Έκκεντροι κόσμοι φαντασίας και πραγματικότητας

Καίσαρας Βαγιέχο “Άγριο παραμύθι” (μτφ., επίμ. Δήμητρα Παπαβασιλείου, εκδ. Ροές, 2016)
Ντανιέλ Σάδα “Μία από τις δύο” (μτφ. Κλαίτη Σωτηριάδου, εκδ. Καστανιώτη, 2016)

 

Κάπου στα βουνά του Περού, ο φτωχός αγρότης Μπάλτα Εσπινάρ βιώνει μια τρομακτική εμπειρία: ένα πρωινό, κοιτάζει στον καθρέφτη και το πρόσωπο που βλέπει δεν είναι το δικό του, αλλά ενός ξένου. Καθώς διάφορα δυσοίωνα σημάδια αρχίζουν να συσσωρεύονται, η τραυματική εμπειρία επαναλαμβάνεται, οπουδήποτε τυχαίνει να δει ο Μπάλτα να αντικατοπτρίζεται το πρόσωπό του: στο νερό μιας πηγής, στον «υδάτινο καθρέφτη» ενός ρυακιού. Αρχικά προσπαθεί να δώσει κάποια ορθολογική εξήγηση, όμως βαθμιαία αρχίζει να «τον συνταράζει ένα τρέμουλο απέραντης ορφάνιας», να αποζητάει τη μοναξιά, «κάθε μέρα και με μεγαλύτερη επιμονή», να νιώθει να τον καταδιώκει η απειλή, να βυθίζεται σιγά-σιγά στην παράνοια, να οδεύει αργά αλλά σταθερά προς το τραγικό τέλος, το οποίο έρχεται εντείνοντας ακόμη περισσότερο όλα τα ερωτηματικά και τις αμφιβολίες.

Ο άγνωστος Βαγιέχο

Τα πεζά του μεγάλου Περουβιανού συγγραφέα Σέσαρ Βαγιέχο (1892-1938) είναι σχετικά άγνωστα, όχι μόνο στην Ελλάδα, μιας και ο Βαγιέχο είναι γνωστός κυρίως για το ποιητικό του έργο. Το Άγριο παραμύθι εκδόθηκε για πρώτη φορά στη Λίμα, το 1923, λίγο προτού ο Βαγιέχο σαλπάρει για την Ευρώπη, όπου έζησε τα υπόλοιπα χρόνια της σύντομης ζωής του. Έχοντας ήδη εκδώσει ποιητικές συλλογές που θα σημαδέψουν τη λατινοαμερικάνικη λογοτεχνία (Οι μαύροι μαντατοφόροι, Τρίλσε), αλλά και έχοντας υποστεί στη χώρα του μια δίωξη με πολιτικά κίνητρα που τον οδήγησε στη φυλακή, ο Βαγιέχο φτάνει στο Παρίσι όπου περνάει δύσκολες μέρες, παίρνει μια μικρή υποτροφία από την ισπανική κυβέρνηση την οποία τελικά αρνείται ως ένδειξη διαμαρτυρίας για τη δικτατορία, έρχεται σε επαφή με τον μαρξισμό, ταξιδεύει στη Ρωσία με τη σκέψη να μείνει εκεί για πάντα, επιστρέφει και προσπαθεί να στήσει στο Παρίσι έναν πυρήνα του Σοσιαλιστικού Κόμματος (του μετέπειτα Κομμουνιστικού Κόμματος του Περού) που είχε ιδρύσει το 1928 στο Περού ο Χοσέ Κάρλος Μαριάτεγκι, ξαναταξιδεύει στη Ρωσία, επιστρέφει στο Παρίσι όπου συλλαμβάνεται και τελικά απελαύνεται για πολιτικούς λόγους, πηγαίνει στην Ισπανία όπου εντάσσεται στο Ισπανικό Κομμουνιστικό Κόμμα, επιστρέφει στο Παρίσι, όταν το 1936 εκδηλώνεται η φασιστική αντεπανάσταση στην Ισπανία αρχίζει μια έντονη πολιτική δράση για την υπεράσπιση της ισπανικής Δημοκρατίας, ταξιδεύει στην Ισπανία, και τελικά πεθαίνει στο Παρίσι, τον Απρίλιο του 1938, μην έχοντας σταματήσει όλο αυτόν τον καιρό να γράφει έργα που άλλα θα εκδοθούν όσο ζει και άλλα μετά τον θάνατό του: η μυθική πρώτη έκδοση των δεκαπέντε ποιημάτων της συλλογής Ισπανία, παρελθέτω απ’ εμού το ποτήριον τούτο, έγινε από στρατιώτες της Ανατολικής Στρατιάς των Δημοκρατικών, το 1939, σε ένα μοναστήρι της Καταλονίας.
Με διάσπαρτους συμβολισμούς αλλά και στοιχεία της λεγόμενης «ιθαγενιστικής» λογοτεχνίας, αυτό το πολύ σύντομο ψυχολογικό αφήγημα του Βαγιέχο, που ταξινομείται συνήθως στο λογοτεχνικό είδος του «φανταστικού», σκιαγραφεί την παραληρηματική καταβύθιση σε έναν φασματικό κόσμο, η οποία παίρνει τελικά για τον πρωταγωνιστή της τον χαρακτήρα αμετάκλητου υπαρξιακού δράματος.

