Δύο αναμετρήσεις σε μία μόνο κάλπη

 

Οι ευρωεκλογές του Μαΐου, σ΄ αυτό συμφωνούν οι περισσότεροι, ίσως είναι οι πιο κρίσιμες από όσες έχουν πραγματοποιηθεί μέχρι σήμερα. Όχι μόνο γιατί γίνονται σε μια κρίσιμη στιγμή για την πορεία και την κατεύθυνση της ΕΕ, αλλά κυρίως γιατί από το αποτέλεσμα θα κριθεί σε σημαντικό βαθμό η έκβαση της μάχης για την ανακοπή της τάσης ενίσχυσης των ακροδεξιών και εθνικιστικών δυνάμεων στην ευρωβουλή.
Οι ευρωεκλογές αυτές, όμως, αποκτούν ιδιαίτερη σημασία και για λόγους εσωτερικούς. Καθώς θα προηγούνται, σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις, μερικούς μήνες των εθνικών εκλογών, έχουν αποκτήσει ήδη ξεχωριστή βαρύτητα. Φαίνεται ότι τόσο η αξιωματική αντιπολίτευση όσο και η κυβερνητική πλειοψηφία επιφυλάσσουν γι΄ αυτές ιδιαίτερο ρόλο και στην εσωτερική πολιτική σκηνή, πιο ενισχυμένο από εκείνον που πάντοτε είχαν λίγο-πολύ.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Σκίτσο του Χρήστου Πικριδά

Κάτι παραπάνω από ευρωεκλογές

Η ΝΔ θέλει να τις αντιμετωπίσει πάνω-κάτω σαν μια προκαταβολή των εθνικών εκλογών, για να μην πούμε σαν οιονεί εκπλήρωση της σφοδρής και διαψευσμένης επιθυμίας της για πρόωρες εκλογές. Με την ελπίδα ότι θα έχει ένα αποτέλεσμα, το οποίο θα της επέτρεπε να κάνει τουλάχιστον δύσκολη την υπόλοιπη ζωή της κυβέρνησης, ή ακόμα και να την αναγκάσει να επιταχύνει την έλευση των εθνικών εκλογών. Αυτό φαίνεται πολύ καθαρά από τις τοποθετήσεις και τη στοχοθεσία τής ηγεσίας της, ιδιαίτερα το τελευταίο διάστημα, καθώς δίνει σ΄ αυτή την άλλοτε σχετικά αδιάφορη αναμέτρηση δημοψηφισματικό χαρακτήρα.
Η κυβερνητική πλειοψηφία, από την άλλη, ιδίως με τις τελευταίες τοποθετήσεις του πρωθυπουργού στην κοινοβουλευτική ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ και στη συζήτηση για την αναθεώρηση του συντάγματος, φαίνεται ότι αντιλαμβάνεται την πρόκληση και μιλάει πια με υψηλότερους τόνους για μια αντιπαράθεση δύο αντιλήψεων, δύο δρόμων. Όχι μόνο για το μέλλον των λαών της Ευρώπης, αλλά και για τα ειδικότερα ζητήματα της ελληνικής κοινωνίας και οικονομίας. Με την επιδίωξη να αναδειχθούν τα πολλαπλά διακυβεύματα αυτών των ευρωεκλογών και μ΄ αυτό τον τρόπο οι ψηφοφόροι να πάνε στις κάλπες του Μαΐου έχοντας στο νου και τις κάλπες του Οκτωβρίου. Στόχος, ένα αποτέλεσμα που δεν θα την εμποδίσει να αξιοποιήσει τον πολύτιμο χρόνο ως το φθινόπωρο, για να ενισχύσει τη θέση της και τη σχέση της με ευρύτερα στρώματα του πληθυσμού.
Επιδιώκουν, λοιπόν, και οι δύο βασικοί αντίπαλοι ένα ικανοποιητικό αποτέλεσμα ήδη από τις εκλογές του Μαΐου. Τι θα πει για τον καθένα ικανοποιητικό αποτέλεσμα, δεν θα το ακούσουμε ποτέ, ούτε αφού γίνουν γνωστά τα αποτελέσματα των ευρωεκλογών. Είναι, όμως, σαφές για κάθε σχετικά αντικειμενικό παρατηρητή, ότι και για τους δύο ικανοποιητικό θα είναι το αποτέλεσμα εκείνο, που δεν θα επιτρέπει σε κανέναν από αυτούς να εκτιμά ότι προδικάζει το αποτέλεσμα των εθνικών εκλογών. Το ελάχιστο που θέλουν και οι δύο, είναι να μένει ανοιχτό το διακύβευμα.

