Εκεί που ξεχειλίζει η οργή

Πέτρος Μάρκαρης,
«Η εποχή της υποκρισίας»,
εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2019 (σελ. 352)

Ο Πέτρος Μάρκαρης επανέρχεται με ένα δυνατό αστυνομικό μυθιστόρημα που έχει στόχο, μέσα από την προσπάθεια εξιχνίασης μιας σειράς φόνων από τον αστυνόμο Χαρίτο, να αναδείξει ένα καίριο ζήτημα της εποχής μας: τη γενικευμένη υποκρισία.
Κάποιοι υποκρίνονται ότι υποφέρουν από την κρίση ενώ είναι απολύτως προστατευμένοι. Κάποιοι παριστάνουν τους φιλάνθρωπους ενώ στην πραγματικότητα εκμεταλλεύονται τις συνθήκες κρίσης. Και κάποιοι ευρωπαίοι παριστάνουν ότι μας σώζουν. Αυτή η απαράδεκτη κατάσταση υποκρισίας ωθεί κάποιους, στο νέο μυθιστόρημα του Πέτρου Μάρκαρη με τίτλο ακριβώς «Η εποχή της υποκρισίας» να προβούν σε μια σειρά φόνων, φαινομενικά άσχετων μεταξύ τους. Αρχικά σκοτώνουν ένα φαινομενικά άμεμπτο ξενοδόχο με φιλανθρωπική δράση. Κατόπιν ένα διευθυντή της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής. Μετά ένα στέλεχος υπουργείου με ειδικότητα τη δημοσιονομική πολιτική. Κατόπιν ένα στέλεχος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ένα του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου.
Οι φόνοι αρχικά παραπέμπουν σε μαφιόζικες ενέργειες επειδή ανατινάσσονται τα αυτοκίνητα των θυμάτων με τα θύματα στο τιμόνι. Ταυτόχρονα όμως υπάρχουν στοιχεία που παραπέμπουν σε τρομοκρατική ενέργεια όπως το γεγονός ότι στέλνονται προκηρύξεις, παρόλο που και αυτές στέλνονται με περίεργους τρόπους: ένα χειρόγραφο με καλλιγραφικά γράμματα ή με υπαγόρευση από το τηλέφωνο, σε τηλεοπτικό σταθμό.
Ο Αστυνόμος Κώστας Χαρίτος είναι υποχρεωμένος να ψάχνει στα τυφλά και, όταν ανακαλύπτει στην υποκρισία το βαθύτερο κίνητρο των δραστών το τοπίο δεν φωτίζεται πολύ περισσότερο, καθώς οι αδικημένοι μιας γενικευμένης υποκριτικής στάσης είναι εκατοντάδες χιλιάδες ή και εκατομμύρια άνθρωποι.
Ταυτόχρονα, στη ζωή του αστυνομικού συμβαίνουν δύο σημαντικά γεγονότα. Το ένα είναι ότι γεννιέται ο πρώτος εγγονός του. Το δεύτερο ότι ο υπαρχηγός και ο αρχηγός της Αστυνομίας του ανακοινώνουν ότι θα προαχθεί. Ο Μάρκαρης συνεχίζει στο ίδιο πάντα μοτίβο να παρακολουθεί, παράλληλα με την εργασιακή ζωή του πρωταγωνιστή του, και την προσωπική του οικογενειακή ζωή, με τις παραδοσιακές συγγενικές σχέσεις μιας μέσης (μικρο)αστικής ελληνικής οικογένειας. Τη σύζυγο Αδριανή που μαγειρεύει γεμιστά και μουσακάδες, την κόρη Κατερίνα, δικηγόρο, που βασίζεται στη μαμά για να τα βγάλει πέρα με το μωρό, τον γαμπρό Φάνη που, αν και κάποιος πιο μοντέρνος, δεν αλλάζει επί της ουσίας καθόλου το ανδροκρατούμενο μοντέλο ζωής, τη συνάδελφο της Κατερίνας, την Μάνια, που δεν αποφασίζει να κάνει παιδί με τον ελληνοποιημένο γερμανό σύζυγό της. Στον μικρόκοσμο αυτό του Κώστα Χαρίτου ανήκει και ο μονήρης φίλος του Λάμπρος Ζήσης, παλιός αριστερός με εξορίες και φυλακές, που τώρα φροντίζει ένα άσυλο αστέγων. Και σε μια ωραία χειρονομία η όχι και τόσο ριζοσπαστική οικογένεια Χαρίτου αποφασίζει να πάρει το μωρό το όνομα του Λάμπρου και όχι κάποιου από τους δύο παππούδες, εντάσσοντας και τυπικά τον παλιό κυνηγημένο, ανέστιο στην ουσία και αυτόν, στο στενό της πυρήνα.

