Ένας μικρός και δυσλειτουργικός συνασπισμός

Ο κυβερνητικός συνασπισμός στην Γερμανία είδε το… μπόι του να κονταίνει κατά περίπου 20 μονάδες. Η εξέλιξη αυτή, σε συνδυασμό με την άνοδο Πρασίνων και Φιλελευθέρων, ξαναζεσταίνει σενάρια για την πρόωρη διακοπή του συνασπισμού των Χριστιανοδημοκρατών-Σοσιαλδημοκρατών την ώρα που η die Linke δεν μπόρεσε να αποτελέσει εξαίρεση στη γενικότερη τάση μείωσης των δυνάμεων της ευρωπαϊκής Αριστεράς.

Του Δημήτρη Σμυρναίου

Αν δεν υπήρχε η γενικότερη συζήτηση για τα μηνύματα, που έστειλαν την περασμένη Κυριακή συνολικά οι ευρωπαίοι πολίτες και η επικέντρωση στο πολιτικό μέλλον του Μάνφρεντ Βέμπερ, ίσως και στις υπόλοιπες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες να είχαν συνειδητοποιήσει ότι οι ευρωεκλογές προκάλεσαν ένα πολιτικό σεισμό στην Γερμανία. Είναι προφανές ότι οι επόμενοι μήνες θα είναι γεμάτοι από πολιτικές εξελίξεις, μετά την κατάρρευση των ποσοστών και των δύο κυβερνητικών εταίρων, που μαζί πλέον δεν φτάνουν ούτε το 45%. Ο όρος «μεγάλος συνασπισμός» αποτελεί πιά στην καλύτερη περίπτωση ευφημισμό και στη χειρότερη απόδειξη ότι η δικομματική γραφειοκρατία ακόμα δεν έχει συναίσθηση των αλλαγών, που συντελούνται στην κοινωνία.
Είναι λίγοι εκείνοι που πιστεύουν ότι αυτή η τραυματισμένη συμμαχία θα μπορέσει να εξαντλήσει την τετραετία, αφού η συγκατοίκηση αποδεικνύεται τραυματική εμπειρία και για τους δύο. Ειδικά οι σοσιαλδημοκράτες είδαν τα ποσοστά τους να πέφτουν στα επίπεδα μικρομεσαίου κόμματος (15,8%) και τους Πράσινους να τους προσπερνούν άνετα και να εδραιώνονται στη δεύτερη θέση. Το αποτέλεσμα αυτό άνοιξε πάλι τη συζήτηση για το ενδεχόμενο εγκατάλειψης της συγκυβέρνησης με τη Χριστιανοδημοκρατία, αλλά και προκάλεσε ένα νέο κύμα αμφισβήτησης της Αντρέα Νάλες. Tην Τρίτη θα πρέπει να περάσει την πρώτη δοκιμασία, αφού θα τεθεί σε ψηφοφορία η θέση της ως επικεφαλής της κοινοβουλευτικής ομάδας και αν χάσει πιθανώς θα παραιτηθεί και από την προεδρία του κόμματος.
Αυτό που συνεχίζουν να μην καταλαβαίνουν οι σοσιαλδημοκράτες της Γερμανίας, σε αντίθεση με εκείνους σε άλλες χώρες, όπου έδειξαν ισχνά έστω σημάδια ανάκαμψης, είναι ότι το πρόβλημά τους δεν είναι στα πρόσωπα. Ή μάλλον είναι στο γεγονός ότι συγκεκριμένα πρόσωπα έχουν ταυτιστεί με πολύ συγκεκριμένες πολιτικές. Η Αντρέα Νάλες που υποτίθεται ότι εξέφραζε την αριστερή πτέρυγα βρέθηκε να ηγείται ενός κόμματος με στελέχη που εκφράζουν βαθύ συντηρητισμό και κυβερνητισμό. Δεν είχε το θάρρος να τα απομακρύνει, ούτε και να τολμήσει να αποτινάξει από πάνω της τις πολιτικές της συγκυβέρνησης με τη Χριστιανοδημοκρατία. Στη φάση που είναι σήμερα το SPD, η «πασοκοποίησή» του φαντάζει δρόμος χωρίς επιστροφή.

