Ένα καυτό γερμανικό καλοκαίρι

Μοιάζει με παιχνίδι της μοίρας. Σε μια περίοδο που οι Πράσινοι της Γερμανίας καταγράφουν τα καλύτερα ποσοστά της ιστορίας τους, η χώρα υποφέρει από απανωτά κύματα καύσωνα που δικαιώνουν τις ανησυχίες, αλλά και τις προειδοποιήσεις του κόμματος για τις δραματικές συνέπειες της κλιματικής αλλαγής, που ολοένα και περισσότερο επιβεβαιώνει τις προβλέψεις περί επερχόμενης κλιματικής καταστροφής.

Του Δημήτρη Σμυρναίου

Στην πόλη του Γκέλζενκίρχεν καταγράφηκε την περασμένη εβδομάδα το νέο ρεκόρ υψηλότερης θερμοκρασίας στην ιστορία με 40,5 βαθμούς Κελσίου. Οι Γερμανοί υπέφεραν για δεύτερη φορά μέσα σε λίγες εβδομάδες από ένα ασυνήθιστο κύμα καύσωνα, το οποίο εκτός όλων των συζητήσεων για τα πρακτικά μέτρα αντιμετώπισής του, αλλάζει και την πολιτική ατζέντα. Οι επιστήμονες επιβεβαιώνουν με απανωτές εκθέσεις τους ότι το φαινόμενο δεν είναι κάτι, που υπήρξε και στο παρελθόν και καταρρίπτουν την θεωρία των «αρνητών της κλιματικής αλλαγής» ότι τέτοια φαινόμενα αποτελούν μια επαναλαμβανόμενη φυσική αντίδραση. Ο γερμανικός Τύπος έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στη δημοσίευση μιας μελέτης επιστημόνων του Πανεπιστημίου της Βέρνης, στην Ελβετία οι οποίοι βασίστηκαν σε στοιχεία των δύο περασμένων χιλιετιών και κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι αυτή τη φορά «όλα είναι διαφορετικά». Εξηγούν ότι παλιότερες διακυμάνσεις στη θερμοκρασία μεταξύ κρύων και καυτών περιόδων παρουσίαζαν μια τοπικότητα και δεν επηρέαζαν ολόκληρο τον πλανήτη, όπως συμβαίνει στις μέρες μας. Και αυτό αποδεικνύει ότι έχουμε μπει πλέον σε μια άλλη περίοδο, που έχει προκαλέσει η ανθρώπινη δραστηριότητα και η οποία απαιτεί άμεσα μέτρα αντιμετώπισης.

Παρέμβαση Πρασίνων και Αριστεράς

Οι γερμανοί πολίτες ανησυχούν και αυτό εξηγεί ως ένα βαθμό και την ανοδική πορεία των Πρασίνων, οι οποίοι έχουν σήμερα το πλεονέκτημα να «παίζουν στην έδρα τους» όταν η συζήτηση επικεντρώνεται σε τέτοια ζητήματα. O ένας εκ των συμπροέδρων τους ο Ρόμπερτ Χάμπεκ καταφέρνει να θέτει συνεχώς θέματα προς συζήτηση στη δημόσια ατζέντα, είτε αναφέρεται στην αναγκαιότητα για πλήρη κατάργηση της χρήσης λιγνίτη μέχρι το 2030, είτε ζητώντας την κατάργηση των εσωτερικών αεροπορικών πτήσεων μέχρι την ίδια ημερομηνία. Οι Πράσινοι παρενέβησαν και στο θέμα των εργασιακών συνθηκών, ζητώντας για παράδειγμα την ενίσχυση της εργασίας από το σπίτι όταν επικρατούν τέτοιες ακραίες συνθήκες.
Στη συζήτηση για την αλλαγή τρόπου ζωής που επηρεάζει οικονομία, εργασία, μετακινήσεις, φορολογία και μια σειρά από άλλα θέματα προσπαθεί να μπει πιο δυναμικά και η Αριστερά, όπως αποδεικνύει η επικέντρωση δικών της ΜΜΕ, όπως η εφημερίδα «Νόιες Ντόιτσλαντ» ολοένα και περισσότερο σε αυτή τη θεματολογία. Από την πλευρά της η κυβέρνηση δυσκολεύεται να ανταπεξέλθει στις νέες προκλήσεις, όπως αποδεικνύουν οι διάφορες υπουργικές συσκέψεις που έχουν ως θέμα τους το κλίμα και οι οποίες συνήθως λήγουν χωρίς τη λήψη συγκεκριμένων και κυρίως γενναίων μέτρων. Ειδικά στο θέμα των μέτρων φορολόγησης των εκπομπών του διοξειδίου του άνθρακα, οι αποφάσεις είναι δύσκολες αφού θα πρέπει να στραφούν και κατά συγκεκριμένων επιχειρηματικών συμφερόντων. Αλλά αυτό δεν είναι απλό. Όπως δεν θα είναι περίπατος για την κυβέρνηση Μέρκελ μια απόφαση να προσπαθήσει να μετακυλήσει πάλι το κόστος στους απλούς πολίτες. Πάντως το 71% των Γερμανών συμφωνεί για παράδειγμα με το ενδεχόμενο υψηλότερης φορολόγησης των αεροπορικών εισιτηρίων. Το υπόλοιπο 29% προφανώς θεωρεί ότι όλα αυτά είναι μύθος. Και αυτή είναι μια δεξαμενή ψηφοφόρων από την οποία αντλεί σταθερά δυνάμεις η Ακροδεξιά.

