Ένας κόσμος συμφιλιωμένος με τα πάθη του

Marguerite Yourcenar «Άννα, σορόρ…»,
μετάφραση: Σπύρος Γιανναράς, εκδόσεις Άγρα, 2020, σ. 139

Για μία συγγραφέα, λόγια και κλασικής παιδείας, σαν την Μαργκερίτ Γιουρσενάρ, η έκδοση ή επανέκδοση κάθε γραπτού της αποκτάει μια ιδιαίτερη βαρύτητα πόσο μάλιστα όταν τα σφραγισμένα αρχεία με την αλληλογραφία της θα ανοίξουν το 2037!
Το μικρό μυθιστόρημα «Άννα, σορόρ…» επανέρχεται με το διαφωτιστικό επίμετρο της ίδιας της συγγραφέως και την καλοδουλεμένη μετάφραση του συγγραφέα Σπύρου Γιανναρά. Έτσι εγκαταλείπεται η παλαιότερη έκδοση της Ιωάννας Χατζηνικολή, που είχε αναλάβει να εκδώσει και να μεταφράσει όσο ζούσε ολόκληρο το έργο της Γιουρσενάρ.
H Μαργκερίτ Γιουρσενάρ γεννήθηκε στις Βρυξέλλες στις 7 Ιουνίου του 1903. Λίγες μέρες μετά η Βελγίδα μητέρα της πέθανε από επιλόχειο πυρετό και περιτονίτιδα. Έτσι η μικρή θα μεγαλώσει στο πλευρό του Γάλλου πατέρα της και για ένα διάστημα θα έχει τη διακριτική «μητρική» επίβλεψη της Ζαν, μιας αδελφικής φίλης και συμμαθήτριας της μητέρας της.
Η μικρή Μαργκερίτ θα ταξιδεύει ακατάπαυστα στην Ευρώπη και στον κόσμο, συνοδεύοντας τον επιφανή και όχι πάντα οικονομικά εύρωστο πατέρα της. Μετακόμιζαν συχνά και δεν πήγε ποτέ της σχολείο. Εκείνος την θεωρούσε τέλεια κόρη και φρόντισε να τροφοδοτεί τις γνώσεις και την παιδεία της. Εκείνη τον επανέφερε στα κείμενά της στους χαρακτήρες του Αδριανού ή του Ζήνωνα, αλλά κυρίως τον έκανε βασικό της ήρωα στα «Αρχεία του Βορρά».
Σίγουρα βάραινε η απουσία της μητέρας της, ωστόσο δεν είχε προλάβει να την γνωρίσει κι έτσι γλίτωσε από την ιδιαίτερη εκπαίδευση των κοριτσιών εκείνης της εποχής. Διαμόρφωνε το δικό της ανεξάρτητο πνεύμα, με εφόδια τις ξένες γλώσσες, το διάβασμα, τα ταξίδια, τα μουσεία. Το ταξίδι, η περιπλάνηση ήταν ο στόχος της και έζησε σαν νομάς ανακαλύπτοντας τόπους και ιστορίες, εμπνεόμενη από παντού.
Έφηβη στα δεκαεπτά είχε αρχίσει να γράφει και να σκέφτεται μια έκδοση και έτσι ο εκδότης Περέν εκδίδει το 1921 με έξοδα του πατέρα της το πρώτο της ποιητικό έργο «Ο κήπος των Χιμαιρών». Στο χειρόγραφο η υπογραφή «Μαργκ Γιουρσενάρ» δεν προσδιορίζει το φύλο του συγγραφέα. Και εξήντα χρόνια μετά, στα εβδομήντα οκτώ της, η Μαργκερίτ Γιουρσενάρ θα είναι η πρώτη γυναίκα που γίνεται δεκτή στην Γαλλική Ακαδημία, ενώ θα πεθάνει το 1987 στην Αμερική, στο νησί του Μάουντ Ντέζερτ, κατέχοντας και την αμερικανική υπηκοότητα.

Κείμενα προδρομικά των αριστουργημάτων

Ακολουθεί ένα δεύτερο ποιητικό έργο το 1922 ενώ τότε συλλαμβάνει τη γραφή ενός μεγάλου μυθιστορήματος, οι «Στρόβιλοι», που θα αφηγείται την αλληλένδετη ιστορία πολλών οικογενειών σε διάστημα τεσσάρων περίπου αιώνων (στοιχεία από τη βιογραφία της Γιουρσενάρ γραμμένη από την Josyane Savigneau εκδ. Χατζηνικολή 1990). Ξαναδουλεμένα τα κείμενα αυτού του προσχεδίου θα αποτελέσουν στη συνέχεια (το 1934) τη συλλογή από νουβέλες «Ο θάνατος οδηγεί τα υποζύγια». Για να τους δώσει μια ενότητα μορφής είχε αποφασίσει να τα ονομάσει Κατά το πρότυπο του Ντίρερ, Κατά το πρότυπο του Γκρέκο, Κατά το πρότυπο του Ρέμπραντ, όμως τελικά της φάνηκαν αρκετά εμμονικοί και μουσειακοί τίτλοι. Το δεύτερο εξ αυτών με ελάχιστες τροποποιήσεις κυκλοφόρησε το 1981 με τίτλο Anna soror… (soror στα λατινικά είναι η αδελφή). Κείμενα προδρομικά των αριστουργημάτων που θα ακολουθήσουν όπως το «Αδριανού απομνημονεύματα».
H περιπλανώμενη Μαργκερίτ είχε αγαπήσει την Ιταλία από το 1922 όταν διέμενε στη Βενετία. Την επόμενη δεκαετία θα ακολουθήσουν και άλλες επισκέψεις που θα αποτελέσουν σκηνικό στις ιστορίες. Στη Νάπολη, βασικό τόπο του παρόντος μυθιστορήματος, έφτασε την άνοιξη του 1925. Σκαρφαλώνοντας στο Φρούριο του Σεντ Έλμο, δείχνει στον πατέρα της την παράξενη Πιετά, στην εκκλησία της Αγίας Άννας των Λομβαρδών, μια βίαιη υποβλητική εικόνα που την περιγράφει στο Αnna soror… τη στιγμή της σκηνής της Μεγάλης Πέμπτης, ένα από τα δυνατά επεισόδια που σηματοδοτούν τον έρωτα ανάμεσα στους δύο ήρωές της, την Άννα και τον αδελφό της Μιγκέλ.

