Εν όψει εκλογών τα εργατικά συνδικάτα σε πρώτο πλάνο

Το περιστατικό που συνέβη στη Χίο στις 14 του μήνα, με πρωταγωνιστή τον κ. Κων. Τρομπούκη, παράγοντα της ΝΔ στο νησί, ο οποίος είχε αδήλωτη την εργαζόμενη στο ιατρικό του εργαστήρι, είναι πιθανότατα γνωστή στους αναγνώστες της αριστεράς. Σχεδόν, όμως, άγνωστη ευρύτερα. Δεν θεωρήθηκε σπουδαίο γεγονός η επίθεση ενός επιχειρηματία φραστική, και όχι μόνο, κατά του επιθεωρητή εργασίας, με σαφέστατο στόχο να παρεμποδίσει τον έλεγχο του ΣΕΠΕ. Το υπουργείο Εργασίας μετά από επίμονες παρεμβάσεις κατήγγειλε την εργοδοτική αυθαιρεσία και ταυτόχρονα κάλεσε τη ΝΔ να πάρει θέση για την ουσία του ζητήματος. «Αν τα δικαιώματα των εργαζομένων θα πρέπει να είναι σεβαστά και απαραβίαστα ή αν θα πρέπει να επικρατήσει ο νόμος της ζούγκλας στις εργασιακές σχέσεις». Με το ερώτημα αυτό, το ζήτημα ξέφυγε από την επιμέρους περιπτωσιολογία και τέθηκε στο κέντρο της πολιτικής συζήτησης και της αντιπαράθεσης. Πώς και με ποια πολιτική και ποιους θεσμούς θα διασφαλισθούν τα δικαιώματα των εργαζομένων.

 Βρήκε πόρτα ανοιχτή και μπήκε

Το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης αντί να μιλήσει για την ουσία του ζητήματος, επιχείρησε να δικαιολογήσει -και αυτό χωρίς να το καταφέρει- το στέλεχός της στη Χίο. Η εκπρόσωπος της ΝΔ υποστήριξε πως πρόκειται για μια ανοιχτή υπόθεση και προέτρεπε να μην βλέπουμε μόνο τη μία πλευρά. Γιατί «είχε εκδοθεί εργόσημο για τη συγκεκριμένη εργαζόμενη». Και επομένως δεν υπήρχε κανένα ζήτημα «ο ελεγκτής βρήκε την πόρτα ανοιχτή και μπήκε», στο ακτινοδιαγνωστικό κέντρο που ήταν εκτός λειτουργίας, αλλά υπήρχε μέσα ένα συνεργείο. Έτσι τόσο απλά, ώστε να δικαιολογείται η επίθεση και η ύβρις από την πλευρά του εργοδότη. Γι’ αυτό καθαυτό το ζήτημα της παραβίασης των δικαιωμάτων της εργαζόμενης δεν ακούστηκε τίποτα. Το ίδιο δεν ακούστηκε τίποτα ούτε για τις προγραμματικές εξαγγελίες και τις διαβεβαιώσεις του κ. Κ. Μητσοτάκη ότι δεν θα υπάρξουν απολύσεις δημοσίων υπαλλήλων. Αρκέστηκε στις προβλέψεις της πρόσληψης του ενός έναντι των πέντε που θα αποχωρούν. Αυτό μέχρι νεωτέρας.
Πέρα, όμως, από τη ΝΔ και τις προτροπές του προέδρου της προς τους βιομηχάνους ότι θα τους βοηθήσει, αλλά κι αυτοί θα πρέπει να προσέξουν τους εργαζόμενους τους, θα περίμενε κάποιος να ακούσει ένα ελάχιστο έστω διαφοροποιημένο λόγο από τις πολιτικές δυνάμεις. Αυτές σιώπησαν κι όταν θέλησαν κάτι, ακολούθησαν απαρέγκλιτα την αντισύριζα μετωπική πολιτική. Μια πολιτική που δήθεν δημιούργησε την εργασιακή ζούγκλα, ρίχνοντας έτσι νερό στο μύλο της ΝΔ.

