Επιδοτούμε ως φορολογούμενοι την καταστροφή του περιβάλλοντος!

Του Γιώργου Μπάλια

Μια σημαντική παράμετρος του αναπτυξιακού πολυνομοσχεδίου του υπουργείου Ανάπτυξης και Επενδύσεων αφορά τόσο το περιβάλλον γενικότερα, όσο και ειδικότερα στην κλιματική αλλαγή. Συγκεκριμένα, εντάσσονται αυτοδίκαια στις στρατηγικές επενδύσεις, μεταξύ των άλλων, και όσες σχετίζονται με τις εξορύξεις υδρογονανθράκων και την κατασκευή αγωγών μεταφοράς πετρελαίου και φυσικού αερίου, ανεξαρτήτως του κόστους της επένδυσης και του αριθμού των δημιουργούμενων θέσεων απασχόλησης.
Για όλες αυτές τις επενδύσεις, με επιμέρους διαφοροποιήσεις, προβλέπονται σημαντικές φορολογικές απαλλαγές και οικονομικές ενισχύσεις με τη μορφή επιχορήγησης. Έτσι, λοιπόν, βρισκόμαστε μπροστά στο εξής παράδοξο: να απαλλάσσονται από τη φορολογία και, επιπλέον, να επιδοτούνται δραστηριότητες οι οποίες αποτελούν κίνδυνο για το περιβάλλον και, το σημαντικότερο, συμβάλλουν καθοριστικά στην κλιματική αλλαγή. Με άλλα λόγια, πληρώνουμε όλοι οι φορολογούμενοι τις παραπάνω καταστροφικές για το περιβάλλον και το κλίμα δραστηριότητες, καταδικάζοντάς μας έτσι σε αναγκαστική αυτοχειρία.
Θα πρέπει να τονιστεί ότι στη χώρα μας θα γίνουν συνολικά 13 εξορύξεις για έρευνα και εκμετάλλευση υδρογονανθράκων και, παράλληλα, θα αναπτυχθεί σημαντικά το δίκτυο των αγωγών μεταφοράς πετρελαίου και φυσικού αερίου. Το σύνολο αυτών των επενδύσεων θα εκπέμπουν στην ατμόσφαιρα κάθε χρόνο εκατομμύρια τόνους διοξειδίου του άνθρακα, συμβάλλοντας έτσι στην περαιτέρω όξυνση της κλιματικής κρίσης. Για το λόγο αυτό, οι εν λόγω δραστηριότητες έρχονται σε ευθεία αντίθεση με τους στόχους της Συνθήκης των Παρισίων (2015), με την οποία ορίζονται συμβατικές υποχρεώσεις για τα κράτη, ιδίως, για τη συγκράτηση της αύξησης της μέσης θερμοκρασίας του πλανήτη κατά 2 βαθμούς Κελσίου μέχρι το 2050 και αν είναι δυνατόν να περιοριστεί η ως άνω αύξηση στους 1,5 βαθμούς Κελσίου.

Άλλες χώρες απαγορεύουν τις εξορύξεις

Περαιτέρω, η ανάπτυξη αυτών των δραστηριοτήτων παραβιάζει τους νομικά δεσμευτικούς στόχους της ΕΕ για μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου σε ποσοστό 40% μέχρι το 2030 (Κανονισμός 2018/842). Να σημειωθεί ότι αρκετά κράτη μέλη (Γαλλία, Σουηδία, Βέλγιο, Ισπανία κλπ) έχουν θέσει ως στόχο τις μηδενικές εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα μέχρι το 2050, μερικά δε από αυτά έχουν απαγορεύσει τις εξορύξεις (Γαλλία, Ισπανία κλπ). Επιπλέον, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, στο πλαίσιο ανάπτυξης δράσεων για την κυκλική οικονομία οδηγείται στην αναθεώρηση του στόχου της μείωσης των εκπομπών προς τα πάνω σε ποσοστό 50% μέχρι το 2030. Σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα (Potsdam Institute for climate impact, 2019) μόνο η ενεργοποίηση των κρατών για την υλοποίηση τέτοιων φιλόδοξων στόχων μπορεί να αναστρέψει τη σημερινή πορεία.
Όλοι οι παραπάνω στόχοι είναι οι ελάχιστοι για να συγκρατηθεί η υπερθέρμανση του πλανήτη στους 2 βαθμούς Κελσίου. Θα πρέπει, ωστόσο, να υπογραμμίσουμε ότι οι σημερινές εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα σε πλανητικά κλίμακα, εάν δεν μειωθούν σημαντικά, θα οδηγήσουν σε αύξηση της θερμοκρασίας μέχρι 5 βαθμούς Κελσίου έως το 2100 (IPCC, 2018) ή ακόμη μέχρι 7 βαθμούς Κελσίου (CNRS, METEO-FRANCE, 2019). Και ενώ μπροστά μας προβάλλει ο ζόφος της υπερθέρμανσης του πλανήτη, δραστηριότητες, όπως οι εξορυκτικές, αναπτύσσονται με καταπληκτικούς ρυθμούς.
Σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα (Carbon Tracker, 2019) οι μεγάλες εταιρίες (ExxonMobil, Shell, ENI, BP, κλπ) έχουν προγραμματίσει επενδύσεις (για εξορύξεις πετρελαίου και φυσικού αερίου) ύψους 6,6 τρισεκατομμυρίων δολαρίων μέχρι το 2030, συνέπεια των οποίων θα είναι η απομάκρυνση από το στόχο της Συνθήκης των Παρισίων. Ο μόνος τρόπος για να αντιστραφεί η καταστροφική πορεία, είναι να ακυρωθούν αυτές οι επενδύσεις γιατί, όπως τονίζεται στην έρευνα, οι προγραμματιζόμενες εξορύξεις (χωρίς να υπάρξουν άλλες) θα οδηγήσουν σε αύξηση της θερμοκρασίας κατά 2,7 βαθμούς Κελσίου. Να τονιστεί εδώ ότι η συμβολή του φυσικού αερίου στην κλιματική αλλαγή είναι σημαντική, παρά το γεγονός ότι οι εκπομπές που προέρχονται από αυτό είναι μικρότερες. Επομένως, όποιες προτάσεις αναφέρονται στη χρήση του φυσικού αερίου ως μεταβατικού καυσίμου έρχονται σε αντίθεση με τους διακηρυγμένους στόχους της Συνθήκης των Παρισίων και της νομοθεσίας της ΕΕ.

