Ένα τραγούδι για αόρατους και για χαμένους

ΜΙΚΡΑ ΣΧΟΛΙΑ ΓΙΑ ΒΙΒΛΙΑ ΠΟΥ ΔΙΑΒΑΣΑ

 

Ένα τραγούδι για αόρατους και για χαμένους

 athanasiou

Ρομπέρτο Μπολάνιο «Το παγοδρόμιο» (μτφ. Κρίτων Ηλιόπουλος, εκδ. Άγρα, 2016)

 

Καλοκαίρι, σε κάποια ανώνυμη τουριστική κωμόπολη της Καταλονίας. Ενώ η πόλη ζει στους ράθυμους καλοκαιρινούς ρυθμούς δίπλα στη θάλασσα, στους δρόμους της εκτυλίσσεται μια ιστορία αυτοκαταστροφικού έρωτα και σαρκικού πάθους και σωτήριας αγάπης και ματαιοδοξίας και κατάχρησης δημόσιου χρήματος και φόνου. Μια ιστορία ελπίδας, απελπισίας και παραλογισμού.

 

Την ιστορία σκιαγραφούν τρεις αφηγήσεις: τρεις ανδρικές φωνές που αφηγούνται (εξομολογούνται) εκ των υστέρων η καθεμιά τη δική της εκδοχή για τα γεγονότα και τα πρόσωπα: ένας Χιλιανός συγγραφέας που έχει ανοίξει τουριστικές επιχειρήσεις, ένας Μεξικανός ποιητής χωρίς άδεια παραμονής και άδεια εργασίας, ο οποίος ζει με τον φόβο της απέλασης και δουλεύει ως νυχτοφύλακας στο κάμπινγκ ιδιοκτησίας του προηγούμενου και, τρίτος, ένας Ισπανός σύμβουλος της δημάρχου, άχρωμος γραφειοκράτης αλλά παράφορα ερωτευμένος, με ένα πάθος τόσο σαρωτικό που τελικά θα τον οδηγήσει στην καταστροφή. Τρεις αφηγητές, από τις τρεις χώρες στις οποίες έζησε τη σύντομη ζωή του ο Ρομπέρτο Μπολάνιο.

Κοντά σε αυτούς, η Νούρια, μια φιλόδοξη αθλήτρια του καλλιτεχνικού πατινάζ, που δημιουργεί μια ερωτική σχέση με τον πρώτο, αλλά γίνεται αντικείμενο του έρωτα του τρίτου, όταν την γνωρίζει σε κάποια βράβευση. Όταν η Νούρια, μετά από μια σύντομη καριέρα, αποκλείεται από την εθνική ομάδα καλλιτεχνικού πατινάζ, ο εκτός ορίων έρωτας του συμβούλου της δημάρχου τον οδηγεί να συλλάβει ένα απίστευτο σχέδιο για να την βοηθήσει, με την απαραίτητη βέβαια συμβολή του δημόσιου χρήματος.

Και, ενώ αυτός ο έρωτας οδηγεί σιγά-σιγά στον γκρεμό, ο Μεξικανός μετανάστης αρχίζει να ζει μια άλλη, δύσκολη κι αυτή, αγάπη, η οποία όμως τελικά θα αποδειχτεί σωτήρια, όχι μόνο για τον ίδιο. Μέσα σε αυτόν τον καμβά κινούνται και άλλα πρόσωπα, το καθένα με το βάρος που κουβαλάει στην πλάτη του, με πολύ χαρακτηριστική τη μορφή της –θλιβερής και τραγικής ταυτόχρονα– γερασμένης πρώην τραγουδίστριας της όπερας.

 

Η τεχνική της πολυφωνικής αφήγησης

 

Οι τρεις αφηγήσεις αλληλοσυμπληρώνονται ακόμα και (κυρίως, μάλλον) όταν αντιφάσκουν και αλληλογρονθοκοπούνται. Είναι χαρακτηριστικό το πώς βλέπει ο καθένας τον εαυτό του ή τον ρόλο του στην ιστορία και πώς αυτά αποτυπώνονται μέσα από τα μάτια των άλλων. Ο ξέχειλος από τρυφερό έρωτα σύμβουλος είναι ταυτόχρονα «σιχαμερός» και «μικρός τύραννος γεμάτος φοβίες και ιδιοτροπίες» και «ένας απαίσιος χοντρός και κλαψιάρης». Ο πιστός φίλος, για τον έναν, για τον άλλον αφηγητή «ό,τι έπιανε στα χέρια του εξαχρειωνόταν, φτώχαινε, βρόμιζε». Η «πιο όμορφη γυναίκα» που είχε δει ποτέ και από όσες θα δει στο μέλλον (!) ο ένας αφηγητής, η θεϊκή παγοδρόμος που γεννά αυτόν τον παθιασμένο έρωτα, για τον άλλο αφηγητή απλώς «μιμείται πολύ άσχημα (παρότι μέσα στην αδεξιότητα κάτι παλλόταν)».

