Ένα ψη­φια­κό μου­σείο για τη Μα­κρό­νη­σο

makronisos

Του Θα­νά­ση Γάλ­λου*

Φέ­τος συ­μπλη­ρώ­νο­νται 70 χρό­νια α­πό τον Μάιο του 1947, ό­ταν το Β’ Τάγ­μα Σκα­πα­νέων με­τα­φε­ρό­ταν α­πό το Πόρ­το Ρά­φτη στη Μα­κρό­νη­σο και το στρα­τό­πε­δο τέ­θη­κε σε λει­τουρ­γία. Για­τί, πα­ρά τη δια­δε­δο­μέ­νη α­ντί­λη­ψη ό­τι η Μα­κρό­νη­σος ή­ταν ε­ξο­ρία, το νη­σί, του­λά­χι­στον τα πρώ­τα δύο χρό­νια, δεν λει­τούρ­γη­σε ως τέ­τοιος τό­πος. Ήταν στρα­τό­πε­δο «α­να­μόρ­φω­σης», στο ο­ποίο, θεω­ρη­τι­κά του­λά­χι­στον, έ­κα­ναν ά­ο­πλη θη­τεία οι στρα­τιώ­τες «υ­πό­πτων» πο­λι­τι­κών φρο­νη­μά­των. Από το 1949 ξε­κί­νη­σαν να στέλ­νο­νται στη Μα­κρό­νη­σο και πο­λι­τι­κοί ε­ξό­ρι­στοι, ε­νώ α­πό το 1950, με­τα­φέρ­θη­καν ε­κεί και γυ­ναί­κες ε­ξό­ρι­στες. Το νη­σί α­πο­τε­λού­σε μία ο­λό­κλη­ρη πο­λι­τεία, με Τάγ­μα­τα Σκα­πα­νέων, Στρα­τιω­τι­κές Φυ­λα­κές (ΣΦΑ), διοι­κη­τι­κά κτί­ρια κλπ., τα α­πο­μει­νά­ρια των ο­ποίων μπο­ρεί να δει ο ε­πι­σκέ­πτης α­κό­μα και σή­με­ρα, μνη­μεία της πο­λύ σκο­τει­νής ε­κεί­νης ε­πο­χής.

Το κο­λα­στή­ριο

Η πε­ρίο­δος 1947-1950 α­πο­τε­λεί την πιο «έν­δο­ξη» πε­ρίο­δο της λει­τουρ­γίας του στρα­το­πέ­δου. Δε­κά­δες χι­λιά­δες άν­θρω­ποι πέ­ρα­σαν α­πό τη Μα­κρό­νη­σο, βα­σα­νί­στη­καν, δο­λο­φο­νή­θη­καν, προ­κει­μέ­νου να υ­πο­γρά­ψουν δή­λω­ση «με­τα­νοίας» για τα α­ρι­στε­ρά και δη­μο­κρα­τι­κά τους φρο­νή­μα­τα. Η ι­διαι­τε­ρό­τη­τα της Μα­κρο­νή­σου έ­γκει­ται στο γε­γο­νός ό­τι στό­χος δεν ή­ταν, θεω­ρη­τι­κά του­λά­χι­στον, ο ε­γκλει­σμός ή η τι­μω­ρία, αλ­λά η με­τά­νοια και η «α­νά­νη­ψη» των κρα­του­μέ­νων. Επρό­κει­το για έ­να τε­ρά­στιο «πεί­ρα­μα», το ο­ποίο συ­γκέ­ντρω­σε και το διε­θνές εν­δια­φέ­ρον, έ­να πεί­ρα­μα στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα α­πό-αν­θρω­πο­ποίη­σης των αν­θρώ­πων.
Από το 1950 και μέ­χρι το 1953, ο α­ριθ­μός των κρα­του­μέ­νων μειώ­νε­ται δρα­στι­κά και βελ­τιώ­νο­νται οι συν­θή­κες κρά­τη­σης τους. Η χρή­ση της με­γα­λύ­τε­ρης έ­κτα­σης του νη­σιού για τα στρα­τό­πε­δα συ­νε­χί­στη­κε ως το 1957 πε­ρί­που, αλ­λά με πά­ρα πο­λύ μι­κρό α­ριθ­μό κρα­του­μέ­νων, ε­νώ μέ­χρι τον Οκτώ­βριο του 1960 λει­τουρ­γού­σαν μό­νο οι Στρα­τιω­τι­κές Φυ­λα­κές Αθη­νών. Η φρου­ρά φύ­λα­ξης των ε­γκα­τα­στά­σεων (10-15 άν­δρες) ε­γκα­τέ­λει­ψε το νη­σί το 1961. Υπο­λο­γί­ζε­ται ό­τι οι άν­θρω­ποι που δεν υ­πέ­γρα­ψαν δή­λω­ση «με­τα­νοίας» στο κο­λα­στή­ριο της Μα­κρο­νή­σου εί­ναι λι­γό­τε­ροι α­πό το 1% ό­σων συ­νο­λι­κά κρα­τή­θη­καν ε­κεί. Ο τρό­μος για τα ό­σα συ­νέ­βαι­ναν στη Μα­κρό­νη­σο ή­ταν τέ­τοιος, ώ­στε πολ­λοί κρα­τού­με­νοι υ­πέ­γρα­φαν ή­δη στο πλοίο που τους με­τέ­φε­ρε α­πό το Λαύ­ριο στο νη­σί.