Θρησκευτικές ταυτίσεις, υπερβατικές στιγμές

Αυτός ο αιμομικτικός έρωτας είναι και το βασικό θέμα του σύντομου μυθιστορήματος που διαδραματίζεται το δέκατο έβδομο αιώνα στο Φρούριο της Νάπολης αλλά και στην ευρύτερη περιοχή της Καλαβρίας, όπου καλλιεργεί τα κτήματά του ο πατέρας τους ο Ισπανός Ντον Αλβάρε. Η πλοκή επικεντρώνεται στις μέρες πριν την αναχώρηση του Μιγκέλ για την Ισπανία στην καινούργια θέση που του προορίζεται, γεγονός που γεμίζει με θλίψη την Άννα.
Στο μεταξύ στα κτήματα της Καλαβρίας ο Μιγκέλ βιώνει πρωτόγνωρες εμπειρίες, πιστεύει ότι συναντάει μια κοπέλα βγαλμένη από ελληνικούς μύθους, βαραίνει το κλίμα στους βάλτους και η μάνα τους, η Ντόνια Βαλεντίνη, πεθαίνει από πυρετό ζητώντας τους να μην μισήσουν ποτέ ο ένας τον άλλον. «Αγαπιόμαστε» είπε η Άννα. «Το ξέρω» είπε η μάνα τους κλείνοντας τα μάτια. Την μεταφέρουν να θαφτεί πίσω στην Νάπολη ύστερα από μια βασανιστική πορεία με τις άμαξες. Πόθος, θάνατος και πένθος για τα δύο αδέλφια.
Κι ενώ ο Μιγκέλ ετοιμάζεται για το ταξίδι του η Άννα τον παίρνει μαζί της στις ακολουθίες της Μεγάλης Εβδομάδας όπου, μέσα στις εκκλησίες, αναβλύζει η αγάπη τους μέσα από θρησκευτικές ταυτίσεις, υπερβατικές στιγμές αλλά και ψυχοσωματικές απωθήσεις σε σημείο ο Μιγκέλ να ζηλεύει τη λατρεία της αδελφής του προς τον Ιησού. Αισθήματα συνενοχής, έντασης, καχυποψίας τους διακατέχουν. Παρακολουθεί ο ένας τον άλλον, τις ανεπαίσθητες κινήσεις τους, τα μισόλογα, τα υπονοούμενα. Η αναπόφευκτη ερωτική τους προσέγγιση είναι οικειοθελής και περιγράφεται πολύ διακριτικά. Νύχτα Μεγάλης Παρασκευής ολοκληρώνεται το πάθος και το δράμα τους. Το ταξίδι του Μιγκέλ όμως ακυρώνεται κι εκείνος θα καταφύγει στις γαλέρες, διώκτης των κουρσάρων, μέχρι που θα σκοτωθεί, ενώ η Άννα θα βρεθεί πολύ αργότερα παντρεμένη στην Φλάνδρα, συμβιβασμένη, ζώντας εκείνο το παλιό όνειρο, το αξεπέραστο της αδελφικής αγάπης.

Υποδοχή με αρκετές αντιρρήσεις

Το βιβλίο της Γιουρσενάρ το υποδέχθηκαν με αρκετές αντιρρήσεις τον καιρό που εκδόθηκε. Στο επίμετρο, ένα κείμενο της, προσπαθεί να εκθέσει τα κίνητρα και τις επιρροές της γραφής της φέρνοντας παραδείγματα αιμομικτικών σχέσεων από την παγκόσμια λογοτεχνία (Τζον Φορντ, Μπάιρον, Τόμας Μαν). Η ίδια ταυτιζόταν και με τους δύο ήρωές της, απαντώντας στην απορία πώς μία γυναίκα μπορεί να γράφει από αντρική σκοπιά ή το αντίθετο και παραπέμποντας στη δήλωση του Φλομπέρ πως κάθε συγγραφέας κουβαλάει όλα τα φύλα μέσα του.
Σήμερα διαβάζουμε το βιβλίο αυτό όχι μόνον για το κοινωνικο-ιστορικό του πλαίσιο και για το αισθητικό περιεχόμενο, μα κυρίως γιατί πρόκειται για ένα κείμενο, γραμμένο στις αρχές του αιώνα από μια νεαρή γυναίκα που τόλμησε να προσεγγίσει θέματα ταμπού: θέματα ερωτισμού, επιθυμίας και ταυτότητας, δείχνοντας και το δρόμο που θα ακολουθούσε στη γραφή και στη ζωή της, κρατώντας τα μάτια της ανοιχτά μέχρι τέλους, αντικρίζοντας τον κόσμο σαν ένα διαχρονικό, διατοπικό σύνολο, συμφιλιωμένο με τα όνειρα και τα πάθη του.

Θεόδωρος Γρηγοριάδης,
συγγραφέας