«Είμαι παιδί μεταναστών…»

Ο Ερικ Καντονά ξετυλίγει το νήμα της ζωής του μέσα από τους μετανάστες γονείς του!

«Προέρχομαι από μια οικογένεια μεταναστών, επαναστατών, στρατιωτών και εργατών». Δεν είχαμε πολλά όταν ήμουν παιδί, αλλά για μένα, η αλήθεια της ζωής είναι ότι βρίσκαμε την έκσταση στις μικρές στιγμές. Μπορεί ένα μικρό πικ-νικ με την οικογένειά μας. Τρία ζευγάρια κάλτσες γυρισμένα σε μορφή μπάλας και δεμένα με ένα κορδόνι. Παίζαμε ποδόσφαιρο κάτω από τον ήλιο και μετά ξαπλώναμε στο χορτάρι. Εντυπωσιαζόμασταν με τα πάντα και με το τίποτα. Όταν αποσύρθηκα από το ποδόσφαιρο στα 30 μου, ξέρετε τι έκανα; Έκανα κάτι πολύ σημαντικό για μένα. Πήγα να ζήσω στην πόλη που έπρεπε να εγκαταλείψουν οι παππούδες μου το 1939. Πήγα να ζήσω στη Βαρκελώνη». Τα παραπάνω λόγια ανήκουν στον Ερικ Καντονά. Τον γάλλο ποδοσφαιριστή που έπαιξε ποδόσφαιρο όπως ακριβώς ζει. Αντισυμβατικά.

Αντισυμβατική ζωή

Ο Καντονά σε γράμμα που δημοσιεύτηκε στο «The Players’ Tribune» μίλησε για την ιστορία της οικογένεια του. «Πρέπει να πάμε πίσω στο 1939, κατά τη διάρκεια του Ισπανικού Εμφύλιου. Ο παππούς (από την πλευρά της μητέρας μου) ήταν από τη Βαρκελώνη και πολέμησε κατά του δικτάτορα Φράνκο μέχρι τέλους. Στο τέλος του πολέμου, ήταν καταζητούμενος και είχε μόνο λίγα λεπτά για να αποδράσει πριν καταλάβει την πόλη ο στρατός των φασιστών. Έπρεπε να περάσει τα Πυρηναία όρη με τα πόδια για να φτάσει στη Γαλλία και δεν είχε χρόνο για κανονικούς αποχαιρετισμούς. Αυτό ήταν το τέλος. Ζωή ή θάνατος. Έτσι, λίγο πριν φύγει, πήγε και βρήκε το κορίτσι του, και τη ρώτησε: «Είσαι έτοιμη να με ακολουθήσεις;» Ήταν 28 ετών. Εκείνη, 18. Έπρεπε να αφήσει πίσω την οικογένεια, τους φίλους της, τα πάντα. Αλλά του είπε: «Ναι, φυσικά!». Αυτή ήταν η γιαγιά μου.
Έζησαν στα στρατόπεδα προσφύγων στη γαλλική ακτογραμμή. Εκεί υπήρχαν πάνω από 100.000 ισπανοί πρόσφυγες. Μπορείτε να φανταστείτε τι θα τους συνέβαινε αν δεν τους δέχονταν οι Γάλλοι; Αλλά όχι, έδειξαν συμπόνια. Η ανθρωπότητα πρέπει να δείχνει πάντα συμπόνια σε αυτούς που υποφέρουν. Οι παππούδες μου δεν είχαν τίποτα όταν έφτασαν. Έπρεπε να αρχίσουν τις ζωές τους από την αρχή. Αλλά μετά από λίγο καιρό, δόθηκε η ευκαιρία στους πρόσφυγες να δουλέψουν στην κατασκευή ενός φράγματος στο Saint-Etienne-Cantales.
Αυτή είναι η ζωή του πρόσφυγα. Πας εκεί που πρέπει και κάνεις αυτό που πρέπει. Και έτσι πήγαν. Και έφτιαξαν τη ζωή τους. Η μητέρα μου γεννήθηκε εκεί μετά από λίγα χρόνια και τελικά η οικογένεια μετακόμισε στη Μασσαλία. Αυτή η ιστορία τρέχει στο αίμα μου. Με διαμόρφωσε σαν άνθρωπο. Αλλά υπήρχε στο μυαλό μου μόνο σαν όνειρο. Δεν υπήρχαν φωτογραφίες αυτής της μάχης, μόνο ιστορίες. Δεν υπήρχε κάτι που μπορούσες να αγγίξεις, να δεις, από εκείνη την εποχή. Αλλά το 2007, η διάσημη «Μεξικάνικη Βαλίτσα» του φωτογράφου Robert Capa βρέθηκε σε ένα σπίτι στο Μέξικο Σίτι. Μέσα στα παλιά κουτιά, υπήρχαν 4.500 αρνητικά από τον Ισπανικό Εμφύλιο, τα οποία αγνοούνταν για πάνω από 60 χρόνια. Κανείς δεν ξέρει πώς βρέθηκαν στο Μεξικό. Ήμουν πολύ περίεργος, κι έτσι όταν έγινε μια έκθεση αυτών των φωτογραφιών στη Νέα Υόρκη, πήγα με τη γυναίκα μου. Οι περισσότερες φωτογραφίες ήταν απλά μικροσκοπικά αρνητικά. Χιλιάδες από αυτά. Έπρεπε να τα δεις κάτω από μεγεθυντικό φακό. Αλλά μερικές φωτογραφίες στη μέση της έκθεσης ήταν τεράστιες. Σχεδόν τρία μέτρα. Οι άνθρωποι στις φωτογραφίες ήταν στο πραγματικό τους μέγεθος, ήταν λες και θα τους έπιανες αν άπλωνες το χέρι σου. Και τότε είδα τον παππού μου.

