Είναι πράγματι σε έξαρση η βία στις φυλακές;

Τα μέτρα του υπουργείου, οι νομοθετικές πρωτοβουλίες και η παγίδα της Ασφάλειας

«Σοκαρισμένη» εμφανίζεται από τον κυρίαρχο Τύπο η ελληνική κοινωνία, για την έξαρση βίας στις φυλακές, το τελευταίο διάστημα. Αρωγός για τη δημιουργία αυτής της εντύπωσης, η δημοσίευση ορισμένων περιστατικών τον προηγούμενο μήνα [δολοφονία στον Κορυδαλλό του κρατούμενου Αρμπέρ Μπάκο από συγκελίτες του, ξυλοδαρμός υπόδικου για βιασμό στον Αυλώνα, νεκρός Κρατούμενος στον Κορυδαλλό από χρήση ναρκωτικών ουσιών, συμπλοκή στον Αυλώνα μεταξύ Πακιστανών και Αφγανών με δεκάδες τραυματίες]. Τα γεγονότα αυτά δεν είναι πρωτοφανή, άλλωστε «η φυλακή είναι συνυφασμένη με τη βία», όπως υποστήριξε και ο γενικός γραμματέας Αντεγκληματικής Πολιτικής του υπουργείου Δικαιοσύνης Ευτύχης Φυτράκης [«Πρώτη Είδηση», ΕΡΤ, 23/1]. Μάλιστα, η βία δεν είναι μόνο ταυτοτικό στοιχείο της φυλακής, αλλά εγγενές χαρακτηριστικό, που δεν μπορεί να εξαλειφθεί, όσο συντηρείται ο θεσμός.

Τα μέτρα του υπουργείου

Με αφορμή αυτά τα περιστατικά, όπως και άλλα μικρότερης έντασης που δεν έχουν δει το φως της δημοσιότητας, σε σύσκεψη του υπουργού Δικαιοσύνης, Μιχάλη Καλογήρου, με τους 34 διευθυντές των φυλακών της χώρας, ανακοινώθηκαν «ενέργειες που βρίσκονται σε εξέλιξη προκειμένου οι φυλακές να ενισχυθούν με έμψυχο δυναμικό και επιπλέον συστήματα ασφαλείας», ενώ ο υπουργός ζήτησε «την επίταση της προσοχής τους κατά την άσκηση των καθηκόντων του προσωπικού».
Όπως ενημερωθήκαμε από αξιωματούχους του υπουργείου Δικαιοσύνης, τέτοιου είδους συσκέψεις επαναλαμβάνονται ανά εξάμηνο, προκειμένου να ενδυναμωθεί η επικοινωνία μεταξύ διευθυντών σωφρονιστικών καταστημάτων και του υπουργείου. Στο πλαίσιο αυτών έχουν αποφασιστεί μέτρα για ενίσχυση των τακτικών και έκτακτων ελέγχων, για εντοπισμό παράνομων αντικειμένων (π.χ. αυτοσχέδια όπλα, κινητά τηλέφωνα), ενώ εντοπίζονται οι ελλείψεις που υπάρχουν, ώστε να βελτιώνονται οι υποδομές και επομένως οι συνθήκες κράτησης. Είναι, μάλιστα, η πρώτη φορά που αυξάνεται ο προϋπολογισμός για το σωφρονιστικό σύστημα, ο οποίος είχε ισοπεδωθεί κατά τα χρόνια των μνημονίων, ενώ πλέον προβλέπεται ξεχωριστός προϋπολογισμός για τη γενική γραμματεία Αντεγκληματικής Πολιτικής. Ακόμα, φέτος θα γίνουν οι πρώτες προσλήψεις προσωπικού, ύστερα από μια δεκαετία σχεδόν, με το άνοιγμα 500 θέσεων φυλακτικού προσωπικού μέσω ΑΣΕΠ την ερχόμενη άνοιξη και την κάλυψη 380 κενών οργανικών θέσεων. Η ενίσχυση αυτή, όμως, δεν θα φανεί ιδιαίτερα, αφού τους επόμενους μήνες θα επιστρέψουν στις θέσεις τους οι δημοτικοί αστυνομικοί που είχαν τοποθετηθεί στις φυλακές ως εξωτερική φρουρά, όταν επανασυστήθηκε η Δημοτική Αστυνομία το 2015, την οποία είχε καταργήσει εν μία νυκτί η κυβέρνηση ΝΔ-ΠΑΣΟΚ το 2013.

