Έκθετο το υπουργείο Παιδείας σε πολλαπλά μέτωπα

Πυρά από παντού φαίνεται να δέχεται το υπουργείο Παιδείας και σε πολλά θέματα, πριν ακόμα την έναρξη της σχολικής χρονιάς.
Ένα από αυτά είναι η απόφαση της υπουργού Παιδείας Ν. Κεραμέως για την τιμωρία, μέσω της λήψης απουσίας, των μαθητών που θα έρχονται στο σχολείο χωρίς μάσκα. Απόφαση την οποία ο πρωθυπουργός Κ. Μητσοτάκης από το βήμα της Βουλής τη Δευτέρα προσπάθησε να άρει, μετά και τις αντιδράσεις που σημειώθηκαν, λέγοντας πως «δεν πρόκειται να τιμωρήσουμε κάποιο παιδί αν δεν φοράει τη μάσκα του». Ψευδώς βέβαια απ’ ό,τι φαίνεται, αφού στην ΚΥΑ που δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως την επόμενη μέρα προβλέπεται κανονικά η τιμωρία των μαθητών με άρνηση εισόδου στην αίθουσα, απουσία και παραμονή τους σε ειδικό χώρο μέχρι να τους παραλάβουν οι γονείς τους.
«Κατ’ αρχήν, η παροχή από το υπουργείο 2 μασκών στον καθένα για όλο το σχολικό έτος προφανώς είναι ανεπαρκέστατο μέτρο, ειδικά αν σκεφτούμε ότι άλλες χώρες, πχ η Δανία, παρέχουν καθημερινά 11 εκατ. μάσκες. Από εκεί και πέρα το μέτρο της μάσκας δεν μπορεί να εφαρμοστεί με απειλές και τιμωρίες, αλλά είναι θέμα ενημέρωσης και ευαισθητοποίησης των μαθητών από τους φορείς για τους κινδύνους που διατρέχουν. Και το πιο σημαντικό είναι ότι η προστασία της δημόσιας υγείας δεν είναι ζήτημα ατομικής ευθύνης, αλλά πρώτα απ’ όλα ευθύνη της πολιτείας να πάρει τα ενδεικνυόμενα μέτρα. Η ΟΛΜΕ είχε προτείνει ότι παράλληλα με τη χρήση μάσκας, έπρεπε να ληφθούν μέτρα από το υπουργείο για την τήρηση της κοινωνικής απόστασης, όπως ο ανώτατος αριθμός των 15 μαθητών ανά αίθουσα και να γίνουν διαγνωστικά τεστ σε όλους τους εκπαιδευτικούς πριν την έναρξη της χρονιάς. Η κυβέρνηση, όμως, δεν έκανε τίποτα σχετικό, ρίχνοντας το μπαλάκι στους μαθητές και τους εκπαιδευτικούς», τονίζει στην «Εποχή» ο Θοδωρής Μαλαγάρης, αντιπρόεδρος της Ομοσπονδίας Λειτουργών Μέσης Εκπαίδευσης (ΟΛΜΕ).

