DIE LINKE: Νίκη εν μέσω στασιμότητας;

Αναγκαία η ενοποιημένη συνείδηση της εργατικής τάξης

 dielinke_rgb

Των Μαρκ Μπέργκφελντ και Λέαντρος Φίσερ*

 

Το εκλογικό αποτέλεσμα του Die Linke δείχνει τι χρειάζεται να κάνει το κόμμα ώστε πράγματι να αγωνιστεί για την εξουσία

 

Τα νέα ήταν προβλέψιμα, αλλά και πάλι πικρά. Mετά τις εκλογές της 24ης Σεπτεμβρίου, το ακροδεξιό κόμμα Εναλλακτική για τη Γερμανία (ΑfD) εισήλθε στη γερμανική Βουλή με ενενήντα τέσσερις βουλευτές. Για πρώτη φορά μετά το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, το κοινοβούλιο θα συμπεριλαμβάνει ένα κόμμα δεξιότερα από τη Χριστιανοκοινωνική Ένωση Βαυαρίας (CSU). Οι φαινομενικές διασφαλίσεις της Γερμανίας κατά της επανεμφάνισης του φασισμού ως πολιτικής δύναμης -το 5% εκλογικό όριο, η περίφημη διαδικασία του «Geschichtsaufarbeitung» (=η ψηλάφηση του παρελθόντος) και άλλες κοινωνικές πολιτικές- όλες απέτυχαν.

Η επιτυχία της ακροδεξιάς εν μέρει αντανακλά το αποδεκατισμένο Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα (SPD). Το ιστορικό κόμμα της γερμανικής εργατικής τάξης πήρε μόνο το 20% των ψήφων, το χειρότερο εκλογικό αποτέλεσμα που είδε από το 1949. Αυτό, ωστόσο, είναι απλώς το ναδίρ μιας πτώσης που ξεκίνησε με τις νεοφιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις του καγκελάριου Γκέρχαρντ Σρέντερ, λίγο μετά το 2000. Η «Agenda 2010» αναδίπλωσε μεγάλα τμήματα του κάποτε γενναιόδωρου γερμανικού κράτους πρόνοιας, απελευθέρωσε την αγορά εργασίας και επέτρεψε να εξαπλωθεί η εργασία με σύμβαση κατώτατου μισθού, επιταχύνοντας δραματικά την πτώση του οργανωμένου εργατικού δυναμικού, την ιστορική ραχοκοκκαλιά του κόμματος.

Αλλά και η φαινομενικά νικήτρια, Άγκελα Μέρκελ, δεν έχει κανένα λόγο να πανηγυρίζει. Παίρνοντας μόνο το 30,2% των ψήφων, οι Χριστιανοδημοκράτες (CDU) τα πήγαν άσχημα, αιμορραγώντας περίπου ένα εκατομμύριο ψηφοφόρων προς το AfD. To εκλογικό αποτέλεσμα όλου του νεοφιλελεύθερου κέντρου έπεσε στο ιστορικό χαμηλό του 53,5%. Ο μεταπολεμικός κοινοβουλευτισμός, ο πυλώνας της πολιτικής σταθερότητας του γερμανικού καπιταλισμού, αποσυντίθεται.

Οι ξανανιωμένοι νεοφιλελεύθεροι φονταμενταλιστές του Φιλελεύθερου Κόμματος (FDP) επωφελήθηκαν από την πτώση του κέντρου. Ο ηγέτης του κόμματος, Κρίστιαν Λίντνερ, επανεφηύρε τους Φιλελεύθερους ως τη φωνή του νόμου και της τάξης, ένα είδος AfD για ευρωπαϊστές. Με δεδομένη την απόφαση του SΡD να μη συμμετέχει σε ένα μεγάλο συνασπισμό με το CDU, το FDP μάλλον θα βρεθεί σε κυβέρνηση συνεργασίας με την Μέρκελ. Όμως, αυτή η επιτυχία μπορεί να είναι εφήμερη -ύστερα από μια εντυπωσιακή είσοδο το 2009, οι Φιλελεύθεροι έμειναν εκτός κοινοβουλίου τέσσερα χρόνια μετά και μπορούμε να αναμένουμε κάτι ανάλογο και αυτή τη φορά.

 

Ποιοι είναι οι εν αναμονή εταίροι της Μέρκελ

 

Ωστόσο, η συμμετοχή του FDP σε μια κυβέρνηση συνεργασίας σηματοδοτεί ότι η Γερμανία θα υιοθετήσει μια ακόμα σκληρότερη στάση στην κρίση της ευρωζώνης και θα επιτείνει την επίθεσή της στο βιοτικό επίπεδο. Στη Βόρεια Ρηνανία Βεστφαλία, όπου την εξουσία έχει ήδη μια τοπική κυβέρνηση συνεργασίας μεταξύ CDU και FDP, ανακοινώθηκαν δίδακτρα για φοιτητές που προέρχονται από χώρες εκτός της Ευρωπαϊκής Ένωσης και εγκαινιάστηκε εκστρατεία για να πειστούν οι μη Γερμανοί να «απλοποιήσουν» τα ονόματά τους. Επιπλεόν, η υπόσχεση της Μέρκελ να ξανακερδίσει τους ψηφοφόρους από το ΑfD καταδεικνύει ότι θα υιοθετήσει πιο ακροδεξιές θέσεις στο προσφυγικό και σε άλλα κοινωνικά θέματα.

