Διευρύνεται το μέτωπο των κινητοποιήσεων στις 5 Δεκεμβρίου

ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗΣ ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΞΙΟΔΟΤΙΚΟΥ

Διευρύνεται το μέτωπο των κινητοποιήσεων στις 5 Δεκεμβρίου

Όσο πλησιάζει η ημέρα της 5ης Δεκεμβρίου που έχει προγραμματιστεί η μεγάλη κινητοποίηση, τόσο περισσότερο επιβεβαιώνονται οι αρχικές προβλέψεις για την καθολική συμμετοχή των συνδικάτων ακόμα και της φιλοκυβερνητικής CFDT– και η μαζική κινητοποίηση των εργαζομένων του δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, των Κίτρινων Γιλέκων, των νέων, των γυναικών.

Η κινητοποίηση αυτή με διαδηλώσεις, απεργίες και στάσεις εργασίας φαίνεται πως δεν θα αφήσει κανένα τομέα της κοινωνικής και οικονομικής ζωής της χώρας ανεπηρέαστο. Θα πρόκειται για μια κινητοποίηση, η οποία σε αντίθεση με τις προηγούμενες πριν ένα χρόνο, έχει την ευρύτερη αποδοχή από το 66% της κοινής γνώμης, σύμφωνα με τη δημοσκόπηση το Ινστιτούτου OdoxaDentsu, που έγινε για την εφημερίδα «Le Figaro» και το site France Info.

Σύμφωνα με αυτή τη δημοσκόπηση, το 67% εκτιμά ότι όλοι όσοι βρεθούν στους δρόμους την 5η Δεκεμβρίου, «θα διαδηλώσουν πρώτα απ΄ όλα κατά της μεταρρύθμισης του συνταξιοδοτικού καθεστώτος συνολικά». Μπροστά σε αυτή την κατάσταση, ο πρόεδρος Εμ. Μακρόν ανέπτυξε

έντονη δραστηριότητα για να περιορίσει ή και ακόμα να διασπάσει τους εργαζόμενους -χωρίς αποτέλεσμα βέβαια- διακηρύσσοντας, σε όλους τους τόνους, ότι πρόκειται για μια κινητοποίηση «συντεχνιακή» για τη διατήρηση των ειδικών συνταξιοδοτικών καθεστώτων.

Ο Μακρόν κατά των συντεχνιών!

Μετά από αυτή την εξέλιξη ο πρωθυπουργός Εντουάρντ Φιλίπ επιχείρησε να αμφισβητήσει τη χρησιμότητα των κινητοποιήσεων, αφού όπως είπε δεν είναι ακόμα γνωστό το περιεχόμενο της μεταρρύθμισης. Η κυβέρνηση έχει αποφύγει να αποσαφηνίσει τις θέσεις της για το συνταξιοδοτικό. Πράγματι, λίγες ημέρες πριν την κινητοποίηση δεν έχει δει το φως της δημοσιότητας κανένα κυβερνητικό σχέδιο. Έτσι υπάρχει μεγάλη σύγχυση για ορισμένα ζητήματα–κλειδιά. Μόνο ένα πράγμα είναι σίγουρο: η απόφαση της κυβέρνησης να προχωρήσει και να υλοποιήσει την «εντολή» που έχει πάρει από τους «ψηφοφόρους», δηλαδή να αλλάξει το υπάρχον καθεστώς. Έτσι μίλησε για την ανάγκη «να πούμε στους Γάλλους ότι θα πρέπει να εργάζονται περισσότερο». Για το ίδιο ζήτημα ο Εμ. Μακρόν είπε ότι «θα πρέπει να εργαζόμαστε περισσότερο, γιατί ζούμε περισσότερα χρόνια». Στο ίδιο μήκος κύματος μίλησαν και άλλα κυβερνητικά στελέχη, όπως ο υπουργός Κοινωνικών Υποθέσεων, λέγοντας «θα πρέπει να πούμε την αλήθεια στους ανθρώπους, ζούμε περισσότερα χρόνια (…) Και θα πρέπει να εργαστούμε περισσότερο (…) γιατί θα υπάρξει λιγότερη προσφορά για εργασία λόγω της υπογεννητικότητας». Στη συζήτηση αυτή πήρε μέρος, ασφαλώς και η εργοδοσία που υποστηρίζει ότι «ανεξάρτητα που εργάζεται κάποιος με ειδικό καθεστώς ή όχι, θα πρέπει να εργάζεται περισσότερο».

Με τις δηλώσεις αυτές του προέδρου Μακρόν, του πρωθυπουργού και κυβερνητικών στελεχών γίνεται σαφές τι σχεδιάζεται –μπορεί να μην έχουν δοθεί στη δημοσιότητα οι λεπτομέρειες– έχει γίνει όμως σαφές το τι περιμένει τους εργαζόμενους με τη λεγόμενη μεταρρύθμιση: Η αύξηση –επιμήκυνση– του χρόνου εργασίας, συνεπώς και η αύξηση του ορίου συνταξιοδότησης, καθώς και των εισφορών. Ταυτόχρονα, θα σημειωθεί μείωση των συντάξεων. Οι εργαζόμενοι, όμως, θα πρέπει παρ΄ όλα αυτά να μην «γκρινιάζουν», να μην «κλαψουρίζουν», όπως είπε ο πρόεδρος του Γαλλικού Κοινοβουλίου.

«Δεν πρόκειται για μεταρρύθμιση, αλλά για αντιμεταρρύθμιση»

Τα συνδικάτα και τα κινήματα έχουν ταχθεί κατά της μεταρρύθμισης, γιατί βάζει οριστική ταφόπλακα στο συνταξιοδοτικό σύστημα της χώρας, που μέχρι σήμερα βασιζόταν στις αρχές της αλληλεγγύης των γενεών. Γιατί κανείς δεν μπορεί να ξέρει πώς και ποιοι θα αποφασίσουν για το ύψος των εισφορών και την εξέλιξη τους. Και τέλος, κανείς δεν είναι σε θέση να γνωρίζει το ύψος των συντάξεων. «Στην πραγματικότητα δεν πρόκειται για μια μεταρρύθμιση και μάλιστα δομική. Αλλά για μια αντιμεταρρύθμιση που έρχεται σε ρήξη με την κοινωνική ιστορία της χώρας μας, τις κοινωνικές κατακτήσεις και τις αρχές μας», τονίζουν τα συνδικάτα.

Εδώ και δυόμισι χρόνια ο πρόεδρος Εμ. Μακρόν ακολουθεί μια ακραία νεοφιλελεύθερη πολιτική. «Ο νεοφιλελευθερισμός υποστηρίζει την ιδέα ότι το κράτος, ως εκφραστής του γενικού συμφέροντος, θα πρέπει παρ΄ όλα αυτά να στέκεται στο πλευρό του κεφαλαίου για τη δημιουργία πλούτου μέσω μιας διευρυμένης εμπορευματοποίησης της κοινωνίας», αναφέρει ο Ρομαρίκ Γκοντίν». Και συνεχίζει «το κράτος θα πρέπει να περιοριστεί σε ότι αφορά την οικονομία στο ρόλο οργάνωσης των αγορών (…) και των μηχανισμών της αγοράς».

Ο νεοφιλελευθερισμός είναι κυρίως ο τρόπος ύπαρξης του σύγχρονου καπιταλισμού στις χώρες του ΟΑΣΑ. Στη Γαλλία τις τελευταίες δεκαετίες ασκήθηκαν νεοφιλελεύθερες πολιτικές και ψηφίστηκαν μέτρα «νεοφιλελεύθερης κατεύθυνσης». Ταυτόχρονα, όμως, διασφαλίστηκαν περισσότερο από τις άλλες χώρες της Ευρώπης τα συμφέροντα των εργαζομένων, περιορίζοντας όσο ήταν δυνατό την πλήρη υποταγή του κρατικού μηχανισμού στο κεφάλαιο. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν πάρθηκαν αντεργατικά μέτρα, αλλά σε κάθε περίπτωση έδωσαν στους εργαζόμενους κάποιες εγγυήσεις. Αυτές οφείλονται στις δυνάμεις της αντιπολίτευσης και τους κοινωνικούς αγώνες που κατόρθωσαν να περιορίσουν και να μπλοκάρουν το σχέδιο ενσωμάτωσης και υιοθέτησης της κυρίαρχης κουλτούρας, όπως συνέβη σε μεγάλη κλίμακα σε άλλες χώρες.

Μια ακραία νεοφιλελεύθερη πολιτική

Με την ανάδειξη του Μακρόν στην προεδρία αμφισβητήθηκε η ίδια η ιδέα του εξισορροπητικού ρόλου του κράτους. Τέθηκε σε εφαρμογή στη Γαλλία ένα ακραίο νεοφιλελεύθερο πρόγραμμα: μειώθηκε άμεσα η φορολόγηση των πιο πλούσιων, συνεχίστηκε πιο συστηματικά το ξήλωμα του ασφαλιστικού συστήματος και έτσι να δημιουργούνται ελλείμματα, τα οποία με τη σειρά τους δικαιολογούν τα νέα αντικοινωνικά μέτρα. Ο περιορισμός των δημόσιων δαπανών υποβαθμίζει τις δημόσιες δομές και υπηρεσίες με πρώτα θύματα τους τομείς της υγείας, της παιδείας κ.λπ. Ταυτόχρονα, άνοιξε ο δρόμος για την επιτάχυνση των ιδιωτικοποιήσεων τους. Η αγορά εργασίας πληρώνει το μεγαλύτερο τίμημα με την αποκέντρωση των συλλογικών συμβάσεων, την κατάργηση των δομών αλληλεγγύης, τη δραστική μείωση του επιδόματος ανεργίας, ρίχνοντας έτσι εκατοντάδες νέους στις πρόσκαιρες εργασίες.

Με τον νόμο για τις επιχειρήσεις «Συνθήκη» (του 2019) απορρυθμίζεται ακόμα περισσότερο η προστασία των εργαζομένων. Εντατικοποιήθηκαν οι διαδικασίες για τις ιδιωτικοποιήσεις, όπως του Αεροδρομίου του Παρισιού, που γίνεται αγώνας για τη διάσωσή του με την οργάνωση δημοψηφίσματος. Έχουν ήδη συγκεντρωθεί πάνω από 960.000 υπογραφές και δεν απομένουν παρά ελάχιστες ακόμα… Με αυτό το νόμο τοποθετούνται οι επιχειρήσεις «στο κέντρο της κοινωνίας».

«Ακυβέρνητη χώρα»

Σε αυτές τις συνθήκες ξαναεμφανίζονται και οξύνονται οι κοινωνικές ανισότητες. Οι ηγετικές ελίτ συγκεντρώνουν εκτός από τις εξουσίες τεράστιο πλούτο στα χέρια τους. Στη Γαλλία, όπως και σε όλο τον κόσμο, εμφανίστηκε το φαινόμενο της «ακυβέρνητης χώρας». Αυτό το φαινόμενο επικαλέστηκε η εφημερίδα «Ζουρνάλ ντε Ντιμάνς» για να εκφράσει την ανησυχία της, γράφοντας ότι ο Εμ. Μακρόν συγκρουόμενος με τα συνδικάτα, μερικές ημέρες πριν την έναρξη της απεργίας ενάντια στη μεταρρύθμιση του συνταξιοδοτικού, θέτει σε κίνδυνο τη συνέχιση της προεδρικής θητείας. Και για να μην αφήσει καμία αμφιβολία, προβάλλει στον τίτλο της τις θέσεις της Μαρί Λεπέν, η οποία παρουσιάζεται σαν τη μόνη εναλλακτική πολιτική δύναμη στον Μακρόν, να εκφράζεται υπέρ των εργαζομένων, χωρίς όμως να μετέχει στις διαδηλώσεις. Ίσως γιατί ο γραμματέας της CGT Φιλίπ Μαρτινέζ είχε τονίσει «πως οι άνθρωποι που είναι ρατσιστές, δεν είναι καλοδεχούμενοι στο κοινωνικό κίνημα».

Πέρα από τις κινήσεις ή όχι της Μ. Λεπέν, κυρίαρχο είναι το γεγονός ότι ένα τεράστιο, μαζικό, κοινωνικό κίνημα κατά της αντιμεταρρύθμισης του συνταξιοδοτικού έχει ξαναζωντανέψει τις ελπίδες και όχι μόνο για τους γάλλους εργαζόμενους.

Μ. Κοβάνης