Ισχυρή δόση εσωτερικής πολιτικής

Ένας τέτοιος στόχος είναι προφανές ότι δεν μπορεί να επιδιωχθεί, αν οι πολιτικές που θα αναμετρηθούν στις ευρωεκλογές δεν έχουν ισχυρή δόση από πολιτική αντιπαράθεση για εσωτερικά ζητήματα. Ήδη η ΝΔ δείχνει τη διάθεση ως τον Μάιο να μην αφήνει τίποτε να πέσει κάτω, επιβεβαιώνοντας την τάση να βγάζει και από τη μύγα ξίγκι μεγεθύνοντας το παραμικρό. Στην ανάγκη, κατασκευάζοντάς το, όταν δεν μπορεί να το βρει. Η τακτική της είναι τακτική τής ολοκληρωτικής αντιπολίτευσης. Δεν αποκλείεται, μάλιστα, το μερίδιο των ευρωπαϊκών ζητημάτων σ΄ αυτή την αντιπαράθεση να το μειώνει, καθώς τα προτάγματα της ευρωπαϊκής πολιτικής οικογένειάς της, του ΕΛΚ, είναι μάλλον αντιπαθητικά για την πλειονότητα των ψηφοφόρων, ενώ και οι δικές της νεοφιλελεύθερες και επί δεξιά διαρκώς κλίνουσες θέσεις της δεν είναι καθόλου ελκυστικές.
Η κυβερνητική πλειοψηφία, αντίθετα, ξεκινάει με ένα θετικό δεδομένο σ΄ αυτή την ιδιόμορφα διπλή αντιπαράθεση. Στο βαθμό που προωθεί στο εσωτερικό με επιτυχία τον ευρωπαϊκό, ας πούμε, στόχο της, τη συμπαράταξη αριστερών και προοδευτικών δυνάμεων, διευκολύνει την προώθηση συσπειρώσεων και στο πεδίο της εσωτερικής αντιπαράθεσης, γιατί οι αναδιατάξεις που σημειώνονται σ΄ αυτό το πεδίο βαδίζουν σε σημαντικό βαθμό παράλληλα, πάντως όχι σε αντίθετη κατεύθυνση.
Δεν μπορεί, βέβαια, να απαντήσει με τα ίδια μέσα στην τακτική τής ολοκληρωτικής αντιπολίτευσης, γιατί θα ήταν σοβαρότατο λάθος. Το ευνοϊκό πεδίο γι΄ αυτήν είναι άλλο. Και σ΄ εκείνο ακριβώς οφείλει να υποχρεώσει τη ΝΔ να οδηγηθεί, παρότι εκείνη ξέρει πως δεν τη συμφέρει.