Μου­σείο στη μνή­μη των θυ­μά­τω­ν

Τα Αρχεία Σύγ­χρο­νης Κοι­νω­νι­κής Ιστο­ρίας (Α­ΣΚΙ) ε­πι­θυ­μώ­ντας να α­να­δεί­ξουν την ι­στο­ρία της Μα­κρο­νή­σου, το τραύ­μα και τη μνή­μη των αν­θρώ­πων που βα­σα­νί­στη­καν ε­κεί, σε συ­νερ­γα­σία με το Σπου­δα­στή­ριο Νέ­ου Ελλη­νι­σμού, δη­μιούρ­γη­σαν έ­να ψη­φια­κό μου­σείο. Τα Α­ΣΚΙ α­ξιο­ποίη­σαν το πλού­σιο υ­λι­κό που πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται στις αρ­χεια­κές και έ­ντυ­πες συλ­λο­γές τους. Η με­γα­λύ­τε­ρη συλ­λο­γή των Α­ΣΚΙ που α­φο­ρά στη Μα­κρό­νη­σο, εί­ναι το φω­το­γρα­φι­κό αρ­χείο του Νί­κου Μάρ­γα­ρη, με πε­ρισ­σό­τε­ρες α­πό 1.200 φω­το­γρα­φίες α­πό το νη­σί. Επί­σης, ση­μα­ντι­κά τεκ­μή­ρια υ­πάρ­χουν εν­δει­κτι­κά στο αρ­χείο του ΚΚΕ, στο αρ­χείο της Ε­ΔΑ, στο αρ­χείο του ρα­διο­φω­νι­κού σταθ­μού «Ελεύ­θε­ρη Ελλά­δα», στο αρ­χείο του Μι­χά­λη Κύρ­κου, στο αρ­χείο του Στέ­φα­νου Σα­ρά­φη, του Αντώ­νη Φλού­ντζη, της Βι­κτω­ρίας Θε­ο­δώ­ρου, αλ­λά και σε άλ­λος συλ­λο­γές των Α­ΣΚΙ.
Φω­το­γρα­φι­κό υ­λι­κό, αρ­χεια­κά τεκ­μή­ρια, προ­πα­γαν­δι­στι­κά έ­ντυ­πα χρη­σι­μο­ποιή­θη­καν στο ψη­φια­κό μου­σείο, το ο­ποίο πε­ρι­λαμ­βά­νει πε­ρισ­σό­τε­ρα α­πό 1.000 τεκ­μή­ρια, τα ο­ποία α­να­δει­κνύουν ό­λες τις πλευ­ρές της σκλη­ρής κα­θη­με­ρι­νό­τη­τας στο νη­σί, τις δρα­στη­ριό­τη­τες, τους ό­ρους δια­βίω­σης, τη βία, την προ­πα­γάν­δα, τις «καλ­λι­τε­χνι­κές» εκ­δη­λώ­σεις, τις ε­πι­σκέ­ψεις των ε­πι­σή­μων κλπ. Επι­θυ­μώ­ντας το ψη­φια­κό μου­σείο της Μα­κρο­νή­σου να α­πευ­θύ­νε­ται στο ευ­ρύ κοι­νό, και ό­χι μό­νο στους ι­στο­ρι­κούς και στους ε­ρευ­νη­τές, ε­πι­χει­ρή­σα­με ο ί­διος ο κόμ­βος να εί­ναι εύ­χρη­στος σε ό­λους, ώ­στε να διευ­κο­λύ­νει τους ε­πι­σκέ­πτες στην α­να­ζή­τη­ση τους.
Για την εκ­πό­νη­ση του ση­μα­ντι­κού αυ­τού έρ­γου ερ­γα­στή­κα­με συ­στη­μα­τι­κά πολ­λοί άν­θρω­ποι. H θερ­μή υ­πο­δο­χή με την ο­ποία έ­γι­νε δε­κτό το έρ­γο, οι χι­λιά­δες ε­πι­σκέ­πτες του ψη­φια­κού μου­σείου ή­δη α­πό τις πρώ­τες η­μέ­ρες της λει­τουρ­γίας του κόμ­βου, μας γε­μί­ζει πε­ρη­φά­νια και α­πο­δει­κνύει για μία α­κό­μα φο­ρά πό­σο ση­μα­ντι­κή εί­ναι η με­λέ­τη, α­κό­μα και των πιο σκο­τει­νών πτυ­χών της ι­στο­ρίας.

*Ο Θα­νά­σης Γάλ­λος εί­ναι δρ. Ιστο­ρίας, Α­ΣΚΙ