Όλα τριγύρω αλλάζουνε κι όλα τα ίδια μένουν

Ο Πέτρος Μάρκαρης, επιμένοντας να στηρίζει το αναμφισβήτητα κοινωνικό του βλέμμα στη ματιά της οικογένειας ενός αστυνομικού ορκισμένου στο καθήκον, ανθρώπου γενικά σώφρονα, μη πολιτικοποιημένου, που φαίνεται να ανήκει χωρίς φανατισμό σε ό,τι συνήθως αποκαλούμε μεσαίο χώρο, δίνει βέβαια στους αναγνώστες του, τους Έλληνες αλλά και τους πολυάριθμους ξένους, μια αρκετά παραδοσιακή εικόνα της ελληνικής κοινωνίας που παρόλα αυτά εξελίσσεται και αλλάζει ραγδαία. Από την άλλη, αυτή η επιλογή του επιτρέπει να έχει μια σταθερά, μια πυξίδα, και να ενσωματώνει κρατώντας τις κατάλληλες αποστάσεις τις αλλαγές εκείνες που ο ίδιος θεωρεί πιο καίριες και πιο μόνιμες, χωρίς να χάνεται στο χάος των καθημερινών μεταβολών. Το γεγονός ότι προσφέρει στους αναγνώστες του σε διάρκεια την εξέλιξη μιας παραδοσιακής, κανονικής –αλλά και γειωμένης στην πραγματικότητα– οικογενειακής ζωής του επιτρέπει να βλέπει ψύχραιμα όσα –πολλά- γίνονται έξω και γύρω της και να θυμίζει το γνωστό «όλα τριγύρω αλλάζουνε και όλα τα ίδια μένουν». Ο Χαρίτος γίνεται δηλαδή ένας παλαιάς τεχνολογίας προβολέας που, παρά την εξέλιξη, συνεχίζει να κάνει τη δουλειά του και να φωτίζει το τι συμβαίνει γύρω του, σε μια ακτίνα μεγάλη, όπως είναι η ακτίνα δράσης ενός αστυνομικού.

Σαν απόδοση δικαιοσύνης

Μία από τις ωραίες πλευρές του βιβλίου είναι η σχέση που δημιουργείται ανάμεσα στον Χαρίτο και το άσυλο αστέγων που φροντίζει ο Λάμπρος. Και που επιβεβαιώνει αυτή τη δυνατότητα επικοινωνίας που δίνεται σε έναν αστυνομικό όπως ο Χαρίτος, με κοινωνικές τάξεις με τις οποίες αλλιώς δεν θα ερχόταν σε επαφή. Κατόπιν υπόδειξης του Λάμπρου, η οικογένεια Χαρίτου προσλαμβάνει γυναίκα από το άσυλο για να βοηθάει στη φροντίδα του μωρού. Και το άσυλο, βοηθάει τον Χαρίτο να εξιχνιάσει το έγκλημα, συνδράμοντάς τον στο να κατανοήσει την ψυχολογία των δραστών των φόνων και όχι μόνον. Ταυτόχρονα, ο Μάρκαρης βοηθάει και τον αναγνώστη έτσι να κατανοήσει ευκολότερα ότι οι άστεγοι δεν είναι αναγκαστικά εκ γενετής αποκλεισμένοι, προβληματικοί ή κάτι παρόμοιο, και ότι το να βρεθεί κανείς σε τόσο δυσχερή θέση μπορεί να είναι αποτέλεσμα μιας ατυχούς συγκυρίας, μιας απάνθρωπης επιχειρηματικής συμπεριφοράς αλλά και πολιτικών επιλογών.
Λέει λ.χ. η μαγείρισσα του ασύλου, άστεγη και αυτή: «Ο γιος μου δουλεύει ντελιβεράς. Ευτυχώς που ο συγχωρεμένος ο μπαμπάς του τού πήρε μια μηχανή στις καλές εποχές. Πληρώνει από την τσέπη του τα καύσιμα και όταν κλείνει τον μήνα με τριακόσια ευρώ στην τσέπη, κάνει πανηγύρι. Κι αυτός τώρα τι είναι; Εργαζόμενος;». Κι ένας άλλος: «Αυτός, που το έπαιζε φιλάνθρωπος Καραμουρτζούνης και είχε βρει τρόπο να μην πληρώνει φόρους. Από τη μία μειώνουν τις συντάξεις και από την άλλη αυτοί που πρέπει να πληρώνουν φόρους, για να εισπράττουμε συντάξεις, βρίσκουν πάντα τη λύση για να μην πληρώνουν. Εμένα η σύνταξή μου έπεσε στα τετρακόσια ευρώ. Απ’ αυτά δίνω και στον γιο μου, για να μην πεινάσει, και εγώ κατέληξα στο άσυλο». Στο τέλος δε της συζήτησης οι άστεγοι συμπληρώνουν: «Ελπίζω να μη μας θυμώσατε που σας είπαμε την αλήθεια. Ξέρουμε ότι η δουλειά σας είναι να πιάσετε τους δολοφόνους. Εκείνο που λέμε είναι ότι τα θύματα δεν ήταν αθώα. Τους άξιζε αυτό που έπαθαν». Όταν οι δυο τους φεύγουν από το χώρο ο Λάμπρος λέει στον Χαρίτο: «Κατάλαβες τώρα γιατί ήθελα να μιλήσεις μαζί τους;». Και ο Χαρίτος απαντάει: «Ναι, για να καταλάβω ότι αυτοί που βρίσκονται στον πάτο βλέπουν τις δολοφονίες σαν απόδοση δικαιοσύνης».
Είναι εκείνες οι στιγμές, σαν αυτές που ζήσαμε και στην Ελλάδα κυρίως τα πρώτα χρόνια της κρίσης, που η οργή ξεχειλίζει. Το αστυνομικό μυθιστόρημα λοιπόν αποδεικνύει ξανά ότι μπορεί, στις καλές στιγμές του, να γίνει ανατόμος της κοινωνίας και να επεξεργαστεί, τις πηγές και τις αιτίες του βίαιου συναισθήματος…

Μανώλης Πιμπλής