Τα ολιγομελή τμήματα είναι εφικτά

Στο ζήτημα, άλλωστε, του ανώτατου αριθμού μαθητών ανά τάξη και πάλι ο πρωθυπουργός άφησε έκθετη την υπουργό Παιδείας, λέγοντας πως: «ναι, θα ήταν επιθυμητά τα ολιγομελή τμήματα, δεν υπάρχει καμία αμφιβολία για αυτό. Το ερώτημα είναι αν είναι εφικτά. Αυτό θα απαιτούσε αίθουσες που σήμερα πολύ απλά δεν υπάρχουν». Ξεχνώντας απ’ ό,τι φαίνεται ότι είναι ευθύνη της δικής του κυβέρνησης να είχαν βρεθεί οι απαραίτητες παραπάνω αίθουσες λόγω της πανδημίας (όπως π.χ. συνέβη σε άλλες χώρες με συνεργασία των εκάστοτε δήμων), αλλά και ότι χάρη στην πολιτική απαξίωσης της δημόσιας παιδείας που προωθείται από τη ΝΔ πριν λίγο διάστημα το υπουργείο αύξησε τον αριθμό των μαθητών ανά τάξη.
«Η εύρεση κι άλλων χώρων ήταν απόλυτα εφικτή, αν δεν είχε ολιγωρήσει το υπουργείο Παιδείας. Ενδεικτικά να σας αναφέρω ότι την εποχή των μνημονίων είχαν γίνει πολλές συγχωνεύσεις και καταργήσεις σχολικών μονάδων. Κτίρια που υπάρχουν ακόμα και είναι λειτουργικά και θα χρειάζονταν μόνο κάποιες παρεμβάσεις, όπως για τον καθαρισμό τους, ώστε να χρησιμοποιηθούν. Επίσης αν το υπουργείο είχε σωστό σχεδιασμό, θα μπορούσε να είχε προχωρήσει εδώ και τρεις μήνες στην εύρεση και ενοικίαση άλλων χώρων, ακόμα και αιθουσών από τα ιδιωτικά σχολεία που δεν χρησιμοποιούνται, προκειμένου να ανοίξουν τα σχολεία με ασφάλεια», επισημαίνει ο αντιπρόεδρος της ΟΛΜΕ.

Κενά και καταπάτηση εργασιακών δικαιωμάτων

Το υπουργείο, όμως, όχι στις συνθήκες της πανδημίας δεν μπορεί να ανταποκριθεί σωστά, αλλά απ’ ό,τι φαίνεται ούτε στα ετήσια ζητήματα, όπως οι προσλήψεις αναπληρωτών εκπαιδευτικών. Προς το παρόν έχουν γίνει μόνο 24.927 προσλήψεις, τη στιγμή που πέρυσι απασχολήθηκαν 42.000 αναπληρωτές. Η χρονιά ξεκινάει, δηλαδή, με τουλάχιστον 20.000 κενά, στα οποία η υπουργός αποφάσισε να απαντήσει με τον εμπαιγμό και την καταπάτηση των εργασιακών δικαιωμάτων των εκπαιδευτικών, θέτοντας διάταξη μέσα στο νομοσχέδιο για την υγεία, που προβλέπει την πρόσληψη αναπληρωτών με τρίμηνη μόλις σύμβαση.
«Είναι τουλάχιστον τραγελαφικό να θέλει το υπουργείο να προσλάβει αναπληρωτές με τρίμηνη σύμβαση από τη στιγμή που δεν έχει καλύψει ούτε τις πάγιες και διαρκείς ανάγκες των σχολείων. Αυτή τη στιγμή στη δευτεροβάθμια βρισκόμαστε στο 67% της κάλυψης των αναγκών για τη γενική εκπαίδευση και στο 69% για την ειδική αγωγή. Κανονικά αυτές οι ανάγκες θα έπρεπε να καλύπτονται από μόνιμους διορισμούς, όπως είναι η θέση της ΟΛΜΕ. Αλλά, αν μη τι άλλο, θα έπρεπε τουλάχιστον να έχουν γίνει όλες οι απαραίτητες προσλήψεις αναπληρωτών για τα κενά και από εκεί και πέρα, και μόνο λόγω της πανδημίας, να συζητήσουμε για τέτοια μέτρα που θα αποσκοπούσαν στην κάλυψη πολύ συγκεκριμένων ζητημάτων. Σε κάθε περίπτωση, όμως, θα πρέπει όποιος προσλαμβάνεται να έχει πλήρη εκπαιδευτικά και εργασιακά δικαιώματα, τα οποία δεν κατοχυρώνονται με τρίμηνες συμβάσεις», σχολιάζει ο Θοδωρής Μαλαγάρης.

