώσεις. Ωστόσο, συνήθως, ως τίτλος μυθιστορήματος, ο συμβολισμός αφορά άλλες ιδιότητές της, όπως η αντοχή της στις εξωτερικές συνθήκες στο παλαιότερο μυθιστόρημα της Καίτης Οικονόμου, «Λευκή ορχιδέα». Κι όμως, η όρχις η άρρην είναι ένα προκλητικά αμφίφυλο φυτό, όπου η μεν ονομασία οφείλεται στους δυο ριζικούς κονδύλους, αλλά το άνθος, με τη διάταξη σέπαλων και πετάλων, προσομοιάζει με αιδοίο.
Για εξώφυλλο, επιλέχθηκε ο πίνακας της αμερικανίδας ζωγράφου Τζώρτζιας Ο’Κηφ, συνομήλικης του Ντ. Χ. Λώρενς, «Μαύρη Ίρις ΙΙ», έργο του 1936. Ενώ, ο προηγούμενος, «Μαύρη Ίρις Ι», είναι της ίδιας εποχής με το μυθιστόρημα του Λώρενς. Λεσβία η Ο’Κηφ, στους πιο ενδιαφέροντες πίνακές της, εικονίζει μεγεθυμένα άνθη και όργανα φυτών, που επιδέχονται συμβολικές ερμηνείες. Μεταξύ άλλων, φιλοτεχνεί πίνακες με ορχιδέες και ίριδες, σεξουαλικώς τολμηρούς, με τα άνθη σύμφυτα θηλυκά. Ποια άραγε από τις τρεις γυναίκες συνεργούς στην έκδοση – συγγραφέα, εκδότρια, σχεδιάστρια εξωφύλλου – είχε την ιδέα να ταυτίσει την «Μαύρη Ίριδα» με την «Χυδαία ορχιδέα»;
Μ. Θεοδοσοπούλου