Editorial: Στη ΔΕΘ χωρίς μεγάλα λόγια

proti03092017

 

Παρά την επικοινωνιακή επιχείρηση μιντιακών κέντρων να παρουσιαστούν οι τοποθετήσεις του πρωθυπουργού και των πολιτικών ηγετών στη διάρκεια των εγκαινίων της ΔΕΘ σαν αποκορύφωμα της πολιτικής σύγκρουσης, με έντονα προεκλογικό χαρακτήρα, πολλά σημάδια δείχνουν ότι ο φετινός Σεπτέμβριος στη Θεσσαλονίκη θα έχει χαρακτηριστικά σημαντικά διαφορετικά από τα συνηθισμένα.

Από την πλευρά της κυβέρνησης, ήδη από το δεύτερο δεκαπενθήμερο του Αυγούστου, διαμορφώνεται η αίσθηση ότι η προετοιμασία για τη ΔΕΘ παίρνει το χαρακτήρα του συνδυασμού ενός απολογισμού του κυβερνητικού έργου, προφανώς με θετικό πρόσημο αλλά χωρίς τυμπανοκρουσίες, και μιας στοχοθεσίας προσαρμοσμένης στις πραγματικές συνθήκες και στις ανάγκες της οικονομίας και της κοινωνίας. Με το βάρος να δίνεται στο διαφορετικό χαρακτήρα της επιδιωκόμενης ανάπτυξης και ανασυγκρότησης του παραγωγικού προτύπου και του κοινωνικού κράτους, υπό τον τίτλο της «δίκαιης ανάπτυξης» και μεσοπρόθεσμο στόχο την έξοδο από τα μνημόνια και την επιτροπεία με την εκπνοή του 2018.

Αυτό τουλάχιστον προκύπτει από την επίσπευση του νομοθετικού έργου (πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας, εργασιακά, αυτοδιοίκηση, μεταρρυθμίσεις στην εκπαίδευση, οικοδόμηση κοινωνικού κράτους σε νέες βάσεις κτλ.), καθώς και από τις πρόσφατες συναντήσεις του πρωθυπουργού με παράγοντες της οικονομικής δραστηριότητας.

Στο κλίμα αυτό φαίνεται να προσαρμόζεται αναγκαστικά και η αξιωματική αντιπολίτευση, μετά από μια φάση αναζήτησης νέας στρατηγικής, καθώς είδε την πολιτική τής προσδοκίας να μην κλείσει η δεύτερη αξιολόγηση, να πέφτει στο κενό. Στις πρόσφατες τοποθετήσεις της ηγεσίας της το βάρος πέφτει στην προσπάθεια εμφάνισης ενός εναλλακτικού προγράμματος, που δεν ανταποκρίνεται πάντα στο φιλόδοξο τίτλο τού «προγράμματος των πρώτων 100 ημερών». Ούτε από την άποψη της πρωτοτυπίας ούτε από την άποψη του βαθμού εξειδίκευσης.

Οι σχετικές δηλώσεις του προέδρου της ΝΔ έως τώρα περιορίζονται στις γνωστές γενικότητες, που μυρίζουν έντονα νεοφιλελεύθερη ιδεοληψία. Επιπλέον, έχουν το μειονέκτημα ότι η όποια εξειδίκευσή τους θα αποκαλύπτει ακόμη περισσότερο την εμμονή στην επιθετικότητα εναντίον κάθε τομέα που σχετίζεται με την κοινωνική πολιτική και τα κοινά και δημόσια αγαθά.

Από την άποψη αυτή, το χαμήλωμα των τόνων μπορεί και να ευνοεί την κυβέρνηση, που επιχειρεί να παρουσιάσει με πειστικό τρόπο ένα θετικό απολογισμό, ενταγμένο σε μια προσπάθεια αντιμετώπισης των πιο αιχμηρών συνεπειών της υπαγωγής στο τρίτο μνημόνιο. Γιατί, σε ένα τέτοιο περιβάλλον, θα έχει να αντιμετωπίσει μια αντιπολίτευση που ως κύριο αντικυβερνητικό επιχείρημα προβάλλει την αδυναμία της κυβέρνησης να αναλάβει την ιδιοκτησία του μνημονίου, όπως πρόσφατα τόνισε πάλι ο κ. Μητσοτάκης, και συνεπώς να φέρει σε πέρας το σχεδιασμό της εφαρμογής του, όπως παρατήρησε προχθές ο τομεάρχης οικονομικών της ΝΔ, κ. Σταϊκούρας. Πράγματα, δηλαδή, ελάχιστα πειστικά και πολύ λιγότερο ελκτικά για τις λαϊκές τάξεις, που έχουν πολύ πικρή σχετική εμπειρία.