Κινητοποιήσεις εκπαιδευτικών

Για όλα αυτά τα προβλήματα της έναρξης της σχολικής χρονιάς και της λανθασμένης διαχείρισης της πανδημίας για το χώρο της εκπαίδευσης, η ΟΛΜΕ έχει αποφασίσει σειρά κινητοποιήσεων το επόμενο διάστημα, όπως και απεργία-αποχή από διαδικασίες αυτο-αξιολόγησης και ατομικής αξιολόγησης που τυχόν αποφασίσει το υπουργείο, αλλά και μαζική απεργία, κάποια στιγμή τον Οκτώβρη, για την εν γένει πολιτική απαξίωσης και ξηλώματος της δημόσιας παιδείας που ασκεί η κυβέρνηση της ΝΔ από την αρχή της θητείας της.

Τζ. Α.

 

 

Το υπουργείο Παιδείας δεν προστατεύει τα προσωπικά δεδομένα

Πέραν των προβλημάτων και των αντιδράσεων που προκαλούν οι αποφάσεις της κυβέρνησης και του υπουργείου Παιδείας για το άνοιγμα των σχολείων, την εβδομάδα που μας πέρασε έγινε φανερή και η εν γένει προβληματική κατεύθυνση της πολιτικής τους, όπως φαίνεται από τη γνωμοδότηση της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα για τρία ζητήματα που είχε γίνει προσφυγή.
Πρώτον, όσον αφορά την τηλεκπαίδευση, αυτή κρίνεται ως νόμιμη μόνο όσον αφορά τη μορφή που είχε πάρει όταν τα σχολεία ήταν κλειστά και όχι για την ταυτόχρονη ηλεκτρονική μετάδοση του μαθήματος της αίθουσας, όπως ήθελε να περάσει το υπουργείο. Ακόμα, όμως, και στην πρώτη περίπτωση κρίνεται από την Αρχή ότι παρουσιάζει πολλά προβληματικά σημεία, καθώς δεν υπήρξε διαβούλευση με εκπαιδευτικούς και φορείς και η έκθεση αντικτύπου έχει πολλά κενά και ασάφειες όσον αφορά τους πιθανούς κινδύνους, όπως είναι η αποθήκευση και διανομή των προσωπικών δεδομένων των εκπαιδευτικών για 7 χρόνια από τη Cisco. Γι’ αυτό το λόγο, το υπουργείο καλείται «να τροποποιήσει και συμπληρώσει αναλόγως την ανωτέρω ΕΑΠ∆ σε αποκλειστική προθεσµία τριών µηνών από τη δημοσίευση της παρούσας απόφασης».
Δεύτερον, η Αρχή έκρινε πως η αναγραφή της διαγωγής των μαθητών στα απολυτήρια δεν συνάδει με το ευρωπαϊκό δίκαιο και πρέπει να αποσυρθεί η απόφαση του υπουργείου και, τρίτον, ότι η απαλλαγή από το μάθημα των θρησκευτικών «πρέπει να γίνεται με απλή επίκληση λόγων συνείδησης (κι όχι «θρησκευτικής» συνείδησης) όπως αναγράφει η εγκύκλιος του υπουργείου Παιδείας».
Παρόλ’ αυτά, το υπουργείο προσπάθησε και πάλι, μέσω ανακοίνωσής του, να διαστρεβλώσει την πραγματικότητα και στην ουσία να μη δεσμευτεί για τις αλλαγές που υποχρεούται να κάνει, εκτός από την κατάργηση της διαγωγής στα απολυτήρια, που αναφέρει ότι θα την εξετάσει. Πανηγύρισε όσον αφορά τη νομιμότητα της τηλεκπαίδευσης χωρίς να κάνει κανένα σχόλιο για την έκθεση αντικτύπου, ενώ όσον αφορά το μάθημα των θρησκευτικών λέει ότι με την απόφασή του για επίκληση θρησκευτικών λόγων συνείδησης συμμορφώνεται πλήρως με τη σχετική απόφαση του ΣτΕ και αφήνοντας να εννοηθεί ότι δεν πρόκειται να την αλλάξει.