Η παλαιοκομματική ΑΚΚ

Όλα αυτά δεν σημαίνουν ότι ο ήλιος λάμπει πάνω από το στρατόπεδο των Χριστιανοδημοκρατών, που έχουν επίσης σοβαρά προβλήματα στρατηγικής. Έκαναν έναν προεκλογικό αγώνα με την Μέρκελ να παρακολουθεί από το παρασκήνιο, με ολίγο από Βέμπερ και την νέα πρόεδρο του κόμματος Ανεγκρέτ Κραμπ-Καρενμπάουερ (ΑΚΚ) να κάνει ουσιαστικά το πρώτο της εκλογικό τεστ. Το αποτέλεσμα ήταν να πέσουν κατά 6,5% σε σχέση με το 2014 και να χάσουν πέντε έδρες. Ένα αποτέλεσμα που σχεδόν συμβάδισε με τη συνολικότερη πτώση της ευρωπαϊκής Χριστιανοδημοκρατίας. Το χειρότερο, όμως, ήταν ότι η ΑΚΚ αποδείχτηκε μάλλον λίγη και σίγουρα παλαιοκομματική, ανοίγοντας συζητήσεις για το κατά πόσο θα μπορούσε να οδηγήσει το κόμμα της σε μια άνοδο και νίκη στις επόμενες εκλογές. Συζητήσεις που θα ήταν σίγουρα εντονότερες αν οι Σοσιαλδημοκράτες ήταν ισχυρότεροι και είχαν τα φόντα να απειλήσουν την πρώτη θέση.
Η Κραμπ-Καρενμπάουερ έκανε και μια τεράστια γκάφα στον τρόπο, που προσπάθησε να αντιμετωπίσει την κριτική ενός νεαρού youtuber του «Ρέτσο». O 27χρονος δημοσίευσε ένα βίντεο, το οποίο είδαν εκατομμύρια Γερμανοί, όπου ασκούσε έντονη κριτική στο μεγάλο συνασπισμό και κυρίως στη Χριστιανοδημοκρατία όχι μόνο για τον τρόπο που κυβερνά, αλλά και για την αδιαφορία της απέναντι σε θέματα που αφορούν τη νεολαία. Η αρχική αντίδραση της ΑΚΚ ήταν από αμυντική έως αμήχανη, ενώ μετεκλογικά όταν πολλοί στο κόμμα της θεώρησαν ότι το βίντεο αυτό συνέβαλε στο κακό αποτέλεσμα, η πρόεδρος της Χριστιανοδημοκρατικής Ένωσης έφτασε να αναρωτηθεί αν πρέπει να απαγορεύονται τέτοιου είδους αναρτήσεις σε προεκλογικές περιόδους. Αυτή η δήλωση προκάλεσε σωρεία αντιδράσεων και κάθε φορά που προσπαθούσε να την διορθώσει η ΑΚΚ μάλλον έκανε τα πράγματα χειρότερα.
Το εκλογικό αποτέλεσμα στη Γερμανία αφαίρεσε έτσι «κεφάλαιο» συνολικά από τη ευρωπαϊκή Χριστιανοδημοκρατία, αλλά και πολλά επιχειρήματα από τη μεριά του κυρίου Βέμπερ, που επιμένει να θέλει να γίνει πρόεδρος της Κομισιόν πάση θυσία αν και εκπροσωπεί μια ευρωομάδα (ΕΛΚ) που διαθέτει μόλις το 23,8% των εδρών και μοιάζει πολιτικά απομονωμένη όσο ποτέ άλλοτε τα τελευταία χρόνια.
Αξίζει να παρατηρήσει κανείς ότι στη Γερμανία συνολικά, εκφράστηκαν με μικρές διαφοροποιήσεις οι τάσεις που καταγράφηκαν σε ολόκληρη την Ευρώπη. Πτώση Χριστιανοδημοκρατίας και Σοσιαλδημοκρατίας, αλλά και της Αριστεράς, άνοδος Πρασίνων και Φιλελευθέρων και σταθεροποίηση σε διψήφια νούμερα της Ακροδεξιάς. Είναι ένα σκηνικό που δίνει αφορμή για στοιχήματα υπέρ του ενδεχόμενου να υπάρχει μεγαλύτερη δυσλειτουργία και εμπλοκή, όταν θα χρειαστεί τους επόμενους μήνες και χρόνια να ληφθούν κρίσιμες αποφάσεις, που θα απαιτούν να ξεπεραστεί η «πεπατημένη». Κι αυτό τόσο στο Βερολίνο όσο και στις Βρυξέλλες σημαίνει ότι το μοντέλο μόνιμης συμπόρευσης Χριστιανοδημοκρατίας-Σοσιαλδημοκρατίας δεν θα μπορεί να συνεχίζει να κρύβει τα κοινωνικά, οικονομικά αλλά και οικολογικά προβλήματα κάτω από το χαλάκι, αφού θα πρέπει λόγω πολιτικής αριθμητικής να αναζητηθούν και άλλες συμμαχίες.