Το ευνοϊκό πεδίο

Η ΝΔ, έχοντας αποτύχει με την τακτική της καταστροφολογίας και διστάζοντας να αναπτύξει το σύνολο της νεοφιλελεύθερης πολιτικής της (γιατί κάθε φορά που το κάνει τρομάζει κόσμο, όσο κι αν συνοδεύει τις αντιλαϊκές «μεταρρυθμίσεις» της με το τυράκι τής υπόσχεσης περί μείωσης της φορολογίας), οδηγείται αναγκαστικά στην τακτική τής ολοκληρωτικής αντιπολίτευσης. Εκεί, είναι αναπόφευκτο να επικρατεί το στοιχείο του εντυπωσιασμού, των επικοινωνιακών χειρισμών και της έλλειψης διάθεσης για σοβαρή συζήτηση. Γιατί, όταν η συζήτηση σοβαρεύει, είναι όλοι υποχρεωμένοι να συνοδεύσουν την πολιτική τους πρόταση με επιχειρήματα, αντί για κραυγές, με αντικειμενικά στοιχεία, αντί για ισχυρισμούς.
Η κυβερνητική πλειοψηφία θα πρέπει να έχει διδαχτεί από το παράδειγμα της συνταγματικής αναθεώρησης. Δεν θυμούνται όλοι σήμερα ότι η ΝΔ αρχικά είχε δηλώσει ότι δεν πρόκειται να πάρει μέρος στη διαδικασία αυτή. Μόνο στην τελική φάση αναγκάστηκε από την επιμονή της κυβερνητικής πλειοψηφίας να οδηγήσει σε πέρας την αναθεωρητική διαδικασία, παρά τα προβλήματα και τις ελλείψεις.
Το ίδιο μπορεί να παρατηρήσει κάποιος και για τα ζητήματα της οικονομίας. Παρότι η βελτίωση σημαντικών οικονομικών μεγεθών δεν έχει αλλάξει τη ζωή της μεγάλης πλειονότητας, η αντιπαράθεση των δύο αντιλήψεων και των αντίπαλων ισχυρισμών κυβέρνησης και αξιωματικής αντιπολίτευσης ελάχιστες φορές έχει αποβεί σε βάρος της πρώτης. Ας αφήσουμε το ότι σχεδόν όλες οι προβλέψεις της ΝΔ για οικονομική αποτυχία έχουν πέσει έξω.
Σε ανάλογα συμπεράσματα μπορεί να οδηγηθεί κάποιος αποτιμώντας τις αντιπαραθέσεις σε ζητήματα κοινωνικής πολιτικής, υγείας, παιδείας, δικαιωμάτων κ.λπ. Δηλαδή, σε όλους τους τομείς όπου έχει παραχθεί έργο με συγκεκριμένο προσανατολισμό και ορατό αποτέλεσμα. Αυτό είναι το ευνοϊκό πεδίο για την κυβερνητική πλειοψηφία. Αν υποχρεωθεί σ΄ αυτό το πεδίο να αντιπαρατεθεί η ΝΔ, το αποτέλεσμα θα είναι πολύ καλύτερο απ΄ ό,τι μπορεί να προφητέψει κάποιος σήμερα.

Ένα πρόγραμμα – πλεονέκτημα

Αυτά όλα ακούγονται αυτονόητα για τις εθνικές εκλογές. Το θέμα είναι ότι, λόγω της ιδιαιτερότητας της στιγμής, είναι σε σημαντικό βαθμό απαραίτητα και ενόψει των ευρωεκλογών. Δεν γίνεται, βέβαια, να μεταμορφωθούν τεχνητά σε εθνικές εκλογές, ούτε είναι αυτό το ζητούμενο. Φαίνεται, όμως, ότι αυτό που είναι εκ των ων ουκ άνευ για οποιεσδήποτε εθνικές εκλογές, δηλαδή ένα πρόγραμμα σαφές και δεσμευτικό για την τετραετία που διεκδικείς, είναι απαραίτητο να προεικονίζεται σε γενικές γραμμές και σ΄ αυτές τις ιδιαίτερες ευρωεκλογές. Θα είναι χρήσιμο από άποψη προεκλογικής τακτικής, αλλά θα συμβάλει και στην πιο έγκαιρη και πιο επεξεργασμένη ανάπτυξή του στις εθνικές εκλογές, που δεν είναι και τόσο μακριά πια.
Ένα τέτοιο εφόδιο δεν ενισχύει μόνο τον σταθερό προσανατολισμό μιας αριστερής πολιτικής δύναμης, καθώς δεσμεύει την ίδια μπροστά στους ψηφοφόρους, αλλά συνδέει και τους ψηφοφόρους με την προοπτική της. Επιπλέον, μεταφέρει τη δημόσια συζήτηση στο πεδίο της πραγματικής και εφαρμοσμένης πολιτικής αφαιρώντας έδαφος από την επικράτεια των επικοινωνιακών τεχνασμάτων. Και, τέλος, αναγκάζει την αντιπολίτευση να αναζητήσει τις δικές της απαντήσεις σε υπαρκτά ζητήματα στο έδαφος των συγκεκριμένων αναγκών και όχι στο έδαφος που η ίδια έχει καλλιεργήσει με υλικό τα νεοφιλελεύθερα ιδεολογήματα της. Εκεί δεν μπορεί να κατασκευάσει μύθους, το κριτήριο της πραγματικότητας τους διαλύει. Ο προγραμματικός λόγος έχει αυτό το πλεονέκτημα: συγκρίνεται (και κρίνεται) με τους ομοίους του και δεν αντισταθμίζεται -αντιμετωπίζεται παρά μόνο με ανάλογης πειστικότητας προγραμματικό λόγο.

Χ. Γεωργούλας