Επίμονοι μύθοι για τη μετανάστευση στην Ελλάδα

Οι όροι της δημόσιας συζήτησης γύρω από τα θέματα της μετανάστευσης άλλαξαν ριζικά με το μεγάλο προσφυγικό ρεύμα του 2015. Τα μέχρι τότε αδιέξοδα της ευρωπαϊκής πολιτικής οξύνθηκαν λόγω του μεγάλου αριθμού προσφύγων που ζήτησαν καταφύγιο και ασφάλεια στα ευρωπαϊκά εδάφη. Η Ευρώπη επέλεξε να σχηματίσει την πολιτική της βασιζόμενη στην αριθμητική και όχι στον ανθρωπισμό, στη συνοριακή ασφάλεια και όχι στα ανθρώπινα δικαιώματα, στον εγκλωβισμό των προσφύγων στις πρώτες χώρες εισόδου και όχι σε ένα κοινό σύστημα κατανομής, στη λογική της αποτροπής και όχι σε αυτήν της υποδοχής και της ένταξης.
Με αυτά τα καινούρια δεδομένα, ο Βασίλης Παπαστεργίου και η Ελένη Τάκου, στη νέα έκδοση μελέτης από το Ινστιτούτο Ρόζα Λούξεμπουργκ, επιχειρούν να απαντήσουν σε μια σειρά από ερωτήματα, να αποδομήσουν τους μύθους που διακινεί η ακροδεξιά στην Ελλάδα, να εκτιμήσουν την αναποτελεσματικότητα της ευρωπαϊκής πολιτικής και να προτείνουν στοιχεία μιας άλλης πολιτικής σε ευρωπαϊκό, αλλά και σε εθνικό επίπεδο όπου αυτό είναι εφικτό. Η «Εποχή» δημοσιεύει σήμερα το επίμετρο της έκδοσης, «Μετανάστευση στην Ελλάδα, μια κρίση μέσα στην κρίση».

 

Μετά την Αραβική Άνοιξη του 2011 και την κλιμάκωση του πολέμου στη Συρία, ο αριθμός των ανθρώπων που κατέφευγαν στην Ευρώπη αναζητώντας διεθνή προστασία –είτε μέσω την Τουρκίας είτε μέσω την κεντρικής Μεσογείου– άρχισε να αυξάνεται. Το 2015 η πίεση στα ευρωπαϊκά σύνορα αυξήθηκε δραματικά, προσθέτοντας σε μια ήδη πολιτικά κατακερματισμένη –λόγω της οικονομικής κρίσης– Ένωση επιπλέον προβλήματα.
Η σημαντική πολιτική και επικοινωνιακή κάλυψη των γεγονότων του 2015 είχε πολλές συνέπειες: μια από αυτές ήταν να παρουσιαστεί η συγκεκριμένη κρίση ως κάτι πρωτόγνωρο, τόσο για τα ελληνικά όσο και για τα ευρωπαϊκά δεδομένα. Δεν ήταν ακριβώς έτσι: όσο κι αν υπήρξε αριθμητικά πρωτόγνωρη, η κατάσταση είχε και κάποια πολύ γνώριμα χαρακτηριστικά. Από ιστορική σκοπιά, υπήρξε αυτό που ήταν πάντα η μετανάστευση στην Ελλάδα: μια ελληνική κρίση (διαχείρισης) εντός μιας άλλης ευρωπαϊκής κρίσης (πολιτικής και αξιακής).

Υπάρχει προσφυγική κρίση και πού;

Είναι γνωστό ότι η Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες αναφέρει πως υπάρχουν περισσότεροι άνθρωποι εκτοπισμένοι από τα σπίτια τους σήμερα από ό,τι σε οποιαδήποτε ιστορική στιγμή μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο: πάνω από 68 εκατομμύρια. Αυτό που είναι λιγότερο γνωστό είναι ότι το 85% των ανθρώπων αυτών βρίσκονται σε αναπτυσσόμενες χώρες, ενώ η Ευρωπαϊκή Ένωση –μια γεωγραφική περιοχή με 500 εκατομμύρια ανθρώπους– δεν έχει υποδεχτεί παρά ένα πολύ μικρό ποσοστό αυτών1.
Συνεπώς, η σημαντική, σε σχέση με το παρελθόν, αύξηση των ροών προς την Ευρώπη δεν συνιστά καμία προσφυγική κρίση εντός της Ευρώπης: η πραγματική προσφυγική κρίση εκτυλίσσεται κάπου μακριά από την Ευρώπη. Η διαχείρισή της, ωστόσο, συνιστά σαφώς μια κρίση υποδοχής και μια γενικευμένη κρίση του κράτους δικαίου εντός των ευρωπαϊκών κρατών.
Οι μεταναστευτικές και προσφυγικές ροές του 2015 δημιούργησαν πρωτόγνωρο πανικό στις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις. Τότε προτάθηκαν μια σειρά από μέτρα, όπως η μετεγκατάσταση (relocation) και η δημιουργία των διαβόητων hotspots για την καταγραφή του πληθυσμού, και η Ελλάδα ήταν αυτή που κλήθηκε κυρίως να τα εφαρμόσει.
Παρά τα μέτρα, ωστόσο, οι άνθρωποι συνέχιζαν το ταξίδι τους μέσω της διαδρομής που είναι γνωστή ως «Βαλκανική Οδός». Η απόφαση της εσωτερικής μετεγκατάστασης θεωρήθηκε –αξιοπερίεργα πώς, είναι η αλήθεια– ότι θα έλυνε το πρόβλημα των άτακτων μετακινήσεων και θα κατεύθυνε τους ανθρώπους στο σύστημα που πρότειναν τα ευρωπαϊκά κράτη. Είναι πραγματικά άξιο απορίας πώς ένα σύστημα εξαιρετικά περίπλοκο και δομικά στημένο πάνω στο δόγμα της αποτροπής, που οι ίδιες οι κυβερνήσεις και οι ευρωπαίοι πολίτες δεν εμπιστεύονται, θα φάνταζε πειστικό στα μάτια ανθρώπων που ταξίδεψαν χιλιάδες χιλιόμετρα για ένα ασφαλές και καλύτερο μέλλον.
Φυσικά δεν συνέβη έτσι. Και μέσα στο αφήγημα της κρίσης που η ίδια είχε κατασκευάσει για τον εαυτό της, η Ευρώπη επιδόθηκε έκτοτε σε μια συνεχή κατάργηση και παράκαμψη των ίδιων της των κανόνων και αποφάσεων.

Τελικά, λογοδοτεί σε κάποιον η Ευρώπη;

Για έναν υποψιασμένο αναγνώστη, αυτή η φαινομενική αντίφαση ανάμεσα στις διακηρυγμένες και θεμελιώδεις αρχές της Ένωσης και στους πραγματικούς άξονες δράσης της δεν αποτελεί ιδιαίτερη έκπληξη. Έτσι, η Ελλάδα βρέθηκε για μια ακόμα φορά εν μέσω μιας συνεχούς διαδικασίας, όπου η ΕΕ επιχειρεί μέσω του εκτελεστικού της βραχίονα –της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, αλλά και των ad hoc σχηματισμών της– να εντείνει το δόγμα της αποτροπής, παρακάμπτοντας τις θεσμικές διαδικασίες και τους μηχανισμούς λογοδοσίας που η ίδια υποτίθεται ότι υπηρετεί. Και μάλιστα σε τέτοιο βαθμό που οι διμερείς συμβάσεις στην πράξη τείνουν πλέον να υποκαταστήσουν το δίκαιο της ΕΕ για τη μετανάστευση και το άσυλο.
Καμία έκπληξη λοιπόν: η Ευρώπη συνέχισε να προσπαθεί να ωθήσει τους χιλιάδες «απρόσκλητους» μετανάστες και πρόσφυγες που προσπαθούσαν να φτάσουν στις ακτές της όλο και πιο μακριά από την ευρωπαϊκή ήπειρο. Η Συμφωνία ΕΕ-Τουρκίας, που τέθηκε σε εφαρμογή τον Μάρτιο του 2016, μείωσε τη μετακίνηση των Σύρων προς την Ευρώπη, παρότι πάνω από 5 εκατομμύρια Σύριοι παραμένουν εκτοπισμένοι από τον πόλεμο στις γειτονικές της Συρίας χώρες (Τουρκία, Ιορδανία, Λίβανος). Παρόλο που το Αφγανιστάν γίνεται όλο και πιο επικίνδυνο, οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις επιμένουν στην προσπάθειά τους να πραγματοποιούν απελάσεις Αφγανών στην Καμπούλ. Και για να αποτραπεί η ανεπιθύμητη μετανάστευση από την υποσαχάρια Αφρική, η Ευρώπη δεν διστάζει να ενισχύσει οικονομικά τους τοπικούς φύλαρχους στη Λιβύη για να σταματούν τις βάρκες –τους ίδιους που ευθύνονταν μέχρι πρότινος για παράνομη διακίνηση ανθρώπων (smuggling) και συνεχίζουν να ευθύνονται για ανείπωτα βασανιστήρια και αγριότητες.

Έχει τελειώσει η κρίση;

Σύμφωνα με την κυρίαρχη αφήγηση, η λεγόμενη «προσφυγική κρίση» έφτασε στην κλιμάκωσή της το 2015-2016 και παραμένει έκτοτε σε διαχειρίσιμα επίπεδα. Η αφήγηση αυτή τεχνηέντως συσκοτίζει την πραγματικότητα. Η κρίση έχει απλά περιοριστεί γεωγραφικά, δημιουργώντας μια συνεχή εικόνα ανθρωπιστικής καταστροφής στη Μεσόγειο.
Τον Μάιο του 2018, ένας συνασπισμός οργανώσεων δικαιωμάτων δημοσίευσε έναν κατάλογο 34.361 ανθρώπων που είχαν πεθάνει από το 1993 ως αποτέλεσμα «στρατιωτικοποίησης, της νομοθεσίας για το άσυλο, των πολιτικών κράτησης και των απελάσεων» στην Ευρώπη2. Η ευρωπαϊκή πολιτική, όπως διαμορφώνεται, δεν κάνει τίποτα άλλο από το να επιταχύνει τον εμπλουτισμό του καταλόγου.
Οι ευρωπαϊκές ηγεσίες μας ενθαρρύνουν συχνά να σκεφτόμαστε τις «λύσεις» για την κρίση, αλλά οι κρίσεις λύνονται μόνο όταν αντιμετωπίