Δίκη Τοπαλούδη: Μα γιατί αντιδρούν;

Της Ειρήνης Αγαθοπούλου

Αν η δίκη της Χρυσής Αυγής, που ξεκίνησε το 2015 και οδεύει προς το τέλος της ύστερα από αναβολές κάθε είδους, κωλύματα και χρονοτριβές, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα πολιτικά γεγονότα των τελευταίων χρόνων μαζί με τις συγκλονιστικές αγορεύσεις των συνηγόρων Πολιτικής Αγωγής, η αγόρευση της εισαγγελέα Αριστοτελείας Δόγκα, στην υπόθεση δολοφονίας της Ελένης Τοπαλούδη, θα μείνει εξίσου στην ιστορία, ως μια αγόρευση συνταρακτική, με πάθος, φεμινιστική, με ταξικές αναφορές, μα πάνω από όλα και κυρίως γι’ αυτό, ανθρώπινη. Εν αναμονή λοιπόν της απόφασης του δικαστηρίου της στυγνής γυναικοκτονίας της Ε. Τοπαλούδη, ο δημόσιος διάλογος που διαμείβεται ιδιαίτερα τις τελευταίες δύο ημέρες, εξ αφορμής της αγόρευσης της εισαγγελέα Α. Δόγκα, παρουσιάζει έντονο ενδιαφέρον για τις πλείστες αντιδράσεις που δημιούργησε.
Τι ενόχλησε περισσότερο; Το περιεχόμενο ή η συναισθηματική εκφορά της αγόρευσης; Είδαμε μάλιστα να καταθέτει «προσωπική άποψη» μέσω facebook και ο υπουργός παρά τω πρωθυπουργό, κ. Σκέρτσος, αλλά και ο πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, κ. Βερβεσός, ο οποίος ζήτησε την πειθαρχική δίωξη της εισαγγελέα. Κοινό συμπέρασμα και των δύο, αλλά και άλλων πολλών: Ακατάλληλη για την διενέργεια της δίκης, ακατάλληλη στην εκτέλεση των καθηκόντων της ως προς την απονομή της Δικαιοσύνης.
Δεν θα μείνω στην ουσία των παραπάνω καταγγελιών, έχουν ήδη γραφτεί πολλά. Θα επιμείνω στο αποτέλεσμα, που θα μπορούσαν να έχουν, αποπομπή της εισαγγελέως και αναβολή της δίκης. Αναβολή της δίκης θα σήμαινε αυτόματα αποφυλάκιση των κατηγορούμενων. Ποιός/ά να ήθελε κάτι τέτοιο;

Τεράστια η σπουδαιότητα

Η αγόρευση της κ. Δόγκα σίγουρα δεν ήταν μια συνηθισμένη αγόρευση. Δεν ήταν μια αγόρευση που ακολούθησε τα «καθωσπρέπει» – ναι, αυτά τα πατριαρχικά – πρότυπα. Έχουμε να κάνουμε με την εκφορά ενός εισαγγελικού λόγου που περιείχε και συναίσθημα και υποκειμενική άποψη. Εξάλλου η ίδια το ανέφερε από την πρώτη στιγμή της αγόρευσής της: «Υπάρχει μια άποψη ότι ο εισαγγελικός λειτουργός είναι αποκομμένος από την κοινωνία. Ο εισαγγελέας δεν έχει μόνο τα χαρτιά μπροστά του ή μόνο τη διαδικασία, οφείλει να ακούει και να καταλαβαίνει τί ακριβώς γίνεται.[…]Είναι αδύνατον να μην ταυτιστείς – όσο και να μην επιτρέπεται – έστω και ασυνείδητα με το τί πέρασε το θύμα. Είναι ανθρωπίνως αδύνατο». Εξάλλου ο εισαγγελέας δεν είναι δικαστής. Δεν λαμβάνει μέρος στην απόφαση. Οφείλει να έχει και προσωπική άποψη και να παίρνει θέση.
Η σπουδαιότητα των όσων ειπώθηκαν στη συγκεκριμένη αγόρευση για τις φεμινιστικές διεκδικήσεις, είναι τεράστια. Όχι γιατί δεν τα έχουμε ξανακούσει. Αλλά γιατί ειπώθηκαν από έναν συντηρητικό – κατά τα άλλα – θεσμό. Αναφερόμενη στην αδερφή του ενός δράστη, είπε η εισαγγελέας: «Μου έκανε εντύπωση που η αδελφή του β κατηγορούμενου είπε πως αφού είχε πάει ο αδελφός της με την Ελένη, γιατί να τη βιάσει; Ακούστε απόψεις! Είναι και εκπαιδευτικός. Δεν ξέρει ότι και σχέση να έχεις, και γάμο, η γυναίκα μπορεί να αρνηθεί;» Αναγνωρίζει αβίαστα ότι η μη συναίνεση των υποκειμένων σε μια σεξουαλική πράξη, είναι βιασμός. Και η Ελένη είπε όχι και το όχι σημαίνει όχι. Αναγνωρίζει και εκφράζει, κάνοντάς τες ορατές, τις πτυχές και διαστάσεις της έμφυλης βίας που υφίστανται οι γυναίκες. Τί κατακριτέο έπραξε η εισαγγελέας επ’ αυτού; Ότι εξέφρασε αυτές τις απόψεις εν θερμώ και με έντονη φόρτιση κι όχι απαθώς και ανέκφραστα; Ότι μια εισαγγελέας υποκείμενο, γυναίκα, ταυτίστηκε με τις θηλυκότητες που έχουν υποστεί τη σεξιστική και βίαιη εξουσία επί των σωμάτων τους στο πρόσωπο της Ελένης Τοπαλούδη;

Τομή στα δικαστικά χρονικά

Μια γυναίκα – ναι, και οι εισαγγελείς έχουν φύλο – τόλμησε να αναδείξει τις όψεις και διαστάσεις της ιεραρχικά έμφυλης και ταξικά οργανωμένης κοινωνίας με ένα έντονα φορτισμένο τρόπο, μέσα σε μια αίθουσα δικαστηρίου. Ο έμφυλος λόγος της εισαγγελέα, έστω και με τις ατέλειές του, αποτελεί τομή στα δικαστικά χρονικά, αποτελεί ένα πρώτο βήμα για να υπάρξει συνέχεια και από άλλους/ες συναδέλφους της. Γιατί μεταξύ μιας δικαιοσύνης τυφλής, ουδέτερης κι απάνθρωπης εμείς επιλέγουμε μια δικαιοσύνη ανθρώπινη. Αυτή που η κ. Δόγκα επεδίωξε. Της το χρωστάμε και της το αναγνωρίζουμε. Γιατί βαρεθήκαμε να ακούμε σε δίκες βιασμών να κατηγορούνται οι ίδιες οι γυναίκες γιατί «τα ήθελαν και τα έπαθαν».
Η καταδίκη των βιαστών και δολοφόνων της Ελένης, την ώρα που γράφονταν αυτές οι γραμμές, αποτελεί δικαίωση για κείνη και για όλες τις γυναίκες που ήρθαν αντιμέτωπες με τη στυγνή σεξιστική βία. Θα αποτελεί επίσης μια σημαντική νίκη για το φεμινιστικό κίνημα που από την πρώτη στιγμή έδωσε το παρόν του στην αίθουσα των δικαστηρίων. Αποτελεί παράλληλα εφαλτήριο για όλες και όλους εμάς, για τους αγώνες ενάντια σε κάθε μορφής σεξισμού, βίας, ελέγχου των σωμάτων μας, ενάντια σε κάθε μορφής καταπίεση. Η αρχική συγκίνηση στο άκουσμα της απόφασης, ας δώσει γρήγορα τη θέση της στο πείσμα και την αποφασιστικότητα για να μην υπάρξει καμιά άλλη «Ελένη».

* Η Ειρ. Αγαθοπούλου είναι βουλεύτρια ΣΥΡΙΖΑ Κιλκίς, Α’ Αντιπρόεδρος Ειδικής Μόνιμης Επιτροπής της Βουλής Ισότητας, Νεολαίας και Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.