Ο πολυβραβευμένος Σάδα

Στο Μία από τις δύο, ο πολυβραβευμένος Μεξικανός συγγραφέας Ντανιέλ Σάδα (1953-2011) συγκροτεί έναν άλλο έκκεντρο κόσμο, στον χώρο του πραγματικού αυτή τη φορά. Οι δίδυμες αδελφές Γκαμάλ είναι πανομοιότυπες, σαν δύο σταγόνες νερό, όπως λέει το κλισέ. Μόνη διαφορά, μια ελιά στην (αόρατη) περιοχή της δεξιάς ωμοπλάτης. Οι δίδυμες, μοδίστρες και οι δύο, ορφανές από 13 χρόνων, δουλεύουν μαζί, ζουν μαζί, μοιράζονται τα πάντα. Όταν όμως, στα 42 τους, σε κάποιον γάμο πηγαίνει μόνο η μία και γνωρίζει εκεί έναν άνδρα που ενδιαφέρεται γι’ αυτήν, η ισορροπία ανατρέπεται και αρχίζει ένα δύσκολο παιχνίδι ανάμεσα στις αδελφές, με ακόμα πιο δύσκολο τέλος. Από την αίσθηση της κοινότητας ξεπροβάλλουν οι ανταγωνισμοί, πριν τελικά αποκατασταθεί ξανά μια ισορροπία που, για να διασωθούν τα κοινωνικά προσχήματα, συγκαλύπτεται πίσω από τη δικαιολογία του θανάτου: «καλή δικαιολογία ο θάνατος: καλός ελιγμός: φανταστικό ψέμα ή σκληρή πραγματικότητα».
Συνήθως στην περιπέτεια των αδελφών Γκαμάλ εντοπίζονται τα κωμικά ή και φαρσικά στοιχεία. Η γνώμη μου είναι πως όλη αυτή η προσπάθεια των δύο γυναικών να εντάξουν στον κλειστό μικρόκοσμό τους αυτόν τον πόθο για ζωή ενώ ταυτόχρονα ζουν υποταγμένες στην πιο μεγάλη μοναξιά μέσα στην πιο στενή σχέση, αφήνει κυρίως μια γεύση τραγικότητας, καθώς ο Σάδα παίζει διαρκώς το παιχνίδι της αποστασιοποίησης και της εμπλοκής του αναγνώστη στις δύσβατες ψυχολογικές διαδρομές των διδύμων.
Το ισχυρό όπλο του Σάδα είναι η πληθωρική γραφή του, το «γλωσσικό πανηγύρι» που χρησιμοποιεί, η ανεξάντλητη επινοητικότητά του λεξιλογίου του, η μουσική και ο ρυθμός του κειμένου (που βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στην ιδιότυπη χρήση της στίξης), το προσωπικό του ύφος. Ο Ρομπέρτο Μπολάνιο θεωρούσε το έργο του Σάδα «ένα από τα πιο φιλόδοξα που γράφονται στη γλώσσα μας» και συγκρίνει το μπαρόκ του ύφος με εκείνο του κορυφαίου Χοσέ Λεσάμα Λίμα.
Ένα σύντομο μυθιστόρημα, μια χαρακτηριστική, πρώτη γνωριμία με έναν κλασικό συγγραφέα, που ανανέωσε την ισπανόφωνη λογοτεχνία με βιβλία όπως αυτό αλλά και άλλα, ίσως ακόμα καλύτερα.

Κώστας Αθανασίου