Και τα συνδικάτα

Στην περίπτωση των εργασιακών ζητημάτων, τα συνδικάτα ασφαλώς και θα πρέπει να έχουν έναν ιδιαίτερο λόγο. Τι έκαναν όμως και τι κάνουν, πώς τοποθετούνται στα προβλήματα που έχουν προκύψει με την επταήμερη εβδομάδα εργασίας, την τήρηση των ωραρίων κ.λπ. Ποιες πρωτοβουλίες πήραν. Πώς αξιοποίησαν τις ελάχιστες δυνατότητες που δημιουργήθηκαν με τις συλλογικές συμβάσεις, την αύξηση του κατώτατου μισθού, την κατάργηση του υποκατώτατου, την καθημερινή προσπάθεια του ΣΕΠΕ να καταπολεμηθεί η εργασιακή παραβατικότητα και η αδήλωτη εργασία να γίνουν ορατοί οι αόρατοι εργαζόμενοι.
Γι’ αυτά τα προβλήματα, τα συνδικάτα δεν θα έπρεπε να πάρουν πρωτοβουλίες; Να κινητοποιήσουν τις δυνάμεις τους, να ξεκινήσουν μια μεγάλη καμπάνια, θέτοντας μπροστά στις ευθύνες τους τις πολιτικές δυνάμεις, αλλά και τις κοινωνικές και τις εργοδοτικές; Πώς θα κλείσουν οι πληγές που άφησε πίσω της η περιπέτεια της κρίσης; Ποιο δρόμο ανάπτυξης και εργασιακό μοντέλο προτείνουν; Τα συνδικάτα, δυστυχώς, δεν παρουσίασαν τίποτα. Τόσο η ΓΣΕΕ, όσο και οι δευτεροβάθμιες οργανώσεις.

Και τα ταξικά συνδικάτα;

Για τις παραδοσιακές συνδικαλιστικές οργανώσεις που συνεχίζουν σε μεγάλο βαθμό να υπάρχουν λόγω του άλλοτε πανίσχυρου δικομματισμού, δεν θα περίμενε κανείς τίποτε διαφορετικό από τις γνήσιες ταξικές δυνάμεις, όμως θα περίμενε κανείς μια σαφή διαφοροποίηση. Γιατί τα κοινωνικά προβλήματα είναι σύνθετα και δύσκολα να επιλυθούν χωρίς την ευρύτερη δυνατή συμμετοχή.
Είναι τελείως διαφορετικό να παίρνει ένας νέος 360 ευρώ και εντελώς άλλο για τον ίδιο, την οικογένειά του, την κοινωνία, να παίρνει 560 ευρώ. Είναι άλλο να υπάρχει ένα νομοθετικό πλαίσιο θετικό και εντελώς άλλο να μην υπάρχει καθόλου. Πώς μπορεί να δικαιολογηθούν οι γενικές διατυπώσεις ότι όλοι το ίδιο είναι και υπηρετούν το ίδιο σχέδιο του κεφαλαίου.
Είναι άλλο να συμβαδίζεις με το διπλανό σου και εντελώς άλλο με τους απέναντι και να επικοινωνείς μαζί τους ότι υπάρχει εργασιακή ζούγκλα, τη στιγμή μάλιστα που είναι έτοιμοι να ανοίξουν την πόρτα του νεοφιλελεύθερου παραδείσου. Εκτός κι αν δεν έχει γίνει κατανοητό τι πρεσβεύει η νεοδεξιά με την ακραία νεοφιλελεύθερη ιδεολογία της. Μια δεξιά που κατακεραυνώνει το κράτος, αλλά επιδιώκει μέσα από τους κρατικούς μηχανισμούς να θέσει όλη την κοινωνία στην υπηρεσία της νεοφιλελεύθερης πολιτικής, με ό,τι αυτή συνεπάγεται για την παιδεία, την υγεία, τις συλλογικές υπηρεσίες και τη συλλογική και συμβίωση.
Οι νεοφιλελεύθεροι συντηρητικοί δεν χάνουν ευκαιρία να δείχνουν και να μιλούν απαξιωτικά για όλους τους «χωρίς», τους γύφτους, τους άνεργους τους, Πακιστανούς, ιδιαίτερα οι τελευταίοι ενοχλούν τον φούρναρη της γειτονιάς, τους οποίους έχει στη δούλεψή του ανασφάλιστους. Ενοχλούν το συνταξιούχο τραπεζοϋπάλληλο, τον ψιλικατζή που του πήρε την ελάχιστη πελατεία, το Lidl. Αυτό, όμως, δεν το έχει πολυσκεφτεί, γιατί όλοι μα όλοι του λένε το ίδιο πράγμα. Φταίνε οι άλλοι και ο Τσίπρας που τους μάζεψε εδώ.
Παρ΄ όλα αυτά υπάρχουν ακόμα αφάνταστα πολλές αντιστάσεις στον κόσμο, όχι μόνο της αριστεράς, αλλά σε όλους που δεν θέλουν «η χώρα να γυρίσει πίσω και μπορεί αυτό να αποφευχθεί, αρκεί να το πιστέψετε κι εσείς όπως κι εγώ, που ανήκω στην κεντροδεξιά», όπως δήλωσε μια κυρία που βρέθηκε σε προεκλογική συνάντηση του ΣΥΡΙΖΑ – Προεκλογική Συμμαχία.

Κ. Κοβάνης