Ο μεγάλος συνασπισμός στο παρελθόν

Εδώ ξεκινούν και τα μεγάλα προβλήματα για το σύστημα Μέρκελ. Η καγκελάριος που αποχωρεί σε δόσεις ίσως να έχει αντιληφθεί το μέγεθος του προβλήματος. Όμως είναι εξαιτερικά αποδυναμωμένη πολιτικά και κυρίως γνωρίζει ότι στην επόμενη προεκλογική περίοδο δεν θα ηγηθεί αυτή του κόμματός της, ούτε θα καθορίσει το πρόγραμμά του με βάση την «διαίσθησή της», όπως συνήθιζε να κάνει μέχρι τώρα. Η διάδοχός της Ανεγκρέτ Κραμπ-Κάρενμπάουερ επελέγη γιατί θεωρητικά μπορεί να επαναπατρίσει ένα ακραία συντηρητικό ακροατήριο. Αυτό ακριβώς το ακροατήριο που έχει σε μεγάλο βαθμό μπολιαστεί με την ακροδεξιά συνθηματολογία και το οποίο θεωρεί παραφιλολογία αν όχι συνωμοσιολογία τα περί κλιματικής κρίσης. Ετσι οι όποιες αναφορές των Χριστιανοδημοκρατών στο ζήτημα είναι μάλλον αμήχανες και καθόλου πειστικές για το κεντρώο μορφωμένο ακροατήριο, το οποίο σε μεγάλο βαθμό τους θεωρούσε ως αξιόπιστους διαχειριστές της «εθνικής ευημερίας». Η Χριστιανοδημοκρατική Ένωση γίνεται ολοένα και περισσότερο ένα κόμμα που στην ηγεσία του κυριαρχεί μια ελίτ «ενωμένη με τα δεσμά του γάμου» με τα τραπεζικά και επιχειρηματικά συμφέροντα, αλλά η βάση του γερνάει ηλικιακά κουβαλώντας παρωχημένες, συντηρητικές ιδέες που στηρίζονται στην ελπίδα ότι όλα μπορούν να μείνουν ωραία όπως παλιά….
Όσο για τον άλλο κυβερνητικό εταίρο, τους σοσιαλδημοκράτες αυτός και αν ζει στο παρελθόν, κατατρεγμένος από τη νοσταλγία παλιών μεγαλείων που κανείς ψύχραιμος παρατηρητής δεν πιστεύει ότι θα μπορέσουν να επιστρέψουν.
Τα κόμματα του μεγάλου συνασπισμού διακατέχονται από ένα βαθύ συντηρητισμό και από μια δυσκινησία που έρχεται σε αντίθεση με ένα διάχυτο συναίσθημα της κοινωνίας ότι κάτι εδώ δεν πάει πια καλά και θα χρειαστούν ριζοσπαστικές λύσεις για να μπορέσει η κοινωνία να αντιμετωπίσει τις σύγχρονες προκλήσεις είτε αυτές είναι κοινωνικές, είτε εργασιακές, είτε οικολογικές. Στην Ανατολική Γερμανία αυτοί που αισθάνονται κοινωνικά ριγμένοι τριάντα χρόνια μετά την ενοποίηση θα ταχθούν στο πλευρό των ακροδεξιών λαϊκιστών ζητώντας κάποιου είδους εκδίκηση απέναντι στο «σύστημα. Αυτό προβλέπουν όλες οι δημοσκοπήσεις για τις εκλογές που έρχονται εκεί το φθινόπωρο.
Στη Δυτική Γερμανία ένα μεγάλο κομμάτι της μεσαίας τάξης που δεν νοιώθει απαραίτητα την απειλή της κοινωνικής υποβάθμισης έχει προβληματισμούς που αφορά τη βιωσιμότητα του πλανήτη, που σχετίζεται με την ποιότητα της καθημερινότητάς τους. Κι αυτοί ζητούν ριζοσπαστικές λύσεις τις οποίες βλέπουν ότι δεν έχει να προτείνει η παρέα των σκούρων κοστουμιών και των καλοραμμένων γυναικείων ταγιέρ που κυβερνά.
Είναι αυτός ο νέος ιδιότυπος «διπολισμός», για τον οποίο έχουμε ξαναγράψει. Το ερώτημα είναι αν οι Πράσινοι θα μπορέσουν να εκμεταλλευτούν όχι μόνο τη στιγμή αλλά την ιστορικη ευκαιρία. Να συμμαχήσουν δηλαδή με προοδευτικές δυνάμεις που αγωνίζονται για κοινωνική δικαιοσύνη και να προτείνουν ένα άλλο πρότυπο για την οικονομία συνολικά, το οποίο δε θα είναι τυφλά προσανατολισμένο στους παραδοσιακούς δείκτες ανάπτυξης με κάθε κόστος, αλλά θα αντιμετωπίζει τις ανάγκες ολόκληρης της κοινωνίας.