«Εκείνος που η μοίρα του δένεται με εκείνη των άλλων»

Συζητάμε με την Ελεάνα Τσίχλη και τον Άρη Λάσκο από την  ομάδα Ubuntu,που ανεβάζει το ποίημα του Ρ. Μ. Ρίλκε, «Ο Σημαιοφόρος»

simaioforos_3-1021x580

Τι είναι οι Ubuntu και γιατί διαλέξατε αυτό το όνομα για την ομάδα σας;
Άρης Λάσκος: Κάποτε, ένας ανθρωπολόγος πρότεινε το ακόλουθο παιχνίδι στα παιδιά μιας αχφρικάνικης φυλής: Τοποθέτησε ένα καλάθι γεμάτο ζουμερά φρούτα δίπλα σ’ ένα δέντρο και είπε στα παιδιά ότι όποιο από αυτά φτάσει πρώτο στο καλάθι θα πάρει όλα τα φρούτα. Όταν τους έδωσε το σινιάλο για να τρέξουν, πιάστηκαν χέρι χέρι και ξεκίνησαν να τρέχουν όλα μαζί. Ύστερα κάθισαν σ’ έναν κύκλο για να φάνε τα φρούτα. Όταν ρώτησε τα παιδιά γιατί το έκαναν αυτό, αφού κάποιο από αυτά θα μπορούσε να είχε καρπωθεί όλα τα φρούτα, τα παιδιά απάντησαν «ubuntu» που σημαίνει «δεν μπορούμε να είμαστε χαρούμενοι αν έστω ένας από εμάς είναι στενοχωρημένος!» Η λέξη «ubuntu» στη γλώσσα τους σημαίνει «Υπάρχω γιατί υπάρχουμε». Αυτή η εμπεδωμένη αίσθηση αλληλεγγύης έδωσε το όνομα στην ομάδα μας, που δημιουργήθηκε το 2012 από την σκηνοθέτη Ελεάνα Τσίχλη και τον ηθοποιό και σκηνοθέτη Άρη Λάσκο. Μετρά ήδη έξι χρόνια στο χώρο με πέντε παραγωγές και συνεργασίες με το Θέατρο του Νέου Κόσμου, το Bios, τη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση, την Γερμανική Πρεσβεία και πιο πρόσφατη αυτήν με το Θέατρο 104.

Θα μπορούσατε να μας δώσετε το γενικότερο σκεπτικό με το οποίο επιλέγετε και ανεβάζετε ένα έργο;
Ελεάνα Τσίχλη: Και οι πέντε παραγωγές μας είναι ουσιαστικά διασκευές μεγάλων λογοτεχνικών έργων για τη σκηνή. Αυτό δεν ήταν εξ αρχής από τους στόχους της ομάδας, αλλά με τον καιρό έδωσε ένα στοιχείο της ταυτότητάς της: η απόλυτη ελευθερία που ένα τέτοιο υλικό σου δίνει για την αντιμετώπισή του, η έλξη που μας ασκεί η χορικότητα και η αφηγηματικότητα στο θέατρο, είναι στοιχεία που εμπεριέχονται στις παραστάσεις μας και αποτελούν και κριτήρια επιλογής των έργων μας. Πιστεύουμε στις μεγάλες αφηγήσεις και στην αντιμετώπιση γενικότερα των έργων, ως ιστοριών που πρέπει να μιληθούν. Και πρέπει να μας συγκινούν εμάς τους ίδιους πρώτα. Από εκεί και πέρα, κοιτώντας κι εμείς αναδρομικά τις επιλογές μας, υπάρχει μια γραμμή που συνδέει τον Άλντους Χάξλεϊ, τον Τζορτζ Όργουελ, τον Χάινριχ Μπελ, τον Μιχαήλ Μπουλγκάκοφ και τώρα τον Ράινερ Μαρία Ρίλκε (συγγραφείς πάνω στους οποίους βασιστήκαμε για τις παραστάσεις μας): μια βαθιά ανθρωπιά και συμπόνοια για τον άνθρωπο. Ιστορίες για έναν άνθρωπο που μόνος του αντιμετώπισε ένα ολόκληρο σύστημα. Δεν νίκησε όλες τις φορές. Πολλές φορές μάλιστα φοβήθηκε ή λιγόστεψε. Κι όμως, είναι η αποδοχή αυτής της «φθαρτής», μικρής φύσης που μας ταύτισε με αυτά τα έργα και μας έκανε να τα ανεβάσουμε στη σκηνή.

Αυτή τη φορά διαλέξατε ένα σπουδαίο ποιητή, τον Ρίλκε. Γιατί;
Ε.Τ.: Αποκορύφωμα αυτής της νοητής γραμμής είναι η φετινή μας εργασία στον Ρίλκε. Αρχικά να πούμε πως «Το τραγούδι του έρωτα και του Θανάτου του σημαιοφόρου Χριστόφορου Ρίλκε» δεν επιλέχθηκε λόγω σπουδαιότητας του συγγραφέα – ποιητή, αλλά για το πόσο βαθιά μας συγκίνησε η ανάγνωση αυτής της μικρής σε έκταση, αλλά μεγάλης σε συναίσθημα και εικόνες ιστορίας που μας πρότεινε έναν χρόνο πριν ο Γιώργος Νούσης (και τον ευχαριστούμε πολύ γι’ αυτό). Η ιστορία ενός δεκαοχτάχρονου παιδιού που πάει στον πόλεμο χωρίς να γνωρίζει ποιον πολεμάει, ποιος είναι ο εαυτός του και ποια η ζωή του και λόγω της αίσθησης «του εχθρού (ή του τέλους) που είναι κοντά» αποφασίζει να βάλει μια άνω τελεία και μέσα σε λίγες μέρες να ζήσει ότι μέχρι τότε δεν έζησε, μας ταρακούνησε. Σε μια εποχή που κι εμείς τρέχουμε από μια δουλειά στην άλλη, οι ταχύτητες είναι δυσθεώρητα υψηλές και οι ζωές μας όλο και πιο περίπλοκες, αυτό το αίτημα για «ανάπαυση», για απόλαυση και έρωτα που διατρανώνει αυτός ο νέος είναι μάλλον και το δικό μας αίτημα. Ζητούμε κι εμείς μια απλότητα, μια εγγύτητα με τον συνάνθρωπό μας και αυτό βγήκε κιόλας και στο πώς αντιμετωπίσαμε θεατρικά αυτό το υλικό: η παράστασή μας είναι μια πενηντάλεπτη μίξη θεάτρου και μουσικής (γραμμένης από τον υπέροχο Κορνήλιο Σελαμσή), χαμηλόφωνη, σχεδόν τελετουργική. Σαν να ζητάμε μια σιωπή για να αφουγκραστούμε καλύτερα. Και να νιώσουμε πόσο θάρρος τελικά απαιτείται για να ζει κανείς όντας ο εαυτός του. Τι πιο απλό, μα και τι πιο δύσκολο.

Τι είναι τελικά ο Σημαιοφόρος;
Α.Λ.: Ο Σημαιοφόρος είναι ο άνθρωπος τη στιγμή της συνάντησής του με την Ιστορία. Όπως ο νεαρός Χριστόφορος Ρίλκε που εν έτει 1662 κλήθηκε να είναι «σημαιοφόρος» του τάγματός του και να βγει μπροστά, χωρίς να γνωρίζει ποιος είναι. Σημαιοφόρος λοιπόν με την ευρύτερη έννοια, είναι το σημείο εκείνο που η προσωπική του ζωή, το επάγγελμά του, η καθημερινότητά του, οι ερωτικές του απογοητεύσεις, οι συνήθειές του, η καταγωγή του κάθε ανθρώπου συναιρούνται και γίνονται μέρος ενός μεγαλύτερου -αόρατου και άγνωστου στην έκβασή του- συνήθως σχεδίου. Ο Σημαιοφόρος είναι αυτός που βαστά τη σημαία και προχωράει μπροστά. Κρατάει επομένως «αυτό» το οποίο και άλλοι πολλοί -όχι μονάχα αυτός- αναγνωρίζουν ως δικό τους, αναγνωρίζουν ως σημείο αναφοράς τους. Κρατάει ένα εν δυνάμει σύμβολο νίκης ή ένα σύμβολο ήττας, ένα σύμβολο ελευθερίας ή ένα σύμβολο υποταγής. Σημαιοφόρος είναι εκείνος που η μοίρα του δένεται με εκείνη των άλλων. Είναι αυτός που ανήκει στα κλπ. της Ιστορίας μέχρι η στιγμή της άρσης της σημαίας (ό,τι είναι για τον καθένα αυτή η σημαία) να γράψει το ονοματεπώνυμό του στα επίσημα χαρτιά, στα βιβλία, στα μουσεία. Κανείς δεν ξέρει πότε θα τον βρει η στιγμή αυτή, κανείς δεν ορίζει τον εαυτό του από τα πριν σημαιοφόρο ή ήρωα. Με μια έννοια, σημαιοφόροι είμαστε όλοι την ημέρα εκείνη που αποφασίζουμε να «φέρουμε» κάτι μεγαλύτερο από τον εαυτό μας.

Στο επίκεντρο των προβληματισμών σας είναι η έννοια του ηρωισμού και του ήρωα; Τι σας παρακινεί να ασχοληθείτε με το θέμα αυτό;
Είναι ενδιαφέρον στην εποχή της αποκαθήλωσης των ιδεολογιών και της αποηρωοποίησης γενικότερα να ξαναρωτάς τι είναι ήρωας. Το πιο εύκολο είναι να αποδεχτεί κανείς τον κατακερματισμό των άλλοτε μεγάλων εννοιών, της συλλογικότητας, της αλληλεγγύης και να γίνει ένας γενικόλογος -και άρα επικίνδυνος- αρνητής για τα πάντα και τους πάντες. Ζούμε την εποχή όπου φοβόμαστε να δίνουμε όνομα στα πράγματα, φοβόμαστε να δώσουμε όνομα στους πολέμους της καθημερινότητάς μας ή στον «εχθρό που είναι κοντά», όπως λέει ο Ρίλκε. Αν δεν δίνεις όνομα στα πράγματα πώς θα ξεκινήσεις για τη μεγάλη εκστρατεία; Όσο δεν υπάρχουν μάχες δεν θα υπάρχουν και οι ήρωες. Γι’ αυτό η εποχή μας τους αρνείται, για να μπορέσει να επιβάλει την υποταγή χωρίς καμία αντίσταση. Είναι πράξη επαναστατική να λες ότι οι ήρωες δεν είναι στις προθήκες των μουσείων, αλλά «προχωρούν στα σκοτεινά» μέχρι να τους καλέσει η Ιστορία και βρίσκονται εδώ ακόμα και σήμερα. Βρίσκονται ανάμεσά μας, σε κάθε πράξη μας που αναπνέει το δίκιο.

 

Ταυτότητα παράστασης

Μετάφραση: Αλεξάνδρα Ρασιδάκη, σκηνοθεσία: Ελεάνα Τσίχλη, μουσική: Κορνήλιος Σελαμσής, σκηνικά – κοστούμια: Τίνα Τζόκα, φωτισμοί: Στέλλα Καλτσού. Παίζουν: Άρης Λάσκος, Ελεάνα Καυκαλά
Παραστάσεις: Σάββατο και Κυριακή στις 9μμ, στο Θέατρο 104, Κεντρική Σκηνή (Ευμολπιδών 41, Γκάζι – Μετρό Κεραμεικός, τηλ.: 210 3455020).