Προβληματισμός για την Αριστερά

Τραυματική ήταν, όπως είπαμε, η βραδιά των ευρωεκλογών και για την γερμανική Αριστερά που είδε τα ποσοστά της να κατρακυλούν και έχασε 2 από τις 7 έδρες της στο ευρωκοινοβούλιο, χάνοντας παράλληλα και τις όποιες ελπίδες να μπορεί να ελπίζει και αυτή ότι θα διαθέτει ένα καλύτερο χαρτί στις μελλοντικές διαπραγματεύσεις για τις πιθανολογούμενες νέες συμμαχίες. Το κόμμα Die Linke παραμένει βαθιά διχασμένο, κρατάει κάποιες δυνάμεις στην Ανατολική Γερμανία, όπου όμως καλπάζει η Ακροδεξιά και δεν μπορεί να εδραιωθεί ως υπολογίσιμη πολιτική δύναμη στην πρώην Δυτική Γερμανία. Σημαντικό ρόλο σε αυτό έχουν παίξει φυσικά προσωπικές έριδες και διαφωνίες. Αλλά το πρόβλημά του πια μοιάζει να είναι και προγραμματικό. Μια ενισχυμένη Αριστερά θα μπορούσε να διεκδικήσει περισσότερα πράγματα και να προβάλει ως ρεαλιστικό το σενάριο μιας ευρείας κεντροαριστεράς συμμαχίας μαζί με τη σοσιαλδημοκρατία και τους Πράσινους. Η πτωτική της πορεία όμως δεν της αφαιρεί απλά αυτοπεποίθηση, αλλά την αποδυναμώνει πολιτικά. Αν δεν εξηγηθούν οι λόγοι αυτής της πορείας και ειδικά αν αυτή συνεχιστεί και στις εκλογές του φθινοπώρου σε ανατολικογερμανικά κρατίδια, τότε το κόμμα μαθηματικά θα οδηγηθεί στην περιθωριοποίηση, χωρίς να έχει τη δυνατότητα να παρέμβει στις πολιτικές εξελίξεις. Η προσπάθεια ορισμένων να μιλήσουν απλά για έλλειψη ηγετικών φυσιογνωμιών μετά και την αποχώρηση της Ζάρα Βάγκενκνεχτ και την «γήρανση» παλιότερων και δοκιμασμένων στελεχών δείχνει ως ένα βαθμό και μια τάση αποφυγής της πραγματικότητας. Αλλά αυτό δεν είναι αποκλειστικό προνόμιο της σημερινής γερμανικής Αριστεράς.