Οι Πράσινοι παρέμειναν στάσιμοι στο 8% και είναι έτοιμοι να εισέλθουν στην κυβέρνηση με το CDU και το FDP. Αν και κάποτε θεωρούταν ως το γερμανικό κόμμα που σπάει τα ταμπού, οι Πράσινοι διεξήγαγαν αυτή τη χρονιά μια εντελώς συμβατική καμπάνια -αποφεύγοντας ακόμη και δυναμικές δηλώσεις εναντίον του ρατσισμού του AfD. Ωστόσο, δεν θα μπορούσαν να κεφαλαιοποιήσουν το ρόλο τους στην αντιπολίτευση τα τελευταία τέσσερα χρόνια και η ενδεχόμενη συμμετοχή τους στην κυβέρνηση με το CDU και το FDP θα μπορούσε να βλάψει τα «εναλλακτικά» διαπιστευτήρια τους, καθώς ένας τέτοιος συνασπισμός θα μπορούσε ενδεχομένως να επιφέρει συμβιβασμούς σε ζητήματα μετανάστευσης και πυρηνικής ενέργειας.

 

Η Δύση είναι κόκκινη

 

Υπάρχει, ωστόσο, και μια μικρή νίκη για το μεγαλύτερο κόμμα της Γερμανίας στην Αριστερά. Το Die Linke κατάφερε να αυξήσει το ποσοστό του κατά 0,6%, κερδίζοντας 9,2% του εκλεκτορικού σώματος. Περίπου 4,3 εκατομμύρια πολίτες ψήφισαν το Die Linke, ενώ το 2013 το είχαν ψηφίσει 3,75 εκατομμύρια. Το κόμμα κέρδισε περίπου 700.000 ψήφους από το SPD, περίπου 300.000 από τους Πράσινους, ακόμα και 200.000 περίπου από το CDU. Αυτή η αύξηση γίνεται ακόμα περισσότερο εντυπωσιακή από το δεδομένο της δημογραφικής πτώσης στα ανατολικά του προπύργια, εκεί όπου ιστορικά προσέλκυε συνταξιούχους που ζημιώθηκαν από τη γερμανική ενοποίηση.

Οι εκλογές επιβεβαίωσαν ότι ο εκλεκτορικός πυρήνας του Die Linke έχει υποστεί μια τεράστια γεωγραφική μετατόπιση. Το κόμμα αύξησε το μερίδιο των ψήφων του σχεδόν σε όλο το πρώην δυτικό τμήμα της χώρας, ιδιαίτερα στα αστικά κέντρα, την καρδιά της γερμανικής πολιτικής ζωής. Σκαρφάλωσε στο 12% στο Αμβούργο, όπου τα μέλη του υποστήριξαν σαφώς κοινωνικά κινήματα υπέρ των προσφύγων και κατά του εξευγενισμού. Στην Κολονία -όπου επίσης κέρδισε περίπου το 12% των ψήφων, από 8,9% στις προηγούμενες εκλογές- τα πήγε καλά σε εργατικές περιφέρειες, όπως οι Kalk και Nippes, προπύργια της αριστερής πτέρυγας του κόμματος, όπου μέλη του συμμετείχαν σε διαδηλώσεις ενάντια στα δυσθεώρητα υψηλά ενοίκια και το ΑfD.

Το Die Linke τα πήγε επίσης πάνω από το μέσο όρο στη Φρανκφούρτη (περίπου 12%), στο Μόναχο (περίπου 8%), αλλά τα αποτελέσματα στο Βερολίνο είνα ακόμα πιο εντυπωσιακά: Εδώ, το Die Linke πήγε καλά σε όλες τις περιφέρειες του πρώην δυτικού Βερολίνου, συμπεριλαμβανομένης της Neukölln, όπου συχνά συμμετέχει σε εκστρατείες ενάντια στον εξευγενισμό και την ισλαμοφοβία. Εν τω μεταξύ, στο πρώην ανατολικό Βερολίνο, που θεωρείται επί μακρόν το κέντρο βάρους για τη δεξιά κυβερνο-κεντρική πτέρυγα του κόμματος, η στήριξη του κόμματος μειώθηκε.

Το κόμμα πήρε καλά αποτελέσματα στις νέες ηλικίες (11% στους νέους μεταξύ 18 και 24 χρόνων και μεταξύ 25 και 34 χρόνων) και λόγω αυτού έφερε ιδιαίτερα καλά αποτελέσματα σε πανεπιστημιουπόλεις όπως το Φράιμπουργκ και το Μίνστερ.

 

Κάποια πρώτα συμπεράσματα

 

Αυτά τα αποτελέσματα δείχνουν ότι το Die Linke έχει αφήσει πίσω τη φήμη του ως περίεργο λείψανο, ένα σχηματισμό δηλαδή που στηρίζεται από ανατολικογερμανούς συνταξιούχους και δυτικογερμανούς άνεργους -τους λεγόμενους και «χαμένους της παγκοσμιοποίησης». Πλέον προσελκύει και πρώην μη ψηφοφόρους αλλά και πρώην μέλη του SPD και των Πρασίνων, τα οποία δεν ταυτίζονται με τις χλιαρές αντιστάσεις των πρώην κομμάτων τους στη «μητερούλα Μέρκελ».

Εάν το Die Linke μπορέσει να διατηρήσει αυτή την τάση, θα εξαρτηθεί από μια πλειάδα παραμέτρων. Αλλά είναι ασφαλές να υποθέσουμε ότι οι αριστεροί ψηφοφόροι της Γερμανίας μοιράζονται σειρά κοινών χαρακτηριστικών με τους υποστηρικτές του Τζέρεμι Κόρμπιν στην Αγγλία και του Μπέρνι Σάντερς στις ΗΠΑ –αν και υπάρχει έλλειμμα πολιτικού τέτοιας εμβέλειας στη χώρα.

Η άλλη όψη αυτής της επιτυχίας στη Δύση είναι η τεράστια απώλεια εμπιστοσύνης των ανατολικών ψηφοφόρων προς το κόμμα. Το παρελθόν του Die Linke εδώ είναι γνωστό: έχει συμμετάσχει σε κυβερνήσεις συνασπισμού με το SPD, συναίνεσε στην πολιτική για τις δημόσιες δαπάνες και μάλιστα εφάρμοσε περικοπές στις κοινωνικές υπηρεσίες.

