Δρόμοι από το γκρίζο στο μαύρο

Μάλκολμ Μακέι, “Πώς ένας εκτελεστής λέει αντίο” (μτφ. Άλκηστις Τριμπέρη, εκδ. Πόλις, 2016)
Αντόνιο Μαντσίνι, “Το πλευρό του Αδάμ” (μτφ. Φωτεινή Ζερβού, εκδ. Πατάκη, 2016)
Ζορζ Σιμενόν, “Μπέττυ” (μτφ. Αργυρώ Μακάρωφ, εκδ. Άγρα, 2016)
Άρνε Νταλ, “Όνειρο καλοκαιρινής νύχτας” (μτφ. Γρηγόρης Κονδύλης, εκδ. Μεταίχμιο, 2016)

 

Η συζήτηση για το πόσο λογοτεχνία είναι η αστυνομική λογοτεχνία ή για το αν «τα αστυνομικά» είναι βιβλία για το καλοκαίρι και την παραλία (σε αντίθεση με κάποια «πραγματική» λογοτεχνία, που είναι για τον χειμώνα και το τζάκι του αναγνωστηρίου…) είναι παλιά και λογικά δεν πρόκειται να τελειώσει ποτέ. Γνώμες είναι αυτές…
Σε κάθε περίπτωση, όμως, αυτός ο μύθος περί «βιβλίων για το καλοκαίρι» καθορίζει πολλές φορές και τη συνήθεια των εκδοτικών οίκων να εκδίδουν άφθονα αστυνομικά μυθιστορήματα πριν από την εποχή των καλοκαιρινών διακοπών. Ανάμεσα σε αυτά, όπως πάντα, υπάρχουν και αρκετά δείγματα πολύ καλής λογοτεχνίας.

Το μυθιστόρημα Πώς ένας εκτελεστής λέει αντίο, του Μάλκολμ Μακέι (Ο αναγκαίος θάνατος του Λιούις Γουίντερ), είναι η ιστορία μιας αποτυχίας και συνάμα η αφήγηση του οδυνηρού δρόμου προς την αυλαία μιας «καριέρας» και μιας ζωής. Ο Μακέι, με το γνωστό λιτό, κοφτό του ύφος, κάνει μια βουτιά στο «εργαστήρι του υποκόσμου», σε όλα τα σκαλοπάτια της κλίμακας, από τους «αόρατους» οδηγούς μέχρι τα αδίστακτα αφεντικά. Η έμφαση του συγγραφέα, βέβαια, είναι πάντα στους χαρακτήρες και τις ψυχολογικές διαδρομές τους, δημιουργώντας στο βιβλίο αυτό την ιδιαίτερη φιγούρα του Φρανκ ΜακΛίοντ, του «καλύτερου εκτελεστή στην πόλη» που στα μάτια των γύρω του μετατρέπεται ξαφνικά σε γέρικο άλογο, μέχρι να πιστέψει και ο ίδιος πως δεν έχει πια καμία διέξοδο, πλην του αποχαιρετισμού. Μια φιγούρα που μετατρέπεται σε αρχετυπική μορφή ενός ολόκληρου κόσμου, στον οποίο ζουν και πεθαίνουν άνθρωποι (απλοί επαγγελματίες…) που κινούνται σε ένα σύμπαν παράλληλο με την υπόλοιπη κοινωνία, σε μια σκληρή πορεία όπου «η νούμερο ένα προτεραιότητα είναι να παραμείνεις ζωντανός», όπου «κανείς δεν έχει δεύτερη ευκαιρία», μια πορεία μέσα στη διαρκή αμφιβολία, με τη μοναξιά να αποτελεί κρίσιμη προϋπόθεση για την επιβίωση αλλά και με την ανάγκη για λίγη «φυσιολογική ζωή» να ταλανίζει, άνθρωποι που στα πτώματα των συναδέλφων τους, τους οποίους αναλαμβάνουν να σκοτώσουν, «κοιτάζουν το μέλλον τους».
Ο Μακέι αποτυπώνει αυτή τη δραματική πορεία με τον πιο αποδραματοποιημένο και κλινικό τρόπο, ενώ κάπου στο βάθος αχνοφαίνεται η Γλασκόβη, στη χειρότερη εκδοχή της: «μια μεταβαλλόμενη πόλη» που «παραπαίει καθώς περνά από ένα βιομηχανικό παρελθόν σε ένα λαμπρό μέλλον με ένα και μόνο αδέξιο άλμα», γεμάτη από πολυκατοικίες που σαπίζουν και ερημώνονται περιμένοντας να τις γκρεμίσει ο δήμος.

Πολύ καλογραμμένο, με χιούμορ

Ο πρωταγωνιστής στο Πλευρό του Αδάμ, του Ιταλού συγγραφέα Αντόνιο Μαντσίνι, είναι ο υποδιοικητής Ρόκκο Σκιαβόνε, που έχει μετατεθεί από την αγαπημένη του Ρώμη στην Αόστα, επειδή, αντιμέτωπος με την περίπτωση ενός γιου υπουργού που ουδέποτε επρόκειτο να τιμωρηθεί, επέλεξε την αυτοδικία. Ο Σκιαβόνε δεν αντέχει την Αόστα, υποφέρει κάθε μέρα και κάθε στιγμή, και γίνεται διαρκώς και πιο δύσθυμος και δύσκαμπτος, πιο αντικοινωνικός και εριστικός. Είναι ένας αστυνομικός που μόνο εξιδανικευμένα δεν παρουσιάζεται, που κάνει και τις απατεωνιές του εν υπηρεσία, καπνίζει και τις φούντες του, και μένει πάντα σταθερά απείθαρχος: αυτό το μάλλον κλασικό μοντέλο «έκκεντρου» αστυνομικού ακολουθεί ο συγγραφέας, φτιάχνοντας έναν ενδιαφέροντα πρωταγωνιστικό χαρακτήρα, ανάμεσα στους υπόλοιπους (κάποιους εξίσου ενδιαφέροντες) χαρακτήρες του βιβλίου.
Ένα βιβλίο πολύ καλογραμμένο, με χιούμορ σε βαθμό παρωδίας μερικές φορές, που αφηγείται δύο παράλληλες ιστορίες (μια καλοστημένη και καλοσκηνοθετημένη υπόθεση στην Αόστα, και μια δεύτερη στη Ρώμη, μια ιστορία αυτοδικίας) και κλείνει αφήνοντας πίσω του μια επίγευση πίκρας και θλίψης.