Έτσι, για άλλη μια φορά βλέπουμε εδώ την αγάπη του Μπολάνιο για την τεχνική της πολυφωνικής αφήγησης, την οποία θα οδηγήσει στην κορύφωσή της στο δεύτερο μέρος των Άγριων ντετέκτιβ, με τον καταρράκτη των 53 αφηγητών.

Όταν τελικά θα διαπραχθεί ο φόνος (με θύμα και θύτη απρόσμενους), πυροδοτείται μια σειρά από εξελίξεις που φαίνεται πως θα ανατρέψουν τα πάντα. Η τραγικότητα της ομολογίας του φονιά («Τι αρρώστια έχω; Τίποτα δεν με πονάει») έρχεται απλώς να κλείσει τον κύκλο.

 

Σημαδεμένοι με πληγές ανεξίτηλες

 

Το Παγοδρόμιο εκδόθηκε για πρώτη φορά στην Ισπανία το 1993 και συχνά αναφέρεται ως το πρώτο μυθιστόρημα του Μπολάνιο, μιας και πολλές φορές ξεχνιούνται δύο προηγούμενα βιβλία του, τα οποία παρ’ όλα αυτά αναφέρονται στον πρόλογο της ελληνικής έκδοσης.

Επειδή κατά καιρούς έχει γίνει πολλή συζήτηση για το «φαινόμενο Μπολάνιο» και την «κατασκευή» του, αυτό το πρώιμο βιβλίο του, με τις όποιες αδυναμίες του ακόμα, δείχνει το μέγεθος που είχε ο Μπολάνιο ως συγγραφέας, πάντα, προφανώς και πριν τον ανακαλύψει η αγορά των ΗΠΑ.

Μυθιστόρημα με στοιχεία αστυνομικού, το Παγοδρόμιο υιοθετεί κάποιους «κανόνες» του είδους αλλά ταυτόχρονα υπονομεύει άλλους: ένα αστυνομικό χωρίς αστυνομικούς και ντετέκτιβ, χωρίς έρευνα, τελικά χωρίς ενόχους και «κακούς». Ο Μπολάνιο χρησιμοποιεί όπως πάντα την ειρωνεία και τον σαρκασμό («οι υποτακτικοί άνθρωποι είναι προδοτικοί και καλύτερα να μην τους έχεις εμπιστοσύνη», λέει – όχι κάποιος άλλος, αλλά ο γραφειοκράτης σύμβουλος της δημάρχου…), για να γράψει ένα μυθιστόρημα για ανθρώπους που  ο καθένας με κάποιον τρόπο είναι αόρατος, με έμμεσο και υπόγειο κοινωνικοπολιτικό σχολιασμό και με κάθε σελίδα να αφήνει πίσω της μια διάχυτη αίσθηση μελαγχολίας.

Όλα όμως τελικά κάνουν τον κύκλο τους ακόμα κι αν «ήταν δύσκολο να πιστέψεις ότι η όλη υπόθεση είχε ξεχαστεί σε τόσο λίγο χρόνο». «Άλλα σκάνδαλα είχαν βγει στη φόρα και ο κόσμος εξακολουθούσε να μένει ατάραχος στην πορεία του μέσα στο κενό». Η σκληρή αυτή περιπέτεια θα αλλάξει, τελικά, όλους όσοι ενεπλάκησαν και, αν κάποιοι διασώζονται, οι περισσότεροι θα καταλήξουν σημαδεμένοι με πληγές ανεξίτηλες. Η ζωή όμως συνεχίζεται. Όπως λέει και ένας από τους αφηγητές, «ό,τι χάσαμε χάσαμε και πρέπει να κοιτάζουμε μπροστά».

 

Κώστας Αθανασίου