Η άλλη μισή οικογένεια…

Όμως, αυτή είναι η μισή ιστορία μας. Υπάρχει άλλη μια φωτογραφία που καθορίζει τη ζωή μου. Οι παππούδες του πατέρα μου ήταν επίσης πρόσφυγες. Ήρθαν στη Γαλλία από τη Σαρδηνία για να γλιτώσουν από τη φτώχεια το 1911. Τρία χρόνια μετά, ο προπάππους μου κλήθηκε να υπηρετήσει στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο και εισέπνευσε τόσα αέρια που πέρασε τα τελευταία χρόνια της ζωής του καπνίζοντας ευκάλυπτο για να μπορέσει να αναπνεύσει καλύτερα. Ο γιος του, ο παππούς μου, πολέμησε με τους Γάλλους στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και όταν επέστρεψε από τον πόλεμο, δούλεψε ως οικοδόμος. Αποταμίευσε αρκετά λεφτά ώστε να αγοράσει ένα κομμάτι γης στο λόφο της Μασσαλίας όταν ο πατέρας μου ήταν έφηβος. Το οικόπεδο είχε μια μικρή σπηλιά. Έπρεπε να ζήσουν κάπου όσο ο παππούς μου έχτιζε το σπίτι, άρα τι έκαναν; Απλό. Ζούσαν μέσα στη σπηλιά για δύο χρόνια. Το μόνο που είχαν για να ζεστάνουν τη σπηλιά ήταν ένας φούρνος.
Μοιάζει με αυτές τις ιστορίες που λένε οι οικογένειες «για τα παλιά χρόνια», αλλά υπάρχει μια φωτογραφία από το χειμώνα του 1956 με τους παππούδες και τον πατέρα μου στη σπηλιά, σκεπασμένους με κουβέρτες για να ζεσταθούν. Ο παππούς μου έχτισε το σπίτι σιγά – σιγά και στο τέλος έχτισε κι ένα σπίτι για τους γονείς μου. Αυτό είναι το σπίτι στο οποίο μεγάλωσα. Αυτό κληρονόμησα. Αυτό είναι το αίμα μου. Μια από τις πρώτες μου αναμνήσεις είναι να κουβαλάω δέκα σακιά με άμμο μέχρι το σπίτι πάνω στον λόφο, που φτιαχνόταν ακόμα. Μόνο μετά από αυτό, με άφηναν να παίξω ποδόσφαιρο…
Αυτή είναι η οικογένειά μου. Αυτή είναι η ιστορία μου. Έχω ζήσει σε όλο τον κόσμο… Όταν με ρωτούν γιατί έπαιξα ποδόσφαιρο με αυτόν τον τρόπο, αυτή είναι η απάντηση. Το ποδόσφαιρο δίνει νόημα στη ζωή, ναι, αλλά και η ζωή δίνει νόημα στο ποδόσφαιρο. Σχεδόν ποτέ δεν λέω αυτές τις προσωπικές ιστορίες, ειδικά αυτή για το νονό του πατέρα μου. Είναι πολύ δύσκολο. Όταν μιλάω γι’ αυτό, είναι λες και μου μιλάνε οι άγγελοι».

Μάκης Διόγος