Μετά τη βελτίωση των συνθηκών, τι;

Είναι εμφανείς οι προσπάθειες βελτίωσης των συνθηκών κράτησης, γεγονός που αναγνώρισε το Συμβούλιο της Ευρώπης, κατατάσσοντας την Ελλάδα στην πρώτη θέση ως προς τα μέτρα βελτίωσης, ενώ μειώνονται οι καταδίκες από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο. Και αυτή την προσπάθεια οφείλουμε να την αναγνωρίσουμε τα τελευταία τέσσερα χρόνια. Το ερώτημα όμως είναι ποια είναι η αφετηρία. Το επιχείρημα της βελτίωσης των συνθηκών, μπορεί να μετατραπεί σε ένα εργαλείο αδρανοποίησης ως προς το ποια μέτρα είναι αναγκαία για να αντιμετωπιστούν οι συνέπειες του εγκλεισμού στους κρατούμενους, το προσωπικό και ευρύτερα την κοινωνία. Όπως τονίζει ο Δημήτρης Κόρος, δικηγόρος και διδάκτορας Σωφρονιστικής Πολιτικής, «Οι φυλακές στην Ελλάδα, παρά τις βελτιωτικές προσπάθειες και τη μείωση στον υπερπληθυσμό πάσχουν ακόμη από έλλειψη κτηριακών και υλικοτεχνικών μέσων. Η CPT έχει πει ότι το πρόβλημα του υπερσυνωστισμού των κρατουμένων δεν λύνεται με το χτίσιμο νέων φυλακών αλλά με γενναία πολιτική λιγότερης φυλακής.» Και δυστυχώς, το χτίσιμο νέων φυλακών φαίνεται να είναι μια από τις πολιτικές και της παρούσας κυβέρνησης, αφού όπως ενημέρωσε ο γ.γ. Αντεγκληματικής Πολιτικής κ. Φυτράκης σε λίγο καιρό θα εγκαινιαστεί η νέα φυλακή Δράμας, 600 θέσεων, όπου και θα προσληφθούν 258 άτομα, προσθέτοντας πως «υπάρχει σχέδιο απομάκρυνσης του Κορυδαλλού». Όπως διευκρίνισε το σχέδιο αυτό δεν κινείται στην κατεύθυνση των προηγούμενων χρόνων «να κρυφτούν οι φυλακές σε βουνά και χαράδρες», μια λογική που έχει αποτύχει και «δεν είναι δική μας επιλογή», υποστηρίζοντας ότι «ο εξανθρωπισμός των φυλακών είναι η καλύτερη αντεγκληματική πολιτική».

Μειωμένες νομοθετικές πρωτοβουλίες

Τέσσερις είναι οι πυλώνες της Αντεγκληματικής Πολιτικής που ακολουθεί το υπουργείο «Διαφάνεια, Εξανθρωπισμός, Ασφάλεια, Επανένταξη» και στη λογική του δεύτερου πυλώνα κινήθηκε και ο αποσυμφορητικός «νόμος Παρασκευόπουλου», ο οποίος τέσσερα χρόνια μετά έχει εξαντλήσει τα όριά του, χωρίς όμως να παίρνονται μέτρα για αυτό. Κύριος στόχος του ήταν η αντιμετώπιση του υπερπληθυσμού, ο οποίος όπως σημειώνει ο Δ. Κόρος «προκαλεί σοβαρές παραβιάσεις των δικαιωμάτων των κρατουμένων, εξού και οι αλλεπάλληλες καταδικαστικές αποφάσεις από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου για παραβίαση του άρ. 3 της ΕΣΔΑ (περί απαγόρευσης των βασανιστηρίων και κάθε άλλης απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας). Επίσης, διαταράσσει την προσωπικότητα του κρατούμενου και μειώνει το αίσθημα αυτοεκτίμησης και ασφάλειας, καταργώντας το ζωτικό χώρο.»
Επόμενο βήμα αναμενόταν να είναι η ψήφιση νέου Σωφρονιστικού Κώδικα, Κώδικα Ποινικής Δικονομίας και Ποινικού Κώδικα. Τέσσερα χρόνια μετά κανένα από τα τρία κείμενα δεν έχει κατατεθεί στη βουλή. Όπως ενημερωνόμαστε από πηγές του υπουργείου Δικαιοσύνης, ο Κώδικας Ποινικής Δικονομίας και ο Ποινικός Κώδικας θα τεθούν προς διαβούλευση στα τέλη του Φεβρουαρίου. Ωστόσο, ο Σωφρονιστικός Κώδικας είναι πια εκτός ατζέντας. Παρότι είναι έτοιμος από την αρμόδια νομοπαρασκευαστική επιτροπή εδώ και δύο χρόνια και είναι αυτός που μπορεί να αλλάξει πραγματικά τις φυλακές, αφού περιγράφει τι σημαίνει σωφρονιστικό σύστημα [πχ. Προσμέτρηση του χρόνου έκτισης, διαχωρισμός κρατουμένων, ευεργετικό προϋπολογισμό ποινής, εκπαίδευση, χρόνο απασχόλησης, επανένταξη, άδειες, επισκεπτήρια, δικαιώματα κρατουμένων κ.λπ.]