Στη Θουριγγία, όπου το Die Linke ηγείται μιας κυβέρνησης συνασπισμού με το SPD και τους Πράσινους, το κόμμα υπέστη μεγάλες εκλογικές απώλειες. Για τη ρεφορμιστική πτέρυγα του κόμματος, η Θουριγγία γινόταν αντιληπτή ως μια δοκιμαστική φάση για μια ομοσπονδιακή συμμαχία με το SPD και τους Πράσινους. Τώρα, απλώς επιβεβαιώνει ότι η «ανθρώπινη» διαχείριση της νεοφιλελεύθερης πολιτικής από το κόμμα έχει ολέθρια αποτελέσματα.

 

Το προσφυγικό ζήτημα

 

Οι απώλειες του Die Linke ανατολικά είναι σε μεγάλο βαθμό το αποτέλεσμα της ανάδυσης του ΑfD. H ακροδεξιά πήρε ψηφοφόρους από τα τρία λεγόμενα λαϊκά κόμματα: το CDU, το SPD και το Die Linke. Τριάντα χρόνια νεοφιλελεύθερης καταστροφής των γεωγραφικών βάσεων της εργατικής τάξης στη Γερμανία, σε συνδυασμό με την παρακμή του πολιτικού πεδίου, έχουν δημιουργήσει ένα στρώμα απομονωμένων ατόμων σε μεγάλα τμήματα της εργατικής τάξης και των ανέργων, τα οποία αναλώνονται από συναισθήματα αδυναμίας απέναντι στο καθεστώς και είναι συχνά επιρρεπή σε θεωρίες ρατσισμού και συνωμοσίας. Περίπου το 21% των ψηφοφόρων του AfD αυτοπροσδιορίζονται ως «εργάτες», άλλο ένα 21% ως «άνεργοι» και ένα 12% ως «υπάλληλοι».

Δεν μπορούμε να αποδώσουμε αυτό το φαινόμενο αποκλειστικά στην εθνική ομοιογένεια και την ιδιαίτερη ιστορία της πρώην ανατολικής Γερμανίας. Το AfD παρουσίασε, επίσης, καλά ποσοστά στις αποβιομηχανοποιημένες πόλεις της κοιλάδας του Ρουρ -τη ζώνη σκουριάς της πρώην δυτικής Γερμανίας και πρώην καρδιά του SPD.

Στον απολογισμό των εκλογών, η Ζάρα Βάγκενκνεχτ, επικεφαλής της εκλογικής εκστρατείας του Die Linke, και ο Όσκαρ Λαφοντέν, πρώην ηγέτης του κόμματος, ανακίνησαν τη συζήτηση σχετικά με τους λόγους για τους οποίους το AfD ανέβηκε. Σύμφωνα και με τους δύο, το Die Linke δεν ανταποκρίθηκε αρκετά καλά στην κακοδιαχείριση της προσφυγικής κρίσης από την Μέρκελ.

 

Η παρέμβαση Λαφοντέν

 

Στο κύριο άρθρο της «Neues Deutschland», της ανεπίσημης εφημερίδας του κόμματος, ο Λαφοντέν επισημαίνει ότι το ζήτημα των προσφύγων δεν θα πρέπει να επιτρέπεται να «αναστέλλει» τις αρχές της κοινωνικής δικαιοσύνης, υποστηρίζοντας ότι δεν πρέπει οι φτωχότεροι πολίτες της Γερμανίας να σηκώνουν το βάρος της κοινωνικής ενσωμάτωσης των προσφύγων. Ο Λαφοντέν, μάλιστα, έφτασε στο σημείο να δηλώσει ότι πολλοί από εκείνους που ζητούν άσυλο στη Γερμανία δεν αποτελούν καν το πλέον φτωχό τμήμα των κοινωνιών από τις οποίες έρχονται, αφού έχουν τα οικονομικά μέσα για να φύγουν. Αντί να ανοίξει τα σύνορα της η Γερμανία, ο Λαφοντέν πρότεινε ένα πρόγραμμα οικονομικής βοήθειας για την επανεγκατάσταση προσφύγων σε χώρες που συνορεύουν με τις πολεμικές ζώνες, σε συνδυασμό με μια ταυτόσημη έκκληση για τερματισμό των πωλήσεων όπλων σε κράτη όπως η Σαουδική Αραβία.

Επιπλέον, οι επιθέσεις του Λαφοντέν στην αξιωματική υπεράσπιση του δικαιώματος για αίτηση ασύλου από το Die Linke υπογραμμίστηκαν με μια προσωπική αποστροφή: δηλώνει ότι οι συν-ηγέτες Μπερτ Ρίξιγκερ και Κάτια Κίπιγκ είναι βαθιά αντιδημοφιλείς και δεν θα μπορούσαν ποτέ να σταθούν δίπλα στην εκστρατεία του Die Linke υπό την ηγεσία της Ζάρας Βάγκενκνεχτ και του ρεφορμιστή-που-έγινε-σύμμαχος-της-Βάγκενκνεχτ, Ντίτμαρ Μπαρτς.

 

Με μια πιο προσεκτική ματιά

 

Έχει δίκιο ως προς το ότι το Die Linke δεν κέρδισε έδαφος στη Βάδη Βιρτεμβέργη και στη Σαξονία, στα βαθιά συντηρητικά κρατίδια από τα οποία κατάγονται αντίστοιχα ο Ρίξιγκερ και η Κίπιγκ. Έχει επίσης δίκιο ως προς το ότι η Βάγκενκνεχτ αποδείχτηκε αρκετά δημοφιλής μετά από κάθε τηλεοπτική αναμέτρηση. Αλλά το κοινό εκτίμησε την αντίθεσή της στη διαχείριση της Μέρκελ σχετικά με την κρίση στην ευρωζώνη και στη διευρυνόμενη ψαλίδα μεταξύ φτωχών και πλουσίων. Όχι, όμως, τις εκκλήσεις της για αύξηση του προϋπολογισμού για την αστυνομία μετά την τρομοκρατική επίθεση στη χριστουγεννιάτικη αγορά του Βερολίνου.

Η πτέρυγα Λαφοντέν – Βάγκενκνεχτ είναι κολλημένη σε ένα κυκλικό επιχείρημα. Δικαίως επισημαίνουν ότι οι λιγότερο ευημερούντες δεν πρέπει να σηκώνουν το κύριο βάρος μιας πολύπλοκης υλικοτεχνικής, δημοσιονομικής και γραφειοκρατικής προσπάθειας. Και μπορούν εύκολα να δείξουν τους δεξιούς στο δικό τους κόμμα -όπως ο Μπόντο Ράμελοφ, ο πρωθυπουργός της Θουριγγίας, ο οποίος ακολούθησε τη θέση της Μέρκελ στο ζήτημα αυτό, μη ζητώντας οι πλούσιοι να πληρώσουν για την ένταξη των προσφύγων, ακόμη και για την απέλαση όσων αιτούντων άσυλο έλαβαν απορριπτική απάντηση. Υπογραμμίζουν ορισμένες ασυνέπειες στο εκλογικό μανιφέστο του κόμματος σχετικά με το δικαίωμα ασύλου, καθώς και το «μη ρεαλιστικό» και «τυχοδιωκτικό» χαρακτήρα του αιτήματος για «δικαίωμα διαμονής για όλους». Ωστόσο, ακούγονται ακριβώς σαν δεξιοί σοσιαλδημοκράτες όταν ισχυρίζονται ότι τα ανοιχτά σύνορα δεν είναι «οικονομικά βιώσιμα».

Το Die Linke θα μπορούσε να διατυπώσει ριζοσπαστικά αιτήματα για να αντιμετωπιστεί το κόστος της ένταξης -όπως η μείωση του αμυντικού προϋπολογισμού ή η αύξηση των φόρων στα υψηλότερα εισοδήματα- που θα συνέβαλαν σε μια πολύ αναγκαία προώθηση των ταξικών αντιφάσεων στη Γερμανία. Αντ’ αυτού, ένα μέρος του κόμματος επέλεξε τον ευκαιριακό συντονισμό με το ρεύμα που ξεκίνησε από το AfD και τα κυρίαρχα κόμματα. Ακόμη και το επιχείρημα ότι οι πρόσφυγες αυξάνουν τον ανταγωνισμό στην αγορά εργασίας εις βάρος των ντόπιων εργαζομένων είναι εξαιρετικά ρηχό, αφού θα μπορούσε θεωρητικά να ειπωθεί το ίδιο και για την αύξηση του μεριδίου των γυναικών στο εργατικό δυναμικό, πράγμα που φυσικά οι Βάγκενκνεχτ και Λαφοντέν δεν έχουν πρόθεση να ζητήσουν να ανατραπεί.

 

Η ψήφος στο AfD

 

Αντί να μοιράζουμε κατηγόριες για τον υποτιθέμενο «υποβιβασμό» του προσφυγικού ζητήματος από την πλευρά του Die Linke, χρειάζεται να δούμε από πιο κοντά τις επιτυχίες τόσο του Die Linke όσο και του AfD, διότι αυτές δείχνουν κάποια ενδιαφέροντα γεγονότα. Όπως ήδη αναφέρθηκε, το Die Linke πήγε καλά όπου οι τοπικές του οργανώσεις επένδυσαν σε αντιρατσιστικούς αγώνες και σε διεύρυνση της κομματικής βάσης. Η πτέρυγα Λαφοντέν – Βάγκενκνεχτ υποστηρίζει συχνά ότι το Die Linke βρίσκεται στη μέση μιας εκλογικής αλλαγής, της αντικατάστασης των εργαζομένων και των ανέργων με τις μεσαίες τάξεις και νεαρούς διανοούμενους, που υποκινούνται περισσότερο από κανονιστικά ζητήματα παρά από υλικά συμφέροντα.

Αλλά αυτό το επιχείρημα απλώς αντανακλά κυρίαρχες κοινωνιολογικές προσεγγίσεις της εργατικής τάξης, όπως αυτή ορίζεται από το εύρος του εισοδήματος ή του κοινωνικοπολιτιστικού περιβάλλοντος και όχι από τη θέση του ατόμου στην παραγωγική διαδικασία. Η εκστρατεία του Die Linke υποστήριξε απεργίες σε ασθενείς συνδικαλιστικά κλάδους της οικονομίας και είναι ενθαρρυντικό το γεγονός ότι περίπου το 70% των ψηφοφόρων του ανέφερε την πλατφόρμα του κόμματος και όχι το ρόλο των προσωπικοτήτων ως τον κύριο λόγο για την υποστήριξή του.

Αντίστροφα, το AfD όχι μόνο πήγε καλά στις τάξεις των επισφαλώς εργαζόμενων και ανέργων, αλλά προσέλκυσε επίσης εκατοντάδες χιλιάδες ψηφοφόρους της μεσαίας τάξης από το CDU. Το ΑfD δεν είναι κόμμα της εργατικής τάξης όσο μακριά κι αν καλπάσει η φαντασία μας: οι θέσεις του σχετικά με το κράτος πρόνοιας και την αγορά εργασίας είναι εξ ολοκλήρου νεοφιλελεύθερες και ο πυρήνας της βάσης του είναι μια μίξη πρώην χριστιανοδημοκρατών λειτουργών, ιδιοκτητών μικρών επιχειρήσεων και ομολογημένων ναζί. Πλήρωσε για τη δαπανηρή προεκλογική εκστρατεία του μέσω θολών διαδρομών που το συνδέουν με παράξενες πηγές πλούτου, όπως ο εκκεντρικός δισεκατομμυριούχος Μπάρον Όγκουστ φον Φινκ, ο οποίος έχει μακρά ιστορία που συνδυάζει το φασισμό με ένα πάθος για «δημοσιονομικά υγιείς» πολιτικές.

Επιπλέον, τα εκλογικά αποτελέσματα στη Βαυαρία και τη Σαξονία δείχνουν ότι το AfD τα πήγε ιδιαίτερα καλά όπου το CDU και το CSU επιχείρησαν να αντιγράψουν το ρατσισμό του πιο επιθετικά, παραχωρώντας συνεπώς στο ακροδεξιό κόμμα μια αύρα νομιμότητας μεταξύ της μεσαίας και της ανώτατης μεσαίας τάξης. Στο Ίνγκολσταντ, για παράδειγμα, μια πλούσια βαυαρική πόλη, χωρίς προβλήματα ανεργίας όντας βάση μεγάλων βιομηχανιών αυτοκινήτων και αεροσκαφών, το AfD έφτασε το 15,3% των ψήφων. Ακόμα και όταν εργάτες ψηφίζουν το AfD, δεν πρόκειται κατ’ ανάγκη για το πιο επισφαλές τμήμα της εργατικής τάξης.

 

Οι λόγοι πίσω από την ψήφο

 

Προκαταρκτικές έρευνες μεταξύ των ψηφοφόρων του AfD ρίχνουν κάποιο φως στο γιατί υποστήριξαν το νεοφασιστικό σχηματισμό. Αναφέρθηκαν στην «τρομοκρατία», το «έγκλημα» και τη «μετανάστευση» ως τους τρεις πρώτους λόγους για τους οποίους υποστήριξαν το AfD, επισημαίνοντας πόσο ο κυρίαρχος πολιτικός λόγος και η ισλαμοφοβία καλλιέργησαν την άνοδο του κόμματος. Επιπλέον, μόνο το 30% των ψηφοφόρων του AfD ταυτίζεται πλήρως με το κόμμα -οι υπόλοιποι εξήγησαν ότι πήραν την απόφασή τους εξαιτίας της αίσθησης «απογοήτευσης από τα υπόλοιπα κόμματα».

Τι μας λένε αυτοί οι αριθμοί για την ανάδυση της ακροδεξιάς στη Γερμανία; Είναι σίγουρα αδιαμφισβήτητο ότι η ψήφος στο AfD ήταν σε μεγάλο βαθμό μια ψήφος διαμαρτυρίας που διαπέρασε τις τάξεις. Η θεατρική αποχώρηση της «μετριοπαθούς» Φράουκε Πέτρι από το κόμμα κατά τη διάρκεια συνέντευξης Τύπου μία ημέρα μετά τις εκλογές -σε ένδειξη διαμαρτυρίας για το νεοφασιστικό προσανατολισμό του κόμματος, τον οποίο και η ίδια βοήθησε να ξεκινήσει το 2015- αναδεικνύει ήδη ανεπίλυτες συγκρούσεις και προσωπικές αντιπαραθέσεις στο εσωτερικό, θέτοντας εν αμφιβόλω την ικανότητά του να αγκυροβολήσει στην πολιτική σκηνή.

Επίσης, δεν ωφελεί να αρνηθεί κανείς την απήχηση του AfD στους λιγότερο ευημερούντες. Το γεγονός ότι ένα μεγάλο μέρος των ψηφοφόρων του είναι εργάτες και άνεργοι που ψήφισαν το κόμμα λόγω διαμαρτυρίας, σημαίνει ότι το Die Linke μπορεί και πρέπει να προσπαθήσει να κερδίσει αυτούς τους ανθρώπους στην πλευρά των προοδευτικών ιδεών. Ωστόσο, το γεγονός ότι αυτή η διαμαρτυρία εκφράζεται με όρους ρατσιστικούς και νόμου-και-τάξης σημαίνει ότι το επιχείρημα κατά του AfD δεν μπορεί να είναι μόνο η επισήμανση των νεοφιλελεύθερων πολιτικών του κόμματος. Αντ’ αυτού, το Die Linke πρέπει να υπογραμμίσει ότι ο ρατσισμός και η τρομοκρατία είναι ιδεολογικός καπνός που αποσκοπούν στην απόσπαση της προσοχής από τα πραγματικά ζητήματα που διακυβεύονται: κατάρρευση των υποδομών χάρη στις δημοσιονομικές πολιτικές του Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, επισφαλείς συνθήκες διαβίωσης για εκατομμύρια συμβασιούχους και διαρκής υποχρηματοδότηση της εκπαίδευσης.

 

Διάλογος εντός του κόμματος

 

Να αναγνωρίσουμε, ωστόσο, στην Κίπιγκ και τον Ρίξιγκερ ότι απέδωσαν μεγάλο μέρος της ευθύνης για την επιτυχία του AfD στο ρόλο που του παρείχαν τα κυρίαρχα κόμματα. Σε μεγάλο φάσμα, το CDU και το SPD υιοθέτησαν την ατζέντα της ακροδεξιάς, ενώ παραμέρισαν κοινωνικά ζητήματα. Ο Ρίξιγκερ απάντησε στην παρέμβαση του Λαφοντέν, δηλώνοντας σωστά ότι το Die Linke θα πρέπει να αντισταθεί σε οποιαδήποτε τοποθέτηση βάζει τους ντόπιους εργάτες εναντίον των νεοαφιχθέντων. Είναι θέση αρχής, αλλά σίγουρα χρειάζεται να αντιπαλέψει την απαραίτητη κριτική των επιχειρημάτων που ζητούν μείωση της μετανάστευσης.

Πράγματι, ο τρέχων διάλογος μέσα στο κόμμα δημιουργεί σύγχυση. Μεγάλο τμήμα της αριστερής πτέρυγας του κόμματος έχει υιοθετήσει τη γραμμή της Βάγκενκνεχτ για τη μετανάστευση, συχνά αντανακλαστικά απέναντι στις κατηγορίες για ρατσισμό από τη δεξιά πτέρυγα που αναζητεί αξιώματα. Η τελευταία, αν και σωστά στέκεται κριτικά απέναντι στη γραμμή Βάγκενκνεχτ – Λαφοντέν, ωστόσο ξεφεύγει από το στόχο και κάνει ότι δεν βλέπει τον ελέφαντα στο δωμάτιο, δηλαδή τις ευθύνες για τα άσχημα αποτελέσματα στην πρώην δυτική Γερμανία: την καταστροφική και αναποτελεσματική συμμετοχή του Die Linke σε τοπικές κυβερνήσεις συνασπισμού. Κάθε δρόμος προς τα μπροστά που δεν κατευθύνεται απέναντι σε αυτό το κεντρικό ζήτημα, θα διαιωνίζει απλώς τον κύκλο της ριζοσπαστικής στάσης, της συμμετοχής σε κυβέρνηση και της εκλογικής αποτυχίας.

 

Αριστερόστροφος λαϊκισμός

 

Πολύ μελάνι έχει χυθεί στην προσπάθεια να λυθεί αυτή η φαινομενική αντίφαση και να σχηματοποιηθεί μια εναλλακτική, ένα είδος αριστερού λαϊκισμού που θα απαντά στη δημοφιλία της ακροδεξιάς μεταξύ των εργατών και των ανέργων, με τον Τζέρεμι Κόρμπιν και τον Μπέρνι Σάντερς να αναφέρονται συχνά ως παραδείγματα. Εμπνεόμενοι από θεωρητικούς, όπως η Σαντάλ Μουφ, πολλοί έχουν προτείνει να δημιουργηθεί ο «λαός της αριστεράς», μια ριζοσπαστική δημοκρατική συμμαχία που να ενώνει τις καταπιεσμένες κοινωνικές δυνάμεις σε εθνικό επίπεδο.

Είναι μια ιδέα στην οποία σίγουρα η αντικαπιταλιστική αριστερά μπορεί και πρέπει να δει τον εαυτό της σε κάποιο βαθμό. Ωστόσο, αυτός ο συχνά αόριστος λόγος για την ύπαρξη κατανόησης μεταξύ διαφορετικών «πεδίων» -οι «εργάτες», «η διανόηση», οι «πρόσφυγες»- τείνει να βλέπει αυτές τις υποκειμενικότητες ως ξεχωριστές, αυτόνομες κατηγορίες. Επιπλέον, η ιδέα της συμμαχίας με το «πράσινο-εναλλακτικό» και το «σοσιαλδημοκρατικό πεδίο», όπως πρότεινε ο Ρίξιγκερ στην απάντησή του στον Λαφοντέν, μπορεί εύκολα να συμπεριληφθεί στην κατεύθυνση της δημιουργίας ενός κυβερνητικού σχεδίου με το SPD, τους Πράσινους και το Die Linke για το 2021. Δεν πρέπει να απορρίψουμε αυτήν την πιθανότητα, καθώς το SPD πιθανότατα θα αρχίσει να χορεύει σε αριστερότερους ρυθμούς, για να κερδίσει πίσω τους χαμένους ψηφοφόρους.

Στην πραγματικότητα, μία από τις μεγάλες αδυναμίες του Die Linke, και της σύγχρονης αριστεράς γενικότερα, είναι η υπονοούμενη ιδεολογία του διαχωρισμού της εργατικής τάξης σε διαφορετικούς πολιτικούς τομείς, πρωτοδιατυπωμένη, έστω και ακούσια, από την Σαντάλ Μουφ και τον Ερνέστο Λακλάου, στην οποία έδωσε περισσότερο κύρος ο Αντόνιο Νέγκρι με τη θεωρία του περί «πλήθους». Συνεπώς, το κοινοβουλευτικό κόμμα είναι υπεύθυνο για τις καθημερινές υποθέσεις, αλλά το εργατικό κίνημα και τα διάφορα κοινωνικά κινήματα παραμένουν αυτόνομα και επαφίουν την εκπροσώπησή τους προς τα πάνω στο κόμμα, το οποίο με τη σειρά του δεν αναμειγνύεται στις καθημερινές τους λειτουργίες, ώστε να αποφύγει να φανεί «πατερναλιστικό».

 

Η βάση είναι η εργατική τάξη

 

Σε αυτή την, πολύ σχηματική, απεικόνιση αυτού του είδους σκέψης, το εργατικό κίνημα εμφανίζεται ως ένα από τα πολλά πολιτικά υποκείμενα –και συχνά ως το πιο «παλιομοδίτικο» και άσχετο- αποτύπωση που είναι αποτέλεσμα μιας προβληματικής διάγνωσης της ολοκληρωτικής μετάλλαξης της εργατικής τάξης στη μετά Φορντ περίοδο και μιας πεποίθησης για τη δύναμη που «επηρεάζει» την πρακτική πολιτική.

Στην πραγματικότητα, το ιστορικό του Die Linke παρέχει την πιο πειστική αναίρεση αυτής της προσέγγισης. Το κόμμα οφείλει την ύπαρξή του στην εξέγερση της βάσης μέσα στα συνδικάτα, που παρήγαγε την Εκλογική Εναλλακτική για την Εργατική και Κοινωνική Δικαιοσύνη (WASG), η οποία συνενώθηκε με το Κόμμα του Δημοκρατικού Σοσιαλισμού για να διαμορφώσουν το Die Linke το 2007. Η υπονοούμενη ιδεολογία του Die Linke περί «διαχωρισμού των πεδίων» σημαίνει ότι δεν έχει δώσει αρκετή προσοχή στην οικοδόμηση μιας βάσης στο εργατικό κίνημα. Ενώ το κόμμα έχει ξεκινήσει πολλές αξιέπαινες προσπάθειες για να διευρύνει την απήχησή του στην οργανωμένη εργατική τάξη -για παράδειγμα, συνδέοντας τους αριστερούς συνδικαλιστές με τη βοήθεια του θεωρητικού ιδρύματος του κόμματος, του Rosa Luxemburg Stiftung- το μεγαλύτερο μέρος της δομής απλώς «λέει το ποίημα» για τη δημιουργία ενός ισχυρού αριστερού πόλου στο εργατικό κίνημα. Αντ’ αυτού, επικεντρώνονται σε εκλογικούς διαγωνισμούς, εμφανίσεις σε talk-show και στο να πάρουν κεφάλι σε νέα δημογραφικά στοιχεία.

 

Οικοδομώντας μαζί αγώνες

 

Η σημασία της ενίσχυσης της Αριστεράς εντός της εργατικής τάξης είναι πολύ μεγάλη, ειδικά λαμβάνοντας υπόψη μια από τις πιο ανησυχητικές πτυχές των τελευταίων εκλογών: την επιτυχία του AfD στους συνδικαλιζόμενους εργάτες. Τα τελευταία χρόνια, τα γερμανικά συνδικάτα έχουν τοποθετηθεί ως αντιρατσιστικά και υπέρ της μετανάστευσης, αλλά αυτό δεν έχει κάνει τα μέλη τους να έχουν ανοσία στα μηνύματα του AfD. Σύμφωνα με μελέτη της Γερμανικής Συνομοσπονδίας Συνδικάτων (DGB), οι άντρες μέλη των συνδικάτων ψήφισαν δυσανάλογα υπέρ του AfD. Οι γυναίκες συνδικαλίστριες, από την άλλη πλευρά, ήταν λιγότερο πιθανό να υποστηρίξουν την άκρα δεξιά.

Μπορούμε να προτείνουμε μερικές πιθανές εξηγήσεις για αυτό το φαινόμενο: η αλληλεγγύη στους πρόσφυγες και τους μετανάστες αποτελεί κοινό νου στο εργατικό κίνημα, αλλά αυτό έχει προκαλέσει αντιδράσεις, με ορισμένα μέλη να εγκαταλείπουν τα σωματεία τους για πολιτικούς λόγους. Είναι δύσκολο να προσδιοριστεί ο ακριβής αριθμός αυτών των περιπτώσεων, αλλά τμήματα της γερμανικής εργατικής τάξης υποστήριξαν ακροδεξιά κόμματα στο παρελθόν, όπως η Γερμανική Λαϊκή Ένωση (DVU) τη δεκαετία του 1990. Οι εργάτες αυτοί διατηρούν το σοβινισμό της ευημερίας -ένα φαινόμενο που η συνδικαλιστική γραφειοκρατία ενθαρρύνει μέσω του οικονομικού εθνικισμού της- ως μέσο για την προστασία του βιοτικού επιπέδου τους.

Μια άλλη ερμηνεία υποστηρίζει ότι οι συνταξιούχοι, οι οποίοι είναι πιο πιθανό να ψηφίσουν υπέρ του AfD από ό,τι οι νέοι, αποτελούν ένα όλο και μεγαλύτερο ποσοστό συνδικαλιστικών μελών.

Ο προσδιορισμός του γιατί τα μέλη των συνδικαλιστικών οργανώσεων στράφηκαν προς την άκρα δεξιά παραμένει ένα διανοητικό και οργανωτικό καθήκον της Αριστεράς στη Γερμανία -καθώς και στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου πολλά μέλη συνδικάτων υποστήριξαν τον Ντόναλντ Τραμπ.

Χρειάζεται, επίσης, να συνυπολογίσουμε την πτώση των γερμανικών συνδικάτων. Αυτό το φαινόμενο, ιδιαίτερα προβληματικό δεδομένης της προηγούμενης ισχύος των συνδικάτων, ανάγκασε το εργατικό κίνημα να οργανώσει εργάτες μέσω εκστρατειών, οικοδόμηση συμμαχιών με κοινωνικά κινήματα και πιο μετωπικές τακτικές. Σε τομείς όπου ομάδες εργατών κατέχουν δομική ισχύ, η οργάνωση κινητοποιήσεων και απεργιών είναι πιο επιτυχής.

 

Το μεγαλύτερο εμπόδιο στην αριστερή ηγεμονία

 

Παρόλες αυτές τις φωτεινές εξαιρέσεις, είναι απίθανο να βιώσουμε μια επιστροφή στην ανοδική πορεία του 2015 λόγω των υφιστάμενων συμβάσεων, πολλές από τις οποίες περιλαμβάνουν κανόνες που απαγορεύουν την απεργία. Τα συνδικάτα είναι ακόμη λιγότερο πιθανό να αμφισβητήσουν αυτούς τους κανόνες σε βιομηχανίες όπου οι εργοδότες χρησιμοποίησαν προσωρινούς εργαζόμενους για να υπονομεύσουν το σύστημα συναπόφασης, όπως η αυτοκινητοβιομηχανία.

Η ιστορική αδυναμία του εργατικού κινήματος έγινε ιδιαίτερα εμφανής κατά τη διάρκεια του σκανδάλου με το ντίζελ. Τα συνδικάτα παρέμειναν σιωπηλά, διότι οποιαδήποτε υποψία σύγκρουσης θα είχε ωθήσει τις τιμές των μετοχών ακόμη χαμηλότερα και θα απειλούσε τις θέσεις εργασίας των εργαζομένων.

Η συμμαχία μεταξύ συνδικάτων και εταιρικών συμφερόντων παραμένει το μεγαλύτερο εμπόδιο στην αριστερή ηγεμονία στη Γερμανία, αλλά αυτή η κατάσταση δεν είναι αιώνια. Ακόμα και οι εργαζόμενοι στις βιομηχανίες που εξακολουθούν να είναι επικερδείς και προσαντολισμένες στις εξαγωγές θα βιώσουν τελικά τα αποτελέσματα της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης.

 

Τρεις άξονες

 

Ωστόσο, δεν μπορούμε να περιμένουμε τις «σωστές αντικειμενικές συνθήκες» για να προκαλέσουμε άλλη μια αριστερή εξέγερση εντός πλαισίου. Δεδομένης της επιτυχίας του AfD στην εργατική τάξη -οργανωμένη, μη συνδικαλισμένη και άνεργη-, η Αριστερά πρέπει να κάνει συγκεκριμένα πρακτικά βήματα για να αναστρέψει αυτή την εξέλιξη και να προχωρήσει στην επίθεση στο άμεσο μέλλον. Δεν γνωρίζουμε ποια συγκεκριμένη μορφή θα λάβουν αυτά τα βήματα, αλλά πιστεύουμε ότι πρέπει να προχωρήσουν σε τρεις άξονες:

Πρώτον, το Die Linke -ως οργανισμός με σημαντικούς υλικούς πόρους που δεν διαθέτει κανένας άλλος αριστερός σχηματισμός στην Ευρώπη- χρειάζεται να διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο. Τα παραδοσιακά κόμματα της εργατικής τάξης της Ευρώπης προέκυψαν ως επί το πλείστον από το εργατικό κίνημα τον 19ο αιώνα. Ίσως το αντίθετο να χρειάζεται να συμβεί σήμερα: το Die Linke να πρέπει να χρησιμοποιήσει την εδραιωμένη παρουσία του για να πολιτικοποιήσει τους αγώνες της εργασίας. Αναλαμβάνοντας μια πιο στρατηγική προσέγγιση στις αναδυόμενες διαφορές στους τομείς των υπηρεσιών, της φροντίδας και των μεταφορών, το Die Linke μπορεί να ξεκινήσει την οικοδόμηση μιας βιώσιμης αριστερής θέσης ενάντια στον κορπορατισμό της κρίσης της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας και στον οικονομικό εθνικισμό.

Δεύτερον, χρειάζεται να ξεπεράσουμε την ιδέα ότι οι κοινωνικοί αγώνες είναι αυτόνομοι, αντίθετα να δώσουμε έμφαση στο κοινό ταξικό περιεχόμενο των αγώνων για την ένταξη των προσφύγων και την οικοδόμηση οικονομικά προσιτών κατοικιών. Ιδανικά, αυτή η διαδικασία πρέπει να συμβαδίζει με τις προσπάθειες για τη δημιουργία γεωγραφικών σημείων σύγκλισης μεταξύ διαφόρων αγώνων, οδηγώντας σε κάτι σαν ένα ενοποιημένο αντικαπιταλιστικό «ηθικό πεδίο».

Ήδη, η ψήφος στο Die Linke μεταξύ πολλών μη πολιτικοποιημένων νέων ήταν δυσανάλογη προς τους χειρισμούς του κόμματος στη βάση. Μπορούμε να υποθέσουμε ότι η ψήφος στην Αριστερά στη Γερμανία σήμερα συνιστά ένα έντονο αίσθημα υπέρ της κοινωνικής δικαιοσύνης, κατά του νεοφιλελευθερισμού και του ρατσισμού. Το Die Linke μπορεί να προσθέσει ουσία σε αυτή την ηθική στάση.

Τρίτον, και πιο σχετικό με το αποτέλεσμα της πρόσφατης εκλογικής μάχης, πρέπει να εγκαταλείψουμε την ιδέα ότι ο αντιρατσιστικός και ο ταξικός αγώνας αποτελούν δύο εντελώς διαφορετικούς τομείς. Ο ρατσισμός διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στη λογική του γερμανικού κεφαλαίου, όπως αποδεικνύουν τα επίσημα συνδικάτα που διοργάνωσαν εκστρατείες για το «standort Deutschland» (=τοποθεσία Γερμανία) και τιμωρούσαν «τεμπέληδες Έλληνες» πριν από μερικά χρόνια ή όπως αποδεικνύει η εξάρτηση της γερμανικής βιομηχανίας από χαμηλά αμειβόμενους, απομονωμένους και διαχωρισμένους εργάτες προερχόμενους από την ευρωπαϊκή περιφέρεια κατά τη μεταπολεμική περίοδο.

Και οι δύο πτέρυγες του Die Linke -οι υποστηρικτές της «κατανόησης των φόβων της εργατικής τάξης απέναντι στη μετανάστευση» και οι «κοσμοπολίτες» υπερασπιστές της κυβερνητικής συμμετοχής- μοιράζονται μια εικόνα της εργατικής τάξης ως λευκή, εθνοτικά γερμανική και αρσενική, εικόνα που βρίσκεται μακριά από την αλήθεια. Μια ευρύτερη αντίληψη της εργατικής τάξης, είναι ένα μικρό βήμα που η Αριστερά χρειάζεται να ακολουθήσει, για να συμβάλει στην πολύ αναγκαία ανάπτυξη μιας ενοποιημένης συνείδησης της εργατικής τάξης. Αυτό θα ήταν ένα μακροπρόθεσμο έργο, αλλά θα αποτελούσε πραγματική πρόοδο για το σοσιαλιστικό κίνημα σε όλο τον κόσμο.

 

* Ο Μ. Μπέργκφελντ είναι τελειόφοιτος του Κουίν Μέρι του Πανεπιστημίου του Λονδίνου και ο Λ. Φίσερ είναι ακτιβιστής που ζει στην Κολονία.

Το άρθρο δημοσιεύτηκε στο jacobinmag.com.