Ένα μέσο ένταξης μεταναστών και προσφύγων

ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ

Ένα μέσο ένταξης μεταναστών και προσφύγων

 metanasteytiko

Κατά την τελευταία πενταετία οι μεταναστευτικές ροές προς την Ελλάδα έχουν ανέλθει σε ποσοστά δυσανάλογα σε σχέση με αυτά των προηγούμενων ετών. Μια χώρα πληγείσα από την παρατεταμένη και ιδιαίτερης έντασης οικονομική κρίση ήρθε αντιμέτωπη με την καθημερινή υποδοχή χιλιάδων μεταναστών και προσφύγων, ενώ παράλληλα καλείται να εξασφαλίσει αξιοπρεπείς συνθήκες διαβίωσης, αλλά και να καλύψει επαρκώς στοιχειώδεις ανάγκες των ανθρώπων αυτών όπως στέγη, τροφή και υγειονομική περίθαλψη. Οι διεθνείς προσταγές για το σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων οδηγούν εξ ορισμού στην ανάγκη άσκησης πολιτικών, οι οποίες οφείλουν να έχουν ως γνώμονα την ομαλή κοινωνική ένταξη και την εξασφάλιση της αρμονικής συνύπαρξης και αφομοίωσης του συνόλου των μεταναστών στην ελληνική κοινωνία.

 

Το ακανθώδες αυτό ζήτημα της μετανάστευσης συνεχίζει, παρά την πάροδο των ετών, να ταλανίζει την ελληνική κοινωνία, ενώ τα ερωτήματα τα οποία γεννιούνται αναφορικά με τις κυβερνητικές προθέσεις παραμένουν αναπάντητα. Είμαστε διατεθειμένοι ως κράτος να προχωρήσουμε σε μια λύση με κοινωνικό πρόσωπο, προσανατολισμένοι στην ένταξη σε όλες τις εκφάνσεις της ή θα λειτουργήσουμε ως χώρα – αποθήκη αγνοώντας την επιτακτικότητα για άμεση επίλυση του ζητήματος; Δεδομένου ότι το πρόβλημα παραμένει και θα συνεχίσει να πλανάται όσο βρισκόμαστε υπό την απειλή της γείτονος για άνοιγμα των συνόρων και ανεξέλεγκτη ροή μεταναστών και προσφύγων προς τη χώρα μας, απαιτείται στρατηγικός μακρόπνοος σχεδιασμός, συνολική και αποτελεσματική διαχείριση, επαρκής προετοιμασία, καλή γνώση και διαρκής επαγρύπνηση.

Ενδεικτικά της κατάστασης είναι τα διαθέσιμα στοιχεία για τον αριθμό αιτήσεων στις Υπηρεσίες Ασύλου της χώρας. Σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα στοιχεία του υπουργείου Μεταναστευτικής Πολιτικής (Φεβρουάριος 2018), ο αριθμός των μεταναστών αιτούντων ασύλου οι οποίοι φιλοξενούνται στη χώρα μας σήμερα ανέρχεται σε 513.709 χιλιάδες ανθρώπους. Ως απάντηση, λοιπόν, στα παραπάνω ερωτήματα έρχεται η διαπίστωση ότι μόνο μέσω της εργασιακής και κοινωνικής ένταξης μπορεί να επιτευχθεί η ομαλή αφομοίωση αυτού του πληθυσμού. Κάνοντας λόγο για ένταξη, όμως, δεν θα πρέπει να θεωρηθεί ότι αναφερόμαστε αποκλειστικά στην κοινωνική ένταξη, η οποία μπορεί να επέλθει εν μέρει μέσω της εκπαίδευσης, αλλά και στην εργασιακή ένταξη, η οποία αποτελεί ένα στοίχημα για όλες τις ιδιαίτερες πληθυσμιακές ομάδες. Τα παραδείγματα του εξωτερικού αναφορικά με την εργασιακή ένταξη των μεταναστών μπορούν να αποτελέσουν τη βάση ενός ευρύτερου πλαισίου ένταξης, δίνοντας τις κατευθυντήριες γραμμές ως προς την υιοθέτηση και υλοποίηση αντίστοιχων πρακτικών προσαρμοσμένων στην Ελληνική πραγματικότητα.

Θα μπορούσαμε ενδεχομένως να θεωρήσουμε πως η συνεταιριστική οικονομία και η κοινωνική επιχειρηματικότητα μπορούν να αποτελέσουν πρόσφορο έδαφος για την εργασιακή ένταξη μεταναστών και προσφύγων. Δεδομένης της παλαιόθεν απορρόφησης μεταναστών σε κτηνοτροφικές και αγροτικές εργασίες, αλλά και λόγω της διαρκώς αυξανόμενης δυναμικής της κοινωνικής οικονομίας και επιχειρηματικότητας, ανοίγεται μια δίοδος με σαφή προοπτική για ομαλή κοινωνική ένταξη των μεταναστών και προσφύγων μέσω της εργασίας, υπό προϋποθέσεις. Πιο συγκεκριμένα, ένα προτεινόμενο εργασιακό μοντέλο το οποίο θα μπορούσε ενδεχομένως να λειτουργήσει προς αυτή την κατεύθυνση, είναι αυτό της απορρόφησης των μεταναστών και προσφύγων από κοινωνικές επιχειρήσεις και συνεταιρισμούς ή ακόμη και της δημιουργίας Κοιν.Σ.Επ. από τους ίδιους. Βασική προϋπόθεση βέβαια, αποτελεί η χαρτογράφηση των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών των μεταναστών και προσφύγων στο σύνολο τους, δημιουργώντας το ατομικό εκπαιδευτικό και εργασιακό τους προφίλ, όπως επίσης και η καταγραφή των αναγκών, σε εργατικό δυναμικό, που εμφανίζονται σε τοπικό επίπεδο ανά περιφέρεια, στοχεύοντας στη διασύνδεση και την κάλυψη των αναγκών αυτών με μέρος του εισαχθέντος πληθυσμού.

Οι προοπτικές που γεννιούνται μέσα από ένα μελετημένο εργασιακό μοντέλο ένταξης είναι πολλές και μπορούν να αξιοποιηθούν μόνο μέσω ισχυρής πολιτικής βούλησης και δέσμευσης. Το στοίχημα επίλυσης του προσφυγικού είναι δύσκολο, αλλά οφείλει να κερδηθεί.

 

Μαριαλένα Γάκου,

Χρήστος Τσιλίκης*

 

* Η Μ. Γάκου είναι κοινωνιολόγος Παντείου Πανεπιστημίου και ο Χ. Τσιλίκης είναι διδάκτωρ Κοινωνικής Οικονομίας Παντείου Πανεπιστημίου.