Διανοούμενοι και «μητέρα γη»

kastelina

Της Λουτσιάνα Καστελίνα

Με την ευκαιρία της αναδημοσίευσης του δοκιμίου του Κάρλο Πετρίνι «Buono, pulito e giusto» (ΣτΜ «Καλό, καθαρό και δίκαιο»), η Λουτσιάνα Καστελίνα αναφέρεται στην ιστορία του Slow Food, της διεθνούς οργάνωσης για τη τροφή, και στη σχέση της με τις νέες γενιές καλλιεργητών  που αντιλαμβάνονται ότι είναι αναγκαίο να αλλάξει ο τρόπος ζωής, η κατανάλωση και η σχέση μας με τη φύση.

Ισχυρότατοι αντίπαλοι

Όταν δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά το βιβλίο –τον Οκτώβρη του 2004- είχε μόλις γίνει η πρώτη συνέλευση ενός νέου δημιουργήματος του Slow: «Μητέρα Γη». Μια εξαιρετική συνδιάσκεψη με 4.888 αγρότες που προέρχονταν από 130 χώρες και συναντήθηκαν στο Τορίνο, στο παλιό εργοστάσιο της Fiat. Στη φετινή συνάντηση οι συμμετέχοντες θα πλημμυρίσουν τους δρόμους, για να συζητήσουν την προώθηση της εναλλακτικής, για να εξηγήσουν στους περαστικούς για ποιο λόγο οι ίδιοι αποτελούν την πρωτοπορία της νεωτερικότητας και όχι περιθωριακές αγροτικές κοινότητες κατάλοιπα του παρελθόντος. Ο χώρος του κινήματος σήμερα έχει επεκταθεί, η χρήση του ηλεκτρονικού υπολογιστή δημιουργεί συνδέσεις χρήσιμες για τη στήριξη πειραμάτων διανομής που ξεφεύγουν από το μονοπώλιο των μεγάλων αλυσίδων των σούπερ μάρκετ, για να σταματήσει της παρεμβάσεις της γεωργικής βιομηχανίας που δηλητηριάζει με τα προϊόντα της τους ανθρώπους και τη γη.
Στο ζήτημα της τροφής μπορούμε λοιπόν να πούμε ότι τα τελευταία χρόνια ωρίμασε μια κριτική συνειδητοποίηση που ξεπερνά τα όρια του προβλήματος της διατροφής για να συναντήσει, γενικότερα, τον στοχασμό που αφορά στην εποχή μας και γίνεται κριτικός απέναντι στην οπισθοδρομική νεωτερικότητα του καπιταλισμού.