Γοητευτικό μέσα στη λιτότητά του

Στην Μπέττυ, του Ζορζ Σιμενόν, δεν πρωταγωνιστεί ο γνωστός μας Μαιγκρέ. Για την ακρίβεια, δεν πρόκειται καν για κλασικό «αστυνομικό», αλλά για άλλο ένα από τα (εκατό και πλέον) «σκληρά μυθιστορήματα» του Βέλγου συγγραφέα, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονται κυρίως και τα κορυφαία του.
Η Μπέττυ, μια μεγαλοαστή, μια «κυρία» με «ένα νοικοκυριό, δύο παιδιά, έναν σύζυγο, έναν γαμπρό, μια συννυφάδα και μια πεθερά που κάθε δύο μήνες περίπου ερχόταν να περάσει λίγες μέρες στο Παρίσι», μπλέκει σε μια προσωπική περιπέτεια που την οδηγεί μεθυσμένη στην «Τρύπα», ένα μπαρ ή εστιατόριο για το οποίο «πρέπει να περάσει κανείς πολύ περισσότερα από μερικές τυχαίες αναποδιές για να την αντιληφθεί». Εκεί την περιμαζεύει η Λωρ, και ανάμεσα στις δύο γυναίκες αρχίζει μια παράξενη σχέση σε μια επισφαλή ισορροπία, που θα συρθεί αργά και επώδυνα προς την τραγική κατάληξη. Η Μπέττυ αρνείται την εύκολη λύση που της προσφέρει ο πρώην σύζυγος και η ψυχολογική ανατροπή της, όσο σκληρή κι αν φαίνεται, σώζει την ίδια μεν («Ζούσε! Τα είχε καταφέρει! Είχε βρει μια διέξοδο!»), αλλά οι συνέπειες είναι βαριές.
Και παντού, όπως σε όλα τα «σκληρά μυθιστορήματα» του Σιμενόν, άνθρωποι γυμνοί και μόνοι, συχνά στα όρια της απόγνωσης, αποτυπώνονται μέσα από κείμενα εξίσου γυμνά και αστόλιστα, γοητευτικά μέσα στη λιτότητά τους.
Το βιβλίο μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο το 1992 από τον Κλοντ Σαμπρόλ, με πρωταγωνίστριες τις Μαρί Τρεντινιάν και Στεφάν Οντράν.

Άμεσα ή έμμεσα, θέματα αιχμής

Στο Όνειρο καλοκαιρινής νύχτας, ο Άρνε Νταλ παίζει με τον Σαίξπηρ, ο Πουκ του οποίου (αυτό «το ασύλληπτο, απρόβλεπτο, άγριο πνεύμα στο Όνειρο καλοκαιρινής νύχτας του Σαίξπηρ») φαίνεται πως αποτελεί το κοινό σημείο αναφοράς σε κάποιες φαινομενικά ασύνδετες εγκληματικές υποθέσεις, τις οποίες συνδέει μια νοσηρή ιδεολογική θεώρηση και ανάγνωση μιας κοινωνίας σε κρίση όπου «η ηθική είναι νεκρή» καθώς «έχουμε πλέον έναν κόσμο χωρίς όρια. Ο καθένας μπορεί να κάνει οτιδήποτε. Η συνείδηση ήταν κάτι που ο άνθρωπος είχε κατά τη διάρκεια μιας σύντομης ιστορικής περιόδου. Ήταν μια ιστορική παρένθεση».
Στα βιβλία του Νταλ κυκλοφορούν πραγματικοί άνθρωποι, με ανάγκες και προβλήματα, κυκλοφορούν εργαζόμενοι και άνεργοι, κυκλοφορούν μετανάστες. Ως συνήθως, ο –πολύ καλός, ακόμα και όταν δεν είναι σε κορυφαία στιγμή του– συγγραφέας πραγματεύεται άμεσα ή έμμεσα διάφορα θέματα αιχμής, από τις άδικες και στημένες από την αστυνομία καταδίκες μέχρι εικόνες της κρίσης που ταλανίζει τη Σουηδία και όχι μόνο, ενώ ορισμένα ζητήματα που απασχολούν συχνά τον Νταλ εμφανίζονται και εδώ – παράδειγμα ο ρατσισμός και η ομοφοβία στη σουηδική αστυνομία: «δυστυχώς οι μετανάστες δεν γίνονται ποτέ καλοί αστυνομικοί. Έχουν κάποιο πρόβλημα στο μυαλό», λέει στο ρατσιστικό του ξέσπασμα ένας αστυνομικός.
Και, όπως πάντα, υπάρχουν και ιστορίες που κλείνουν χωρίς κάθαρση στο τέλος, καθώς «τίποτα δεν τελειώνει. Ποτέ».

Κώστας Αθανασίου