Διαμερίσματα και κέντρα κράτησης, ένα σχήμα οξύμωρο

prosfuges

Της Σωτηρίας Χήρα*

Τις προηγούμενες ημέρες ο υπουργός Μεταναστευτικής Πολιτικής και ο εκπρόσωπος της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ είχαν συνάντηση με δημάρχους της Θεσσαλίας κατά την οποία παρουσίασαν τη δυνατότητα εθελοντικής μετακίνησης προσφύγων σε διαμερίσματα. Σύμφωνα με το σχεδιασμό, 10.000 πρόσφυγες αναμένεται να μετακινηθούν σε όλη την επικράτεια μέσα στο 2017 και άλλοι τόσοι το 2018. Όπως ειπώθηκε στη συνέντευξη τύπου που ακολούθησε, στόχος είναι ένα μέρος των διαμενόντων προσφύγων στη χώρα μας να μεταφερθούν σε διαμερίσματα, ώστε ορισμένες δομές φιλοξενίας στην ενδοχώρα να κλείσουν, όπως π.χ. στο Βόλο και στα Τρίκαλα, ενώ άλλες, όπως π.χ. στο Κουτσόχερο, να αποσυμφορηθούν. Το πρόγραμμα στέγασης προσφύγων καλύπτει το ενοίκιο, τους λογαριασμούς των ΔΕΚΟ, τη σίτισή τους και την πρωτοβάθμια ιατρική τους φροντίδα.
Στην ουσία πρόκειται για το γνωστό πρόγραμμα στέγασης της Ύπατης Αρμοστείας, που εκπονείται μέσω ΜΚΟ και άλλων φορέων, και έχει ήδη αρχίσει να τρέχει από το 2016. Η χρηματοδότησή προέρχεται αποκλειστικά από την Ευρωπαϊκή Ένωση και αφορά σε προσωρινή στέγαση αιτούντων άσυλο και υποψηφίων για μετεγκατάσταση σε άλλα κράτη-μέλη της Ε.Ε. Το τελευταίο διάστημα η Ύπατη Αρμοστεία σε συνεργασία με το υπουργείο έχουν ξεκινήσει μια διαδικασία ενημέρωσης της τοπικής αυτοδιοίκησης για το πρόγραμμα, ώστε οι Δήμοι να εμπλακούν πιο ενεργά και να συνδράμουν στην υλοποίησή του.
Η μετακίνηση των προσφύγων σε διαμερίσματα κινείται, δίχως αμφιβολία, σε σωστή κατεύθυνση και αποτελεί ένα σημαντικό βήμα για την ένταξή τους στην ελληνική κοινωνία. Πέραν, όμως, του προγράμματος προσωρινής στέγασης της Ύπατης Αρμοστείας —ακριβώς για να υπηρετηθεί σωστά αυτός ο σκοπός— πρέπει πάνω απ’ όλα να υπάρξει ένα εθνικό σχέδιο για την ένταξη των προσφύγων. Ένα ολοκληρωμένο σχέδιο που θα επιτρέψει τη μαζική και μόνιμη μετακίνησή τους από απομονωμένες δομές φιλοξενίας σε σπίτια και διαμερίσματα εντός του αστικού ιστού. Ταυτόχρονα απαραίτητος είναι και ο πλήρης συντονισμός μεταξύ των αρμόδιων υπουργείων, ώστε να επιτευχθεί συνολική μέριμνα σε θέματα υγείας, παιδείας, εργασίας κλπ. των προσφύγων που θα παραμείνουν στη χώρα μας. Μόνο έτσι θα είμαστε σε θέση να προσφέρουμε σ’ αυτούς τους ανθρώπους πραγματικά αξιοπρεπείς συνθήκες διαβίωσης και να αποτρέψουμε φαινόμενα απομόνωσης και «γκετοποίησης».

Πολιτικές αντίθετες στις θέσεις του κόμματος

Έχοντας αφήσει πίσω την περίοδο των μεγάλων προσφυγικών ροών, κανονικά πλέον θα έπρεπε να συζητάμε μόνο για την πολιτική ένταξης που θα ακολουθήσουμε ως κράτος. Παρ’ όλα αυτά, η στέγαση ενός μέρους των προσφύγων σε διαμερίσματα αποτελεί τη μία όψη του νομίσματος. Όπως προκύπτει από τα τελευταία δεδομένα, η άλλη όψη είναι δυσάρεστη και σχετίζεται με τα κέντρα κράτησης.
Ήδη τον Φεβρουάριο αποφασίστηκε η δημιουργία προαναχωρησιακού κέντρου στην Κω, ενώ πρόσφατα ο υπουργός Μεταναστευτικής Πολιτικής δήλωσε από το βήμα της Βουλής ότι «προϋπόθεση για να λειτουργήσει το άσυλο είναι η δημιουργία κλειστού κέντρου κράτησης» στη Χίο. Η δήλωση αυτή, βέβαια, ενέχει μια ουσιώδη αντίφαση: οι αιτούντες άσυλο, ακριβώς για το λόγο ότι αιτούνται διεθνούς προστασίας, αποκλείονται κατ’ αρχήν από την κράτηση. Ο υπουργός ανέφερε επίσης πως ο ΣΥΡΙΖΑ δεν κατήγγειλε ποτέ τα κέντρα κράτησης, αλλά τις συνθήκες που επικρατούσαν σε αυτά. Οι θέσεις του κόμματος, βέβαια, είναι ευρέως γνωστές και ήταν πάντα εκ διαμέτρου αντίθετες με τα κλειστά κέντρα. Θέσεις οι οποίες βρίσκονται μάλιστα στον πυρήνα της πολιτικής μας ιδεολογίας για τα ανθρώπινα δικαιώματα.
Η κυβερνητική πολιτική στο προσφυγικό από το 2015 κι έπειτα υπήρξε φάρος αλληλεγγύης κι ανθρωπιάς, με τον ελληνικό λαό αντίστοιχα να υποδέχεται και να αγκαλιάζει ανθρώπους κατατρεγμένους από τις πατρίδες τους. Εν τούτοις, τον τελευταίο καιρό γινόμαστε μάρτυρες πολιτικών επιλογών που όχι μόνο δεν μας βρίσκουν σύμφωνους, αλλά δεν μας τιμούν και ως Αριστερά. Τα κέντρα κράτησης είναι μόνο μία από αυτές. Επιλογές που πρόσφατα, ιδίως, έχουν αρχίσει να αυξάνονται με «γεωμετρική πρόοδο». Είναι επομένως τώρα πιο αναγκαίο από ποτέ να πούμε τα πράγματα με τ’ όνομά τους, όχι γιατί αρεσκόμαστε σε αφ’ υψηλού ή εκ του ασφαλούς κριτική. Αντιθέτως, αφενός έχουμε πλήρη συναίσθηση ότι το προσφυγικό συνιστά ένα από τα πιο πολύπλοκα ζητήματα, αφετέρου κατανοούμε ότι οι θέσεις ευθύνης δεν μπορούν εκ των πραγμάτων να συνοδεύονται μόνο από σωστές επιλογές. Παραμένει, όμως, αναγκαίο να πούμε τα πράγματα με τ’ όνομά τους, γιατί αποτελεί και δική μας ευθύνη να σώσουμε ό,τι περισώζεται.

* Μέλος του Τμήματος Δικαιωμάτων ΣΥΡΙΖΑ.