Ψεύτικες διαφορές

Ακριβώς επειδή η τροφή είναι μια άμεση εμπειρία όλων μας, είναι ένα σημαντικό σημείο εκκίνησης για να σκεφτούμε την αμεσότερη προσέγγιση της οικολογίας, της οποίας, κατά τα άλλα, είναι ένα θεμελιώδες συστατικό. Κι αυτό γιατί οι βιομηχανικές καλλιέργειες, λόγω της χημείας που τις στηρίζει, μπορεί να αποδειχτούν θανάσιμες για το οικοσύστημα, για την υγεία, για τη βιοποικιλότητα. Επίσης, επειδή καταστρέφουν κάτι που δεν είναι μόνο φύση, αλλά κοινωνική συνοχή, ένα αγαθό εξίσου ουσιώδες σε μια εποχή αποσταθεροποιητικής καταστροφής κάθε δεσμού των κοινοτήτων: κατ’ αρχήν του τοπίου, που έχει στρεβλωθεί από τις νέες εκτατικές καλλιέργειες που ακυρώνουν τα χιλιετή σύνθετα ιερογλυφικά της χλωρίδας που σχεδίασαν τη γεωγραφία και έκαναν κάθε σημείο της γης διαφορετικό από το άλλο, αναγνωρίσιμο απ’ αυτούς που γεννήθηκαν εκεί και θέλουν να το θυμούνται. Η καταστροφή του προσθέτει κι άλλη φόρτιση στον ξεριζωμό, που δεν αντιμετωπίζεται με την τεχνητή επέκταση των χιλίων εστιατορίων που αποκαλούνται ethnic και εισβάλουν στις πόλεις και τα οποία συνιστούν μια ψεύτικη εξωτερική διαφορετικότητα που κρύβει την ντε φάκτο τυποποίηση που γίνεται από τα προϊόντα με τα οποία παρασκευάζεται το μενού. Απομένει ένα καρναβάλι χωρίς ουσία, χάρις και στην εξαιρετική ιδέα της πρώην υπουργού παιδείας Τζελμίνι, η οποία αποφάσισε πριν από χρόνια να καταργήσει τη γεωγραφία από τη διδακτική ύλη, αφήνοντας έτσι τις νέες γενιές, που κατά τα άλλα μπορεί να είναι εξπέρ στο να βρίσκουν οποιαδήποτε χώρα στο κομπιούτερ, χωρίς τη χαρά αυτού του εντοπισμού, επειδή τους λείπει κάθε  γενική και αρθρωμένη οπτική, κάθε συνολικός τοπωνυμικός ορισμός, η αίσθηση των αποστάσεων, των χώρων, της εγγύτητας με τη γη: με λίγα λόγια, τους έχουν κλέψει τη γεωγραφία που είναι κάτι πολύ περισσότερο από το άθροισμα των σημείων της και των εστιατορίων. Η Μητέρα Γη δεν είναι μόνο μια φιλοσοφία, παρότι καθοριστική. Είναι και οργάνωση, προσπάθεια σύνδεσης της αλυσίδας της τροφής: αυτών που καλλιεργούν ή είναι κτηνοτρόφοι κι αυτών που καταναλώνουν, μειώνοντας στο ελάχιστο την τεράστια εμπορική μεσολάβηση. Έχουν ανοίξει πλέον νέοι δίαυλοι επικοινωνίας ανάμεσα στα πολλά μέτωπα της γεωργίας και προωθήθηκε η δημιουργία νέων τρόπων αυτοδιαχείρισης των κοινοτήτων: οι Αγορές της Γης (που έχουν στηθεί απευθείας από τους αγρότες), οι GAS (Ομάδες αλληλέγγυας αγοράς), συνδεδεμένες με καλλιεργητές που υποστηρίζονται από τις κοινότητες. Καθώς και ο πολλαπλασιασμός των Περιβολιών στην πόλη, στα σχολεία και στις συνοικίες για να προωθηθεί η αυτοκατανάλωση, αλλά και για να ξαναμάθουμε να γνωρίζουμε τους ρυθμούς της φύσης. Βέβαια, αυτό δεν αρκεί. Αγωνιζόμαστε ενάντια σ’ έναν ισχυρότατο αντίπαλο που δεν είναι τυχαίο ότι κατόρθωσε να βάλει χέρι στην Έκθεση του Μιλάνου, από την οποία δεν ήταν τυχαίο ότι αποβλήθηκαν –παρότι η Έκθεση ήταν αφιερωμένη στην τροφή- αυτοί που την παράγουν: οι αγρότες.
Και σ’ αυτή την περίπτωση, η Μητέρα Γη ήταν αυτή που τους έκανε ορατούς, με μια εξαιρετική συγκέντρωση που έφερε στην πρωτεύουσα της Λομβαρδίας, πλάι στα επίσημα περίπτερα, αρκετές χιλιάδες νέων καλλιεργητών από όλο τον κόσμο για να δώσουν φωνή στα αιτήματά τους. Εκεί μπορέσαμε να εξακριβώσουμε ότι υπάρχει πλέον – κι αυτή είναι μια επιτυχία- μια αρχή επιστροφής στην ύπαιθρο ομάδων νέων που εγκαταλείπουν τις αστικές περιοχές. Αναγκαστικά ή από επιλογή. Είναι όμως σαφές ότι το πραγματικό κομβικό ζήτημα που θα πρέπει να επιλυθεί είναι οι αποδοχές του αγρότη. Είναι απαράδεκτες. Έχουν γίνει τόσο χαμηλές εξαιτίας δεκαετιών περιφρόνησης, περιθωριοποίησης, υποτίμησης της δουλειάς του.

Ενάρετες πρακτικές

Το σημαντικότερο πράγμα που έκαναν το Slow και η Μητέρα Γη είναι σήμερα το γεγονός ότι μίλησαν ξανά με περηφάνια για τη λειτουργία του αγρότη, ότι επανεκτίμησαν τις πολύτιμες και αναντικατάστατες γνώσεις του. Ο Πετρίνι αποκάλεσε τους αγρότες «Διανοούμενους της γης». Δικαιότερη πληρωμή για την αγροτική δουλειά δεν σημαίνει ότι η επιστροφή σε μια μη παγκοσμιοποιημένη και μη τυποποιημένη γεωργία θα είναι ακριβότερη.  Πρέπει να απομυθοποιήσουμε την άποψη που λέει ότι οι αηδίες μέσα στο σελοφάν που αγοράζουμε στο σούπερ μάρκετ είναι ένας τρόπος για να χορτάσουμε τους χθεσινούς πεινασμένους και όλους αυτούς που επιστρέφουν σε κατάσταση πείνας στις προηγμένες μας περιοχές. Για να το αντιληφθούμε θα ήταν αρκετό να υπολογίσουμε τα τεράστια άμεσα οικονομικά κόστη και τα τεράστια οικολογικά κόστη στο πέρασμα του χρόνου για τις μεταφορές από τη  μια ήπειρο στην άλλη των προϊόντων των πολυεθνικών. Καθώς και τα κόστη της εκκωφαντικής διαφήμισης που συνοδεύει τα γλυκά και τις κονσέρβες. Όπως και τις δαπάνες υγείας, για να διορθώσουμε τις ζημιές που παράγουν αυτά τα προϊόντα. Και ούτω καθεξής. Όμως, ως γνωστόν, η αγορά δεν είναι ικανή να κάνει τόσο σύνθετους υπολογισμούς, γνωρίζει μόνο το άμεσο κέρδος που έχει μπροστά στη μύτη της, γιατί έτσι κι αλλιώς τις ζημιές δεν τις πληρώνει αυτός που το βάζει στην τσέπη του, αλλά ολόκληρη η κοινότητα.

Μετάφραση από το «Manifesto»:
Τόνια Τσίτσοβιτς