Χωρίς μελέτες περιβαλλοντικών επιπτώσεων

Επανερχόμενοι στο ζήτημα των εξορύξεων υδρογονανθράκων στην Ελλάδα, θα πρέπει να σημειώσουμε ότι όλες οι παραχωρήσεις δικαιωμάτων έρευνας και εκμετάλλευσης έχουν δοθεί χωρίς να προηγηθεί για την κάθε μία από αυτές ξεχωριστή Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων, παραβιάζοντας έτσι την περιβαλλοντική νομοθεσία. Πρόκειται για σοβαρή παράλειψη, η οποία βαρύνει την προηγούμενη, αλλά και τη σημερινή ηγεσία του υπουργείου Περιβάλλοντος. Ούτε, επίσης, υπήρξε μελέτη από την οποία να προκύπτει η πιθανή ποσότητα εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου από τις εξορύξεις αυτές, έτσι ώστε να γνωρίζουμε εάν και κατά πόσο είναι συμβατές με τους στόχους της νομοθεσίας της ΕΕ, η οποία υλοποιεί τις προβλέψεις της Συνθήκης των Παρισίων. Μάλιστα, στον πρόσφατο Κανονισμό 2018/1999 υπάρχει ρητή υποχρέωση των κρατών μελών για ανάπτυξη δράσεων απαλλαγής από ανθρακούχες εκπομπές.
Με βάση τα παραπάνω, αβίαστα μπορεί να συμπεράνει κανείς ότι οι εξορύξεις υδρογονανθράκων στην Ελλάδα βρίσκονται σε πλήρη αντίθεση με τις διεθνείς δεσμεύσεις της χώρας. Οι μόνοι που επωφελούνται είναι οι εταιρίες-κολοσσοί των εξορύξεων, ενώ οι δραματικές επιπτώσεις από την εξ αυτών προκαλούμενη κλιματική αλλαγή θα βαραίνουν κυρίως τις επόμενες γενεές. Είναι παρήγορο σημάδι ότι οι νέοι και νέες ολόκληρου του πλανήτη αρχίζουν και παίρνουν στα χέρια τους την υπόθεση αυτή, δηλαδή την ίδια τη ζωή τους. Αυτή η πρωτοφανής κινητοποίηση πρέπει να στηριχθεί από όλες τις πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις που δεν βάζουν τα κέρδη πάνω από τον πλανήτη και τον άνθρωπο.

Αναγκαίο ένα ευρύτατο μέτωπο

Χρειάζεται, λοιπόν, να συμπτυχθεί ένα ευρύτατο μέτωπο κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων, που θα πρέπει να κινηθεί σε ένα συγκεκριμένο πλαίσιο στόχων, που θα ορίζεται από α) μια νέα συνολική οπτική, στην οποία οι χωρίς προηγούμενο κίνδυνοι απαιτούν δράσεις σε όλους τους τομείς, δράσεις που θα είναι αναγκαίες για την κλιματική σταθεροποίηση και β) μία καθολική στόχευση για μηδενική εκπομπή αερίων του θερμοκηπίου μέχρι το 2050. Όπως γίνεται αντιληπτό, πρόκειται για δράσεις που έχουν επείγοντα χαρακτήρα. Η απλή αναγνώριση της κλιματικής αλλαγής και η παραπομπή της ανάσχεσής της στο μέλλον είναι άρνηση του προβλήματος. Ευτυχώς, η νέα γενιά μάς δείχνει το δρόμο που θα πρέπει να ακολουθήσουμε.