Η παγίδα της «Ασφάλειας»

Για κάποιο λόγο πάρθηκε η πολιτική επιλογή ο Σωφρονιστικός Κώδικας να παραμείνει απαράλλαχτος, και επομένως η μόνη αλλαγή που θα περιμένουμε, σε περίπτωση που αλλάξει ο Ποινικός Κώδικας, είναι στα αδικήματα που μπορεί να οδηγήσουν κάποιον στη φυλακή, στις ποινές, στις περιπτώσεις προφυλάκισης και άρα στη μείωση του πληθυσμού των κρατουμένων όταν αυτός εφαρμοστεί. Καμία άλλη αλλαγή να μην αναμένεται, απαξιώνοντας έτσι την προσπάθεια που έχει γίνει τα προηγούμενα χρόνια με νομοθετικές ρυθμίσεις που έχουν καρποφορήσει [γυναικείες αγροτικές φυλακές, διεύρυνση των επισκεπτηρίων, δημιουργία σχολικών μονάδων στις φυλακές, προγράμματα απεξάρτηση κ.λπ.]
Φαίνεται ότι το υπουργείο πέφτει σιγά σιγά στην παγίδα της «Ασφάλειας» ανακοινώνοντας προσλήψεις προσωπικού και ενίσχυση των μέτρων ασφαλείας, και έτσι θα γίνουμε μάρτυρες και άλλων περιστατικών βίας, αφού ο συνωστισμός δεν αντιμετωπίζεται με προσωρινά μέτρα ούτε προωθείται ο περιορισμός της φυλακής. «Αυτές οι καταστάσεις επιτείνουν την ούτως ή άλλως βίαιη συνθήκη της φυλακής. Εκεί πρέπει να στραφεί η προσοχή του Υπουργείου, η ενίσχυση της ασφάλειας είναι προδιαγεγραμμένο ότι θα αποτύχει στην αποτροπή της βίας, όταν αυτή δεν οφείλεται στην έλλειψη υπερβολικής επιτήρησης αλλά στην έλλειψη των βασικών προϋποθέσεων για το σεβασμό της ανθρώπινης αξιοπρέπειας», τονίζει ο Δ. Κόρος.
Η φυλακή είναι ένας περίκλειστος κοινωνικός χώρος, τον οποίο θεσμικά ελέγχει το προσωπικό του καταστήματος κράτησης, αλλά άτυπα προσπαθεί να ελέγχει η «ισχυρή ομάδα» σε κάθε πτέρυγα ή φυλακή. Έτσι, πολύ συχνά υπάρχουν συγκρούσεις μεταξύ κρατουμένων ή εναντίον του προσωπικού, ώστε να αναδειχθεί ποια ομάδα κρατουμένων θα ελέγχει το παράνομο εμπόριο στη φυλακή, τον τρόπο λειτουργίας της πτέρυγας, τους αδύναμους κρατούμενους, ολόκληρο το σωφρονιστικό σύστημα. Η φυλακή, μέχρι τώρα, θεσμικά δεν έχει αντιμετωπιστεί ως ένας τέτοιος δυναμικός χώρος, αλλά ως ένας χώρος κράτησης των «εγκληματιών», των «απόκληρων της κοινωνίας». Χρειάζεται, λοιπόν, μια άλλη προσέγγιση, διαφορετικά όσα μέτρα και να παρθούν είναι βέβαιο πως θα αποτύχουν. Ο χρόνος μέχρι τη λήξη της θητείας αυτής της κυβέρνησης είναι ελάχιστος, ώστε να φανούν τα αποτελέσματα μιας άλλης αντεγκληματικής πολιτικής. Αρκεί όμως για να ξεκινήσει η υλοποίησή της, εφόσον βέβαια η πολιτική ηγεσία έχει τη βούληση και σπεύσει.

Ιωάννα Δρόσου