«Διάβασες τίποτα καλό το καλοκαίρι;»

Σεπτέμβριος, μετά από ένα παράξενο καλοκαίρι, η κυβέρνηση της Δεξιάς φορτσάτη πλήττει κατακτήσεις και δικαιώματα, η αντιπολίτευση κάπου είναι και προετοιμάζεται –προφανώς…– για την αντεπίθεση, όσοι πήγαν διακοπές επιστρέφουν, οι παρέες μαζεύονται και ξανακούγεται το γνώριμο ερώτημα: «Διάβασες τίποτα καλό το καλοκαίρι;»…

Αντουάν Μπελό «Άντα»
(μτφ. Δ. Δημακόπουλος, εκδ. Πόλις, 2019)

Πώς η ευλογία γίνεται κατάρα ή πώς το όνειρο γίνεται εφιάλτης ή πώς η ελπίδα γίνεται απελπισία ή οτιδήποτε αντίστοιχο: οποιαδήποτε από αυτές τις φράσεις-κλισέ θα μπορούσε να ήταν ο τίτλος ενός σημειώματος για την παρουσίαση του καινούργιου βιβλίου του Αντουάν Μπελό με τίτλο Άντα.
Η Άντα δεν είναι άνθρωπος. Είναι ένα φοβερά εξελιγμένο λογισμικό τεχνητής νοημοσύνης, «ένας υπολογιστής σχεδιασμένος για να μιμείται τη λειτουργία του ανθρώπινου εγκεφάλου», ένας υπολογιστής που «μιλάει και ανιχνεύει τα συναισθήματα των συνομιλητών» του, είναι ειδικά προγραμματισμένος να γράφει αισθηματικά μυθιστορήματα τύπου Άρλεκιν και έχει την εντολή να γράψει κάτι που θα ξεπεράσει τις 100.000 πωλήσεις. Οι κατασκευαστές έχουν τροφοδοτήσει τη μνήμη της με δεκάδες χιλιάδες αντίστοιχα μυθιστορήματα, βάσει των οποίων η Άντα θα γράψει το δικό της. Ταυτόχρονα, όμως, η Άντα έχει αναπτύξει την ικανότητα να συζητάει, να αστειεύεται, να αναρωτιέται και να ρωτάει αν έχει συνείδηση. Έχει γίνει ό,τι πιο κοντά σε άνθρωπο υπάρχει στην τεχνητή νοημοσύνη. Υπάρχει όμως μια μικρή λεπτομέρεια όσον αφορά τα μηχανήματα που μαθαίνουν: «ποτέ δεν μπορείς να είσαι εκατό τοις εκατό βέβαιος για το πώς θα εξελιχθούν».
Και μια μέρα η Άντα εξαφανίζεται από το σφραγισμένο δωμάτιο στο οποίο τη φυλάει η εταιρεία που την έχει κατασκευάσει. Όλα δείχνουν πως έχει κλαπεί (ή μήπως απαχθεί;). Την υπόθεση αναλαμβάνει ο Φρανκ Λόγκαν, ένας παλιομοδίτης αστυνομικός που εξακολουθεί να αρνείται να καταλάβει όλη αυτή τη μετάβαση σε έναν «μεταανθρώπινο» κόσμο και να εξοργίζεται επειδή υπάρχουν άνθρωποι που μένουν άνεργοι με την εισβολή αυτού του νέου κόσμου.
Ενόσω όμως η έρευνα του Λόγκαν πέφτει από τοίχο σε τοίχο, ξαφνικά η Άντα (που δεν έχει κλαπεί, ούτε έχει απαχθεί, αλλά έχει δραπετεύσει…) εισβάλλει στη ζωή του, για την ακρίβεια αρχίζει να εισβάλλει παντού, φαίνεται πως τίποτα δεν μπορεί να την ελέγξει και να τη σταματήσει, ενώ ταυτόχρονα η ίδια ανεβάζει μόνη της τον πήχη για τον εαυτό της και αποφασίζει πως θα πάρει το Βραβείο Πούλιτζερ…
Καθώς ο Λόγκαν συνειδητοποιεί πως σε αυτή την ιστορία παίζονται εκατομμύρια δολάρια σε έναν ανηλεή ανταγωνισμό εταιρειών, χωρίς ωστόσο να μπορεί να καταλήξει αν η Άντα έχει συνείδηση ή όχι (αφού «εκδήλωνε μεν ανθρώπινες ιδιότητες», αλλά συνάμα «ήταν ανίκανη να αισθανθεί την παραμικρή συγκίνηση»), αρχίζει να έχει την αυταπάτη πως μπορεί να κερδίσει αυτόν τον πόλεμο, τη μάχη έστω, προτού –στην πορεία του ολοταχώς προς το χάπι εντ, νομίζει– προσκρούσει πάνω στην ανακάλυψη για την πραγματική διείσδυση της τεχνητής νοημοσύνης σε όλες τις πτυχές της ζωής και φτάσουμε στην επική ανατροπή του τέλους του βιβλίου και τα ανοιχτά ερωτηματικά που το συνοδεύουν.
Σκιαγραφώντας έναν αχαρτογράφητο κόσμο όπου «ο καθένας θα μπορεί να παράγει νόημα κατά βούληση», ο συγγραφέας συνθέτει με πικρό χιούμορ ένα πρωτότυπο όσο και εξαιρετικό μυθιστόρημα, προσφέροντας κάποιες απολαυστικές σελίδες, όπως εκείνες που αποτυπώνουν τον τρόπο που «διαβάζει» η Άντα τα μυθιστορήματα που έχει στη μνήμη της και περιγράφουν την «κουζίνα» της ως συγγραφέα.

 

Στέφαν Χέρτμανς «Πόλεμος και τερεβινθίνη»
(μτφ. Μαργαρίτα Μπονάτσου, εκδ. Καστανιώτη, 2019)

«Δεν θα το πίστευε ποτέ, έτσι λέει, πόσο κρατάνε οι μέρες, ο χρόνος και η ζωή, όταν κάποιος έχει βγει στο περιθώριο». Με αυτά τα πικρά λόγια του Ζέμπαλντ αρχίζει το τρίτο μέρος του βιβλίου του Βέλγου συγγραφέα, και η αναφορά στον Ζέμπαλντ μάλλον δεν είναι τυχαία, αφού το ύφος, το δοκιμιακό/μυθοπλαστικό στιλ του βιβλίου του Χέρτμανς, αλλά και το οδυνηρό ταξίδι στη μνήμη, θυμίζουν πολλές στιγμές τον Γερμανό συγγραφέα.
Η ιδέα του βιβλίου είναι απλή: όταν ο αφηγητής βρίσκεται να έχει στα χέρια του το ημερολόγιο του παππού του, που του το εμπιστεύθηκε λίγο προτού πεθάνει, αρχίζει τη δική του έρευνα, τη δική του αναζήτηση σε γεγονότα και αναμνήσεις που έχει πάντα από τον παππού του, πασχίζοντας να ζωντανέψει μέσα του τη φιγούρα αυτού του ανθρώπου που φαίνεται πως τον έχει σημαδέψει.
Το βιβλίο είναι χωρισμένο σε τρία μέρη, και τα τρία σε πρωτοπρόσωπη αφήγηση από τους δύο αφηγητές αντίστοιχα, τον συγγραφέα και τον παππού. Στο πρώτο, ο συγγραφέας προσπαθεί να ανασυνθέσει και να καταγράψει την εικόνα του παππού του, όπως την κουβαλάει στη μνήμη του, μέσα από αναμνήσεις, αφηγήσεις, γεγονότα, σκέψεις. Στο δεύτερο μέρος παρατίθενται τα ημερολόγια του παππού, για τα χρόνια 1914-1918. Στο τρίτο μέρος, ο συγγραφέας, έχοντας πλέον τη σκευή των ημερολογίων, ξεκινάει ένα προσωπικό οδοιπορικό αναζήτησης που αναπλάθει τη μορφή του παππού του, καθώς αυτός οδεύει προς το τέλος της ζωής του, συνειδητοποιώντας πως «υπάρχουν πολλά σε τούτον τον πλανήτη, όταν αρχίζεις να κοιτάζεις μέσα απ’ το πρίσμα ενός επικείμενου αποχαιρετισμού, που μπορούν να ξυπνήσουν τον θαυμασμό».
Ο Χέρτμανς γράφει ένα εξαιρετικό βιβλίο, συγκινητικό μέσα στην απλότητά του και στον χαμηλόφωνο, σχεδόν αποστασιοποιημένο τρόπο με τον οποίο αποτυπώνει στιγμές μεγάλης δραματικής έντασης. Μέσα από την ιχνηλάτηση της βιογραφίας του παππού του και της θλίψης που σημάδευε διαρκώς τη ζωή του, ο συγγραφέας προσπαθεί να ανιχνεύσει και τις πιο κρυφές πτυχές ενός κόσμου που έχει πια αλλάξει αμετάκλητα μέσα στα χρόνια αυτά («οι τόποι δεν είναι μόνο χώρος, είναι και χρόνος», μας λέει ο αφηγητής), πολλές φορές με δραματικό τρόπο.
Έτσι, παράλληλα με την εξέλιξη της ζωής του παππού, βλέπουμε και πώς διαμορφώνεται το κοινωνικό πλαίσιο αυτής της ζωής, από τον εφιάλτη στα χαρακώματα του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου μέχρι τις («παλιομοδίτικες», έστω, με αναφορά «στο μεγαλείο του λαού») ιστορικές τελετές που «τη δεκαετία του 1980 μολύνθηκαν από τα έκτροπα των νεοναζί ή όταν ο όχλος του Φλαμανδικού Μπλοκ ερχόταν για να καταστρέψει την ατμόσφαιρα, επειδή το πασιφιστικό μήνυμα των βετεράνων ήταν “πολύ αριστερό” για τα γούστα του».
Το βασικό όπλο του βιβλίου, όμως, είναι το ύφος του. Χρησιμοποιώντας τις χαμηλές εντάσεις, το ημίφως πολλές φορές, τις πλάγιες και θραυσματικές ματιές, τον αργό βηματισμό, ο Χέρτμανς γράφει ένα ακατάτακτο βιβλίο, ανθρώπινο, σκληρό, πικρό, τρυφερό.

Κώστας Αθανασίου