Επίλογος στο χρονικό ενός προαγγελθέντος ενταφιασμού…

Πέμπτη 26 Μαρτίου σωτηρίου έτους 2020. Υπό συνθήκες εφιαλτικής έξαρσης της πανδημίας του κορονοϊού, με ορατή μια πρωτοφανή οικονομική καταστροφή, εννέα ευρωπαϊκές χώρες ζητούν με επιστολή τους στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο την έκδοση «ενός χρεογράφου που θα αντλήσει χρήματα από τις αγορές στην ίδια βάση και προς όφελος όλων των κρατών-μελών, εξασφαλίζοντας σταθερή μακροπρόθεσμη χρηματοδότηση για την αντιμετώπιση των ζημιών από την πανδημία. Όλοι αντιμετωπίζουμε ένα συμμετρικό εξωγενές σοκ, για το οποίο δεν φέρει ευθύνη καμία χώρα, αλλά που τις αρνητικές συνέπειές του υφιστάμεθα όλοι. Είμαστε όλοι συλλογικά υπεύθυνοι για μία αποτελεσματική και ενιαία ευρωπαϊκή απάντηση». Προσυπέγραφαν ο πρόεδρος της Γαλλίας και οι πρωθυπουργοί της Ισπανίας, της Ιταλίας, της Πορτογαλίας, της Ελλάδας, του Βελγίου, της Ιρλανδίας, της Σλοβενίας και του Λουξεμβούργου. Μια μέρα πριν, στην τηλεδιάσκεψη του Eurogroup, η πρόεδρος της ΕΚΤ, Κριστίν Λαγκάρντ, είχε ταχθεί σθεναρά υπέρ της έκδοσης ευρωομολόγων για την καταπολέμηση της κρίσης.
Η ενθουσιώδης υποδοχή που επιφυλάχτηκε στο «κορονο-ομόλογο» και στην «αμοιβαιοποίηση χρέους», που θα εγκαινίαζε μια νέα Ευρώπη της αλληλεγγύης, κάλυψε για λίγο τη δύστροπη αντίδραση των συνήθων υπόπτων του ευρωπαϊκού Βορρά. Για πολύ λίγο. Η Φινλανδία απέρριψε την ιδέα απερίφραστα. Η Ολλανδία και η Γερμανία αντέδρασαν πιο… περιφραστικά. Κατά φαντασία συζήτηση χαρακτήρισε τα περί ευρωομολόγων ο γερμανός υπουργός Οικονομίας, Πέτερ Αλτμάιερ. Ο εκπρόσωπος της καγκελαρίας, Στέφεν Ζάιμπερτ, ήταν ένα βήμα σαφέστερος. «Η θέση της καγκελαρίου δεν έχει αλλάξει. Ακόμη και σε περιόδους κρίσης, την εγγύηση και τον έλεγχο πρέπει να τα κρατάει ένα χέρι», δήλωσε, παραπέμποντας στον ESM. «Εάν κριθεί απαραίτητο, ο Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθερότητας έχει και τα εργαλεία και τους πόρους για να δράσει», είπε. Άλλοι θα το έλεγαν «αλληλεγγύη» γερμανικής κοπής και ελέγχου (και μνημόνιων, θα προσέθεταν οι πιο κυνικοί, και δεν θα είχαν άδικο), με την συνεπικουρία των «φειδωλών» του Βορρά (Ολλανδία, Αυστρία, Δανία, Σουηδία), όπως αποδείχθηκε.
Ο χειρουργικός τεμαχισμός της αμοιβαιοποίησης και της αλληλεγγύης ξεκίνησε την επομένη της κατάθεσης της επιστολής των «9». Όσο πλησίαζε η Σύνοδος Κορυφής στις 26 Απριλίου εντείνονταν στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή οι προσπάθειες να εξευρεθεί κοινά αποδεκτή λύση προς άρση του αδιεξόδου από την άρνηση του ευρωπαϊκού Βορρά να δεχτεί την έκδοση του κορονο-ομολόγου που ζητούσαν οι χώρες των οποίων οι οικονομίες τους έχουν πληγεί περισσότερο από το lockdown.
Δευτέρα18 Μαΐου. Κατατίθεται προς διαπραγμάτευση «κοινά αποδεκτή λύση». Έχει την υπογραφή του προέδρου Μακρόν και της καγκελαρίου Μέρκελ, και τη μορφή κοινής γαλλογερμανικής πρότασης για τη δημιουργία ενός Ταμείου Ανάκαμψης 500 δισ.. ευρώ, που θα χρηματοδοτηθεί από τον προϋπολογισμό της Κομισιόν για τη χορήγηση στις χώρες-μέλη μη επιστρεπτέων επιδοτήσεων, με κριτήριο το μέγεθος του πλήγματος από την πανδημία.
Χαρακτηρίστηκε «γενναία κίνηση ιστορικής σημασίας». Ιστορικής σημασίας επειδή συναποφασίστηκε από το «γαλλογερμανικό άξονα, που κινεί τις εξελίξεις στη ΕΕ». Γενναία, διότι θεωρήθηκε ότι δημιουργεί προηγούμενο στην κοινή έκδοση χρέους, προοπτική στην οποία η Γερμανία ήταν ανέκαθεν αντίθετη, αν και φροντίζοντας να καλύπτεται πίσω από την άρνηση των χωρών του «άξονα του Βορρά».
Δεν διέφυγε, εντούτοις, της προσοχής των πιο έμπειρων ότι η χορήγηση των επιδοτήσεων θα συνοδευόταν από «προϋποθέσεις», από «δέσμευση» των επωφελούμενων σε «ορθές οικονομικές πολιτικές» και «φιλόδοξες μεταρρυθμίσεις». Τις «μη επιστρεπτέες επιδοτήσεις» συνόδευε εξαρχής, αν και άτυπα, η σκιά των δεσμεύσεων που ακολουθούν τα δάνεια. Άλλωστε ο αυστριακός καγκελάριος, Σεμπάστιαν Κουρτς, εξέφρασε αμέσως την αντίθεσή του: Η χώρα του και, μαζί της, η Ολλανδία, η Δανία και η Σουηδία, αντιτίθεται στις επιδοτήσεις, προκρίνοντας τα δάνεια.
Το ενδεχόμενο άσκησης βέτο έστω από μια από τις χώρες αυτές, επέβαλε να αναζητηθεί συγκερασμός. Το έργο ανατέθηκε στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή της γερμανίδος κας Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν. Στόχος η επεξεργασία νέων προτάσεων για έναν διευρυμένο κοινοτικό προϋπολογισμό επταετίας (2021-2027). Με ορίζοντα για μια τελική συμφωνία εντός του Ιουλίου, η Κομισιόν ανέλαβε τη διευκρίνιση του ποσού, των όρων και των τρόπων διοχέτευσης των πόρων του Ταμείου. Το κορονο-ομόλογο, η «ενσάρκωση», θα λέγαμε, του απόλυτου ιδεώδες της ευρωπαϊκής αλληλεγγύης και αμοιβαιότητας, είχε υποστεί το πρώτο πλήγμα. Οι χώρες του Νότου, κατ’ εξοχήν η Ιταλία και η Ισπανία, που είχαν πρωτοστατήσει, υπαναχώρησαν προκειμένου οι οικονομίες τους να μην εκτεθούν στο κίνδυνο μιας μοιραίας χρονοτριβής εξαιτίας των εμμονών του Βορρά.
Κυριακή 26 Μαΐου. Η Κομισιόν καταθέτει το σχέδιό της για το Ταμείο Ανάκαμψης. Δεν θα απαρτίζεται μόνο από επιχορηγήσεις, αλλά και από χαμηλότοκα δάνεια συνοδευόμενα από δημοσιονομικές δεσμεύσεις, όπως επέμεναν, απειλώντας με βέτο, οι «τέσσερις σκληροί» του Βορρά. Προς ικανοποίηση των οποίων στο αρχικό ποσό των 500 δισ. (αποκλειστικά για επιχορηγήσεις) προστέθηκαν άλλα 250 δισ. αποκλειστικά για δάνεια.
Τρίτη 21 Ιουλίου. Ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, Σαρλ Μισέλ, ανακοίνωσε νωρίς το πρωί την επίτευξη συμφωνίας για το Ταμείο Ανάκαμψης. Προβλέπεται ένα πακέτο 390 δισ. για επιχορηγήσεις και ένα άλλο 360 δισ. για δάνεια –σύνολο 750 δισ.. Με άλλα λόγια, μείγμα 52% επιχορηγήσεις έναντι 48% δανείων. Η αρχική πρόταση της Κομισιόν για 500 δισ. σε επιχορηγήσεις και 250 δισ. σε δάνεια είχε κατατροπωθεί –μαζί με το γαλλογερμανικό σχέδιο των 500 δισ. αμιγώς για επιδοτήσεις. Όσο για την ευρωπαϊκή αλληλεγγύη –ελπίδα προ πολλού νεκρή— σε αυτήν επιφυλάχτηκε απλώς ο επιτύμβιος λίθος.
Υπάρχει μια άποψη. Η Γερμανία, κατά πάγια τακτική, συμφωνεί αρχικά με προωθημένες προτάσεις, προκειμένου να μην κατηγορηθεί για έλλειμμα αλληλεγγύης. Στη συνέχεια, επικαλούμενη τις αντιρρήσεις των «σκληρών» που, μαζί της, απαρτίζουν τον «άξονα του Βορρά», υπαναχωρεί και, στο όνομα της ενότητας της ΕΕ, εκμαιεύει λύσεις που ακυρώνουν τις αρχικές προτάσεις. Η άποψη δεν έχει μέχρι στιγμής διαψευστεί. Οπωσδήποτε δεν διαψεύστηκε στη Σύνοδο Κορυφής το περασμένο σαββατοκύριακο.
Μετά από δύο καταστροφικούς ευρωπαϊκούς πολέμους που συμπαρέσυραν ολόκληρη την υδρόγειο τον περασμένο αιώνα, η Γερμανία –κατεξοχήν υπεύθυνη, αν και για διαφορετικούς λόγους κάθε φορά— διασώθηκε με πολιτικά κριτήρια. Η ανάκαμψή της δεν προσέκρουσε σε σκληρές δεσμεύσεις, της προσφέρθηκε μια γενναιόδωρη συμφωνία. Στο όνομα της αλληλεγγύης, οι πρώην αντίπαλοί της διέγραψαν, με τη Συμφωνία του Λονδίνου το 1953, το μεγαλύτερο μέρος του χρέους της, προπολεμικού και του μεταπολεμικού. Μετέτρεψαν το υπόλοιπο σε μακροπρόθεσμα δάνεια με χαμηλό επιτόκιο και πενταετή περίοδο χάριτος. Όρισαν να πληρώνει μόνο εάν έχει εμπορικό πλεόνασμα, και, επιπλέον, η ετήσια δόση αποπληρωμής να μην ξεπερνά το 3% των εσόδων της από εξαγωγές.
Η Γερμανία ανέκαμψε διασωληνωμένη για χρόνια. Η ευρωπαϊκή αλληλεγγύη εξέπνευσε σε λιγότερο από τρεις μήνες, πριν προλάβει να πει «I can’t breathe».

Κωστής Γιούργος