Δημόσιες επενδύσεις – Ιδιωτικές προτεραιότητες …

Εντός των προσεχών ημερών η χώρα συμπληρώνει αισίως (!) έξι μήνες διακυβέρνησής της από την Ν.Δ. Αναμένεται καταιγισμός υπεραισιοδοξίας για το μέλλον του τόπου εκ μέρους των συστημικών μέσων, ανάλογος με τους διθυράμβους που αυτά είχαν επιφυλάξει τον Σεπτέμβριο, κατά την επιστροφή του από το ταξίδι του στις ΗΠΑ τον Σεπτέμβριο, στον κ. Μητσοτάκη και την βεβαιότητά του ότι «αφύπνισε το, εν υπνώσει λόγω ΣΥΡΙΖΑ, ενδιαφέρον της επενδυτικής κοινότητας της φίλης και συμμάχου χώρας» — όπως επί λέξει, και με σοβαρές επιφυλάξεις μας ως προς τη σχέση της είδησης με την πραγματικότητα, είχαμε γράφει επ’ ευκαιρία (ΕΠΟΧΗ, 9/9/2019).

Είχαμε επισημάνει τότε –και δεν ήμασταν οι μόνοι, ούτε οι πρώτοι– ότι η αβεβαιότητα στην παγκόσμια οικονομία δεν επιτρέπει υπέρμετρη αισιοδοξία για προσέλκυση ξένων επενδύσεων μακράς πνοής, ιδιωτικών επενδύσεων ικανών να συμβάλουν στην ανασύνταξη καταπονημένων οικονομιών όπως η ελληνική, εντασσόμενες παραγωγικά σε ένα σύγχρονο, βιώσιμο μοντέλο ανάπτυξης.

Τις ίδιες πάνω-κάτω μέρες, σε συνέντευξή της στο Γαλλικό Πρακτορείο, η κ. Λαγκάρντ, επικεφαλής ακόμη τότε του ΔΝΤ, προειδοποιούσε για «εύθραυστη» παγκόσμια ανάπτυξη εξαιτίας του σινο-αμερικανικού εμπορικού πολέμου, της αβεβαιότητας για το μέλλον της Ε.Ε. μετά το Brexit, των νέων τεχνολογιών που απειλούν να στείλουν την ανεργία στα ύψη και την κοινωνική συνοχή στα τάρταρα, με ό,τι αυτό μπορεί να συνεπάγεται για την ευστάθεια του όλου συστήματος.

Δεν είναι μόνη η κ. Λαγκάρντ. Οι εμπορικές εντάσεις θα επιβραδύνουν περαιτέρω την οικονομική δραστηριότητα παγκοσμίως, συμφωνούν ΟΟΣΑ και ΔΝΤ .

Και, επί πλέον, είναι επίμονη. Τόσο επίμονη που και οι πιο επιφυλακτικοί για την ειλικρίνεια των μηνυμάτων που εκπέμπονται από τα θεσμικά κέντρα του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού, όπως το ΔΝΤ, ο ΟΟΣΑ και η ΕΚΤ, άκουσαν με αυξημένο ενδιαφέρον το μήνυμα που εξέπεμψε προ ημερών από το βήμα τραπεζικού συνεδρίου στη Φρανκφούρτη, μια φράση ταμπού στο λεξικό του νεοφιλελευθερισμού: «Δημόσιες επενδύσεις».

Από τη θέση της προέδρου της ΕΚΤ αυτή τη φορά, η κ. Λαγκάρντ κάλεσε τις κυβερνήσεις των κρατών-μελών της Ευρωζώνης να ενισχύσουν την εσωτερική ζήτηση, «δείχνοντας» τις δημόσιες επενδύσεις ως τον βασικό μοχλό για την στοιχειώδη αποκατάσταση της ισορροπίας που κλονίστηκε από τις πολιτικές λιτότητας. Στην ουσία, η κ. Λαγκάρντ πρόβαλε την ενίσχυση του διαθέσιμου προς κατανάλωση εισοδήματος ως βασική και αναπόφευκτη προϋπόθεση της μακροπρόθεσμης ανάπτυξης που χρειάζεται επειγόντως η Ευρώπη για να αντιμετωπίσει τις προκλήσεις από τον ανταγωνισμό των ΗΠΑ και της Κίνας κατά κύριο λόγο.

Η προτροπή για τόνωση της εγχώριας ζήτησης –για ενίσχυση ενός ευρέως φάσματος χαμηλών και μεσαίων εισοδημάτων, σε τελική, αν και ανομολόγητη, ανάλυση– έχει ως κύριο αποδέκτη το Βερολίνο, δεδομένου ότι η γερμανική οικονομία, στηριζόμενη κατ’ εξοχήν στις εξαγωγές, κινδυνεύει εξ αυτού να είναι το πρώτο θύμα του εμπορικού πολέμου, συμπαρασύροντας τους υπόλοιπους και ματαιώνοντας το ευρωπαϊκό εγχείρημα. Μολαταύτα, η απεύθυνση είναι γενικότερη, δεν εξαιρεί κανένα από τα μέλη της ζώνης του ευρώ. Σύμφωνα με την επικεφαλής της ΕΚΤ, «η απάντηση στον απότομο τερματισμό μιας δεκαετίας ανάπτυξης βασισμένης στις εξαγωγές βρίσκεται στο να μετατραπεί η δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία του κόσμου [σ.σ. δηλ. η Ευρώπη συνολικά] σε μια οικονομία ανοικτή στον κόσμο, αλλά με αυτοπεποίθηση, μια οικονομία που αξιοποιεί πλήρως τη δυναμική της Ευρώπης [σ.σ. ως αδιαίρετου συνόλου …] προκειμένου να οδηγήσει σε υψηλότερα ποσοστά εγχώριας ζήτησης και μακροπρόθεσμης ανάπτυξης».

Το άτυπο συμπέρασμα που συνάγεται από το μήνυμα Λαγκάρντ/ΕΚΤ είναι ότι η Ε.Ε., ειδικότερα η Ευρωζώνη, δεν θα άντεχε την παραμικρή νέα απώλεια, μετά την προεξοφλούμενη έξοδο της Βρετανίας από αυτήν – ούτε καν την απώλεια μιας χώρας του μεγέθους της Ελλάδας, όπως καλά γνωρίζουν όσοι έχουν κάτι καταλάβει από το παρασκήνιο της κρίσης και του δημοψηφίσματος του φθινοπώρου του 2015. Αυτό είναι κάτι που αποτελεί σοβαρό διαπραγματευτικό πλεονέκτημα υπέρ της χώρας μας –όταν και αν ποτέ η προτροπή της κ. Λαγκάρντ υιοθετηθεί ως κεντρική επιλογή της Ε.Ε.— αν μια ελληνική κυβέρνηση αποφάσιζε να διεκδικήσει σθεναρά το δικαίωμα να ασκεί ανεμπόδιστη πολιτική δημοσίων επενδύσεων, χωρίς μεταμνημονιακούς καταναγκασμούς.

Θα μπορούσε η κυβέρνηση της Ν.Δ. να είναι η κυβέρνηση που θα διεκδικούσε σθεναρά αυτό το δικαίωμα; Η απάντηση είναι κατηγορηματικά όχι. Η αναπτυξιακή πολιτική της ακολουθεί πιστά τις μνημονιακές συνταγές, προσανατολισμένη αποκλειστικά στην προσέλκυση ξένων ιδιωτικών επενδύσεων. Αυτό για δύο, κυρίως, λόγους, εκ των οποίων ο δεύτερος είναι ο πιο σημαντικός. Πρώτον, διότι οι κοινωνικές/οικονομικές δυνάμεις από τις οποίες αυτή μεν αντλεί πολιτική/εκλογική επικύρωση εκείνες δε της εμπιστεύονται το βόλεμά τους, δεν είναι διατεθειμένες να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις μιας αυτοδύναμης ανάπτυξης μέσω μιας κοινωνικά δίκαιης και αναπτυξιακά σωστής φορολογικής πολιτικής. Δεύτερον, διότι η κυβέρνηση αυτή εναποθέτει την πολιτική μακροημέρευσή της στην οικονομική μακροημέρευση των ιδιωτικών επενδυτικών συμφερόντων που ευεργετούνται από το συγκεκριμένο αναπτυξιακό μοντέλο.

Θα μπορούσε το παραπάνω σχήμα αλληλεξάρτησης να αναιρεθεί αν ποτέ η Ευρώπη, ως σύνολο, υιοθετήσει την υπόδειξη της κ. Λαγκάρντ; Διόλου βέβαιο. Οπωσδήποτε όχι πριν γίνουν –αν γίνουν ποτέ– ευρέως γνωστά τα ιδιωτικά συμφέροντα που ευνοήθηκαν από την κρίση του αναπτυξιακού μοντέλου της ιδιωτικής πρωτοβουλίας. Όχι πριν το 99% του πληθυσμού συνειδητοποιήσει ότι το υπόλοιπο 1%, που πριν από την κρίση κατείχε το 48% του εθνικού πλούτου, σήμερα –μετά από χρόνια κρίσης, λιτότητας, φτωχοποίησης, ανεργίας, κατάρρευσης της μικρής και μεσαίας επιχειρηματικότητας, των συντάξεων, των μισθών, των μικροκαταθέσεων, των οφειλετών του δημοσίου και των τραπεζών– βρίσκεται να έχει το 56% του πλούτου της χώρας και 0% διάθεση να συνεισφέρει στην «ενίσχυση τη εγχώριας ζήτησης ως προϋπόθεση της μακροπρόθεσμης ανάπτυξης που χρειάζεται επειγόντως η Ευρώπη» και η χώρα.

Κωστής Γιούργος