«Δίκες» της ζωής και της μνήμης

Πέντε βιβλία της πρόσφατης παραγωγής που συνομιλούν αμείλικτα με την επικαιρότητα, με όσα μας συμβαίνουν και όσα μας καίνε, και θα μπορούσαν να αποτελέσουν προτάσεις γιορτινές

Ανδρέας Αποστολίδης
«Μονομαχία στην Ιερά Οδό»,
εκδ. Άγρα, σελ. 189

Οταν θέλαμε παλιότερα να πούμε για μια πόλη ότι έχει πνιγεί στη βία λέγαμε ότι έχει γίνει «Τέξας» ή «Κολομβία», ανάλογα με το είδος της εγκληματικότητας, ακόμα και «Καμπούλ». Το πραγματικό ερώτημα, καθώς διαβάζει κανείς το τελευταίο αστυνομικό μυθιστόρημα του Ανδρέα Αποστολίδη είναι μήπως, «ανεπαισθήτως», που θα έλεγε ο ποιητής, έχουμε ήδη γίνει κάτι τέτοιο – τουλάχιστον η Αθήνα – χωρίς να το πάρουμε καν χαμπάρι. Κάποια από τις πρώτες χρονιές της κρίσης είχαμε λ.χ. 29 βόμβες από αναρχικές και αντιεξουσιαστικές ομάδες που επαγγέλλονται τη βίαιη ανατροπή, είχαμε όμως 300 βόμβες από το οργανωμένο έγκλημα! Και σημειωτέον ότι το κόστος μιας τέτοιας βόμβας, γράφει ο Ανδρέας Αποστολίδης, η παραγγελία της δηλαδή μέχρι και την εκτέλεση της παραγγελίας, είχε κόστος περί τις 15.000 ευρώ τουλάχιστον στην εποχή της κρίσης και περί τις 30.000 πριν από αυτή.
Συχνά οι κατασκευαστές τους έχουν περάσει από κρίσιμα πόστα στο στρατό – π.χ. αρκετοί είναι πρώην ΟΥΚάδες – και τα εργαστήρια κατασκευής είναι σε περιοχές απρόσιτες, με χαώδη πολεοδομία, όπως ο Ασπρόπυργος. Πολλά εγκλήματα, αντίθετα, γίνονται στα νότια προάστια – τέτοια ήταν η εκτέλεση, το 2000, του Σέρβου Βάνια Μπράνκα που στη βίλα του, στα Πηγαδάκια Βούλας, φιλοξενούσε και τον υιό Μιλόσεβιτς. Η εγκληματικότητα, τη δεκαετία του 1990, είχε πολύ να κάνει με το λαθρεμπόριο πετρελαίου – που συνεχίζεται και σήμερα ακάθεκτο – και η πρώην Γιουγκοσλαβία είχε πολλά να κάνει με αυτό, τότε, καθώς ο πόλεμος είχε δημιουργήσει ένοπλα δίκτυα, ενώ τα διάφορα εμπάργκο δημιουργούσαν κίνητρα εύκολου πλουτισμού. Καμιά πενηνταριά μπάρτζες, που εφοδιάζουν με καύσιμα τα πλοία στο Σαρωνικό, κάποια από τα 3.000 βυτιοφόρα που κυκλοφορούν και οι 200 παράνομες δεξαμενές στο λεκανοπέδιο φαίνεται να πρωταγωνιστούν σε αυτό το προσοδοφόρο άθλημα μετατροπής του πετρελαίου για τα πλοία σε πετρέλαιο κίνησης για αυτοκίνητα με αποφυγή της σχετικής υψηλής φορολογίας. Το ξέπλυμα από το λαθρεμπόριο πετρελαίου και τσιγάρων – που επίσης ανθεί –, σε πολλές περιπτώσεις στο παρελθόν, γινόταν μέσω του ΟΠΑΠ και αργότερα του στοιχήματος. Εξού και πολλοί προσπαθούν να διαθέτουν και ποδοσφαιρική ομάδα ώστε και να έχουν κάλυψη και να ξεπλένουν ευκολότερα τα παράνομα κέρδη.
Αλλά και άλλες ιστορίες που διαπλέκουν το οργανωμένο έγκλημα με την οικονομική και την πολιτική εξουσία πρωταγωνιστούν στο βιβλίο, όπως αυτές που ξέρουμε: τραπεζών που χρεοκόπησαν, μιζών στα εξοπλιστικά – π.χ. με το σύστημα Tor m1 –, εξαγορές εφημερίδων κ.ά. Και ταυτόχρονα η ώσμωση ανάμεσα στις δύο αυτές διακριτές κατά τα άλλα ομάδες συμφερόντων, έτσι όπως πραγματοποιήθηκε μέσα στις φυλακές – ο Κορυδαλλός, από ένα σημείο και μετά μετατράπηκε σε έδρα επιχειρήσεων (εταιρειών δηλαδή, όχι αστυνομικών επιχειρήσεων).
Όλα αυτά ο Ανδρέας Αποστολίδης τα αλίευσε με έρευνα από διάσπαρτα δημοσιεύματα του Τύπου φτιάχνοντας ένα πολύ ενδιαφέρον αστυνομικό μυθιστόρημα που ξεκινάει με μια μαφιόζικη εκτέλεση στην Ιερά Οδό. Η δουλειά που έκανε είναι σπουδαία γιατί κατάφερε να ενώσει κομμάτια ενός παζλ που όλοι μας, ως τηλεθεατές ή αναγνώστες εφημερίδων αδυνατούμε να συνθέσουμε – λόγω αποσπασματικότητας και έλλειψης εμβάθυνσης και παρακολούθησης των υποθέσεων από τους δημοσιογράφους στην καθημερινή ειδησεογραφία – και έφτιαξε, με την ένωση αυτή των κομματιών, μια άλλη εικόνα για την πραγματικότητά μας που δεν μπορεί παρά να μας αφήσει άναυδους.

 

Ηλίας Μαγκλίνης
«Είμαι όσα έχω ξεχάσει»,
εκδ. Μεταίχμιο, σελ. 250

Το μυθιστόρημα του Ηλία Μαγκλίνη «Είμαι όσα έχω ξεχάσει» εντάσσεται στη χωρία ελληνικών μυθιστορημάτων των τελευταίων χρόνων που αφηγούνται οικογενειακές ιστορίες και τραύματα: από τα βιβλία του Νίκου Παναγιωτόπουλου («Ολομόναχος»), του Χρήστου Χωμενίδη («Νίκη»), του Αύγουστου Κορτώ («Το βιβλίο της Κατερίνας») μέχρι το φρεσκοτυπωμένο «Τραγούδι του πατέρα» του Θεόδωρου Γρηγοριάδη, τα βιβλία που έρχονται αντιμέτωπα με την οικογενειακή ιστορία είναι πολλά – αυτά είναι μερικά μόνο – και τα καλύτερα από αυτά, καταφέρνουν να αναμετρηθούν ταυτόχρονα και με τη μεγάλη Ιστορία, κάνοντας το προσωπικό βίωμα μια ενδιαφέρουσα για όλους υπόθεση. Σε αυτή την τελευταία κατηγορία εντάσσεται οπωσδήποτε και το βιβλίο του Μαγκλίνη ο οποίος αφηγείται στην πραγματικότητα ιστορίες του Εμφυλίου και τα απόνερά τους στο χρόνο, μέσα από τη μικροϊστορία της οικογένειάς του. Και έχει πράγματι να αφηγηθεί πολλά. Πρωταγωνιστής είναι ο πατέρας, Κώστας, αλλά ως θύμα μιας απουσίας και ενός εγκλήματος. Ο δικός του πατέρας, δηλαδή ο παππούς του Ηλία Μαγκλίνη, Νίκος Μαγκλίνης, εκτελέστηκε εν ψυχρώ από την ΟΠΛΑ, ένα απόγευμα της άνοιξης του 1944 στο κέντρο του Αγρινίου, μάλλον γι’ αυτό που ήταν και όχι για κάτι που είχε κάνει – τουλάχιστον δεν έχει βρεθεί κάποια πιο συγκεκριμένη δικαιολόγηση της αποτρόπαιας πράξης: υπήρξε μέλος του ΕΔΕΣ αλλά είχε αποτραβηχτεί, επίσης είχε οικονομική επιφάνεια. Τον έφεραν στο σπίτι νεκρό, πάνω σε μια πόρτα. Από την άλλη, ένα από τα αδέλφια της γιαγιάς, της συζύγου του Νίκου, με τον οποίο ο τελευταίος είχε συνεταιριστεί και τα πήγαινε καλά, ήταν κομμουνιστής. Ένας συνταξιούχος αστυφύλακας τον κατέδωσε στους Γερμανούς που τον συνέλαβαν και τον εκτέλεσαν.
Μέσα από τις σελίδες του οικογενειακού δράματος ο συγγραφέας (δημοσιογράφος, επίσης, στην εφημερίδα «Καθημερινή») καταφέρνει να αφηγηθεί με γλαφυρότητα και ευθύτητα και όσα γεγονότα και δράματα της χώρας είχαν ζήσει οι συγκεκριμένοι άνθρωποι από κοντά. Περιγράφονται, φερ’ ειπείν, οι θηριωδίες του ελληνικού στρατού στη Μικρασία, όπως τις είχε αφηγηθεί ο Νίκος Μαγκλίνης που είχε πολεμήσει εκεί, περιγράφεται και η δολοφονική δράση στο Αγρίνιο ενός περιβόητου δωσίλογου, του Ταγματάρχη Γιώργου Τολιόπουλου, διοικητή Τάγματος Ευζώνων, που πέρα από όσα φριχτά διέτασσε να γίνονται, χαιρόταν να σκοτώνει και ο ίδιος προσωπικά.
Μαζί περιγράφεται και το κλίμα της εποχής, καθώς το Αγρίνιο, λόγω καπνεργοστασίων (ανάμεσά τους και του Παπαστράτου) και εργατών είχε πολύ αριστερό πληθυσμό, αντίθετα με το Μεσολόγγι που είχε μικρότερα αριστερά ποσοστά.
Το βιβλίο είναι ψύχραιμο και δεν αφορίζει κανέναν. Ως προς το δια ταύτα πάντως της αντιπαλότητας, δεν θα συμφωνήσουν όλοι με την ερμηνεία του συγγραφέα ότι πρόκειται λιγότερο για ταξικές – ή ακόμα και απλώς πολιτικές – διαφορές και περισσότερο για ένα «πατροπαράδοτο ελληνικό μίσος» που οφείλεται στην υπερβολική εγγύτητα: «ο Έλληνας είναι τόσο σφιχταγκαλιασμένος με τον συμπατριώτη του, η κοινότητα έχει τόση άπειρη πυκνότητα που δεν γίνεται, το αποτέλεσμα είναι ο Έλληνας να μισεί τον άλλο Έλληνα, να μην τον αντέχει, δεν μπορεί να τον υποφέρει, ειδικά όταν τα πράγματα πάνε στραβά (…). Κάτω από τις ιδεολογίες, πίσω από τα κηρύγματα και τους όρκους πίστης σε αγώνες εθνικούς, ταξικούς, θρησκευτικούς, το ξέρουμε καλά αυτό πια (…), κρύβεται ένας βόθρος από σκατά». Βέβαια αυτή η διατύπωση βρίσκεται στην καρδιά των σύγχρονων ιδεολογικών συζητήσεων περί Ιστορίας στην Ελλάδα.

 

Ιωάννα Μπουραζοπούλου
«Ο δράκος της Πρέσπας ΙΙ»,
εκδ. Καστανιώτη, σελ. 571

Η Ιωάννα Μπουραζοπούλου ξεκίνησε με το «Μπουντουάρ του Ναδίρ» το 2003 και όταν έβγαλε πια το τρίτο βιβλίο της, το «Τι είδε η γυναίκα του Λωτ;» (2007) είχε πλέον καθιερωθεί, και με διεθνή εύσημα, σε μια κατηγορία όπου η Ελλάδα δεν είχε να παρουσιάσει πολύ μεγάλα επιτεύγματα, στο μυθιστόρημα επιστημονικής φαντασίας. Βέβαια τα βιβλία της Μπουραζοπούλου δεν είναι μόνο επιστημονικής φαντασίας, από κοντά πρέπει πάντα να λέμε ότι περιγράφουν πολιτικές δυστοπίες, καθώς αυτό είναι ένα μόνιμο χαρακτηριστικό των βιβλίων της που τους προσδίδει φιλοσοφικό και κοινωνικό βάθος. Όταν με το πέμπτο της μυθιστόρημα (2014) εγκαινίαζε την τριλογία με γενικό τίτλο «Ο δράκος της Πρέσπας» σίγουρα δεν μπορούσε να φανταστεί ότι οι Πρέσπες θα γίνονταν το επίκεντρο μιας πολύ σημαντικής διεθνούς συμφωνίας ανάμεσα στη Βόρεια Μακεδονία και την Ελλάδα, ούτε ότι οι «Μακεδονομάχοι» θα μπορούσαν να δουν (όσοι από αυτούς διαβάζουν) στον τίτλο ετούτο ένα συμβολισμό του κακού που τους βρήκε. Αν και μόνο στον τίτλο θα μπορούσαν να φαντασιωθούν κάτι τέτοιο, αφού το γενικό κλίμα της τριλογίας κινείται σε εντελώς άλλο μήκος κύματος.
Στο πρώτο βιβλίο λοιπόν της τριλογίας, που είχε τίτλο «Η κοιλάδα της λάσπης», η κάμερα στήνεται στη νότια όχθη της λίμνης, την ελληνική. Εκεί βρέχει συνέχεια και οι ειδικοί που συρρέουν για να μελετήσουν το δράκο που ανακαλύφθηκε ότι ζει στη λίμνη, ζουν μέσα στις λάσπες.
Σε συνέντευξή της στην Εφημερίδα των Συντακτών (στη Μικέλα Χαρτουλάρη), η Μπουραζοπούλου είχε τότε πει – προς αναδρομική απογοήτευση των μελλοντικών, τότε, Μακεδονομάχων:
«Λάσπη είναι ό,τι εμποδίζει τους κατοίκους αυτού του τόπου να βρουν τον βηματισμό τους ή να αναπτύξουν έναν καινούργιο συλλογισμό, μια καινούργια σκέψη. Είναι οι νεκροί ήρωες και η νοσταλγία για το λαμπρό παρελθόν, που λειτουργούν σαν ασήκωτα βαρίδια στον σχεδιασμό του μέλλοντος. Είμαστε μια χώρα που δεν μπορεί να αντιμετωπίσει τα σημερινά χάλια της επειδή επενδύει στο τι ήταν χθες. Όμως το χθες δεν θα ξαναγυρίσει κι εμείς θα πρέπει να σκεφθούμε από την αρχή τις αξίες μας και να βρούμε νέες σταθερές».
Το δεύτερο μέρος της τριλογίας, που μόλις τυπώθηκε και έχει τίτλο «Κεχριμπαρένια έρημος», μετατοπίζει το φακό στην πλευρά της Βόρειας Μακεδονίας. Εκεί, αντίθετα, η λίμνη μετατρέπεται σε αδιάβατη έρημο. Οι ειδικοί περί το δράκο, οι λεγόμενοι δρακολόγοι, λογίζονται ως κατασκηνωτές και όχι ως κάτοικοι, παρόλο που έχουν είκοσι χρόνια εγκατεστημένοι εκεί και συγκροτούν κοινότητα. Ωστόσο το επενδυτικό ενδιαφέρον για την περιοχή – λόγω δράκου – είναι τέτοιο που η «Παγκόσμια Τράπεζα Ανάπτυξης» έχει αφαιρέσει τη λίμνη και τις όχθες της από τη δικαιοδοσία των κρατών που την περιβάλλουν – το έχει πετύχει μέσα από (τι άλλο;) δανειοδοτικές συμφωνίες – και προσπαθεί να μην υπάρξει κανείς που θα εγείρει αξιώσεις χρησικτησίας. Όπως βλέπουμε μπορεί οι Μακεδονομάχοι να μην ικανοποιούνται, αλλά ο εφιάλτης είναι πάντα εδώ. Και όπου εφιάλτης, όπου δράκος, ας διαβάσουμε τις νέες σκληρές πραγματικότητες της διεθνούς πολιτικής και οικονομίας που θα πρέπει κανείς να καταλάβει για να αντιμετωπίσει, «με όραμα, με μυαλό και με καρδιά».

 

Αντώνης Λιάκος
«Ο ελληνικός 20ός αιώνας»,
εκδ. Πόλις, σελ. 740

Τα τελευταία χρόνια οι ιστορικοί στην Ελλάδα κάνουν σημαντικά βήματα, θα μπορούσε κανείς να πει και άλματα, προσεγγίζοντας τρόπους αφήγησης της ιστορίας που συναντάμε σε μεγάλες ιστοριογραφικές σχολές του εξωτερικού, τρόπους που δημιουργούν μεγάλες αφηγήσεις και όχι πια εκτεταμένες μονογραφίες, τρόπους που, εντέλει, είναι πιο φιλόδοξοι αλλά και φέρνουν πιο κοντά της το ευρύ υποψιασμένο κοινό. Σε αυτή τη γραμμή κινείται και το βιβλίο του Αντώνη Λιάκου «Ο ελληνικός 20ός αιώνας», βιβλίο από πολλές απόψεις καινοτόμο και σημαντικό, καθώς επιχειρεί μια συνολική θέαση της ιστορίας της Ελλάδας από τη δεκαετία των πολέμων (1912-1922) μέχρι τις αρχές της δεκαετίας που διανύουμε! Θα γραφτεί αναλυτική παρουσίαση αργότερα στην «Εποχή», ωστόσο ήδη τώρα που το μελάνι του βιβλίου δεν έχει καλά-καλά στεγνώσει μπορεί να ειπωθεί ότι πρόκειται για συναρπαστική αφήγηση που συνδυάζει την επιστημονική εμβρίθεια με τις αρετές γραφής ενός καλού μυθιστορήματος. Ο συγγραφέας δηλώνει εξ αρχής ότι δεν τον ενδιαφέρει μια ελληνική ιστορία περιχαρακωμένη στα σύνορα της χώρας αλλά, αντίθετα, «μια ιστορία που αναζητά τη διεθνή δυναμική των γεγονότων που ξεπερνούν τα σύνορα. Επιτέλους, θα λέγαμε, καθώς η μονότονη, τα παλιότερα χρόνια, παράθεση ιστορικών γεγονότων ασυσχέτιστων με τα όσα συνέβαιναν στον περίγυρο συνέβαλε τα μάλα σε αυτιστικούς τρόπους πρόσληψης των γεγονότων του εκάστοτε παρόντος από μεγάλο τμήμα της ελληνικής κοινωνίας.
Ο συγγραφέας δηλώνει επίσης ότι δοκίμασε μια νοητή απομάκρυνση από την εποχή, έστω και αν έφτασε να μιλάει κυριολεκτικά για το σήμερα, σπάζοντας το ταμπού της μη ενασχόλησης των ιστορικών με τη ζέουσα πραγματικότητα. Έτσι, εντελώς δειγματοληπτικά, λέει λ.χ. για το δημογραφικό πρόβλημα των ημερών μας:
«Η Ελλάδα, μέσα από την οπτική της μακράς διάρκειας (longue duree), είναι μια χώρα που μεταβαίνει σε διάστημα μικρότερο του μισού αιώνα από την αγροτική κοινωνία σε μια αστική κοινωνία, βασισμένη στις υπηρεσίες. Το βιομηχανικό της στάδιο ήταν ένα ρηχό, ασυνεχές και εύθραυστο ιντερμέτζο. Αλλά το πέρασμα αυτό, από μια αγροτική κοινωνία σε μια κοινωνία υπηρεσιών, συνέπεσε και με τη μετάβαση σε ένα διαφορετικό δημογραφικό μοντέλο. Από εκείνο μιας χώρας με νεανικό πληθυσμό και πολυμελείς οικογένειες, στην οποία παρά τους πολέμους και τη μετανάστευση ο πληθυσμός αυξανόταν, σε εκείνο μιας χώρας με μικρές οικογένειες, πτώση της γεννητικότητας και περισσότερους ηλικιωμένους. Από το 1998 οι θάνατοι είναι περισσότεροι από τις γεννήσεις, αλλά οι απώλειες αντισταθμίζονται από τις μεταναστευτικές εισροές. Ωστόσο, το annus mirabilis 2010, δηλαδή το έτος που ξέσπασε η οικονομική κρίση, συμπίπτει με την πρώτη χρονιά απόλυτης μείωσης του πληθυσμού. Η σύμπτωση βοά και γυρεύει εξήγηση».

 

«Βάλ’ τους Χ. Ο Μαύρος Χάρτης της ρατσιστικής βίας»,
εκδ. Τόπος, HumanRights360, Ίδρυμα Ρόζα Λούξεμπουργκ,
επιμέλεια: Ηλέκτρα Αλεξανδροπούλου, Ελένη Τάκου, σελ. 296

Μετά την απογοητευτική, για το δημοκρατικό κόσμο, πρόταση της εισαγγελέως να μη θεωρηθεί ως εγκληματική οργάνωση η Χρυσή Αυγή, ένα βιβλίο εκδόθηκε μόλις και δίνει την απάντηση. Είναι το «Βάλ’ τους Χ. Ο Μαύρος Χάρτης της ρατσιστικής βίας» που κυκλοφόρησε σε συνεργασία με την οργάνωση HumanRights360 και το ελληνικό παράρτημα του Ιδρύματος Ρόζα Λούξεμπουργκ. Ενώ και η εισαγωγή του βιβλίου θεωρεί περίπου δεδομένη την τιμωρία της Χρυσής Αυγής ως εγκληματικής οργάνωσης, τα πράγματα αποδεικνύονται πολυπλοκότερα. Ωστόσο το ίδιο το βιβλίο, που προφανώς γράφτηκε πριν την έκφρασης της εισαγγελικής άποψης, αποτελεί αναλυτική χαρτογράφηση της εγκληματικής δράσης που είναι πολύ εκτενέστερη από ό,τι γενικά νομίζει ο μέσος πολίτης και έχει αποδειχθεί από πλήθος γεγονότων αλλά και από την ίδια τη μεθοδολογία της ότι εκκινεί από κεντρικές αποφάσεις που λαμβάνει ο ηγετικός πυρήνας.
Φυσικά έχουν γραφτεί πολλά για το θέμα από δημοσιογράφους και συγγραφείς όπως ο Δημήτρης Ψαρράς και ο Κωστής Παπαϊωάννου, υπάρχει ευτυχώς και η αναλυτική καταγραφή της δίκης από το Golden Dawn Watch – αφού, δυστυχώς, ελάχιστα ΜΜΕ την καλύπτουν – ωστόσο το εξαιρετικό αυτό βιβλίο, που είναι δίγλωσσο – γραμμένο στα ελληνικά και στα αγγλικά – μιλάει για όλα τα γνωστά περιστατικά ρατσιστικής βίας, τα περιγράφει εν συντομία, τα τοποθετεί χωροχρονικά και μας δίνει μια όσο πληρέστερη εικόνα μπορούμε να έχουμε. Και λέμε όσο πληρέστερη γιατί τα περιστατικά που δεν καταγγέλθηκαν είναι οπωσδήποτε πολλαπλάσια, ενώ και οι δολοφονίες ενδέχεται να είναι περισσότερες από τις γνωστές.
Πάντως έστω κι έτσι ξέρουμε ότι δεν έχουμε ένα νεκρό αλλά τρεις. Της δολοφονίας Φύσσα είχε προηγηθεί η δολοφονία του Σαχζάτ Λουκμάν από δύο μέλη της Χρυσής Αυγής τον Ιανουάριο του 2013. Τον δε αποτρόπαιο Μάιο του 2011, στο πογκρόμ που ακολούθησε τη δολοφονία Καντάρη, ο απολογισμός ήταν 100 τραυματίες από τους οποίους οι 20 άγρια μαχαιρωμένοι, αλλά κι ένας νεκρός, ο Μπαγκλαντεσιανός Αλίμ Αμπντούλ Μάναν.
Το συγκλονιστικό αυτό βιβλίο ξεκίνησε ως κάτι άλλο: αφού εντόπισαν και τεκμηρίωσαν τα πιο σοβαρά από τα πολυάριθμα περιστατικά ρατσιστικής βίας, ο οργανισμός HumanRights360 και το Ίδρυμα Ρόζα Λούξεμπουργκ ανέθεσαν σε Έλληνες παραγωγούς οπτικής εικόνας να τα αποτυπώσουν. Στη συνέχεια τοποθέτησαν την κάθε εικόνα και περιγραφή πάνω στο χάρτη της Ελλάδας και τον ανέβασαν στον ιστότοπο valtousx.gr. Κάθε τοπωνύμιο και ένας τόπος αιματηρής επίθεσης. Τέλος, ζητήθηκε από Έλληνες και ξένους εικαστικούς καλλιτέχνες να σκιτσάρουν τους βασικούς κατηγορούμενους της δίκης. Το υλικό αυτό μετατράπηκε σε βιβλίο με κείμενα και σκίτσα που καταγράφουν το χάρτη της ρατσιστικής βίας των τελευταίων ετών στην Ελλάδα. Όποιος το διαβάσει θα τρίβει τα μάτια του…
Όσο για τα έσοδα, θα διατεθούν στην πολιτική αγωγή της δίκης που δίνει, αμισθί, έναν υπεράνθρωπο αγώνα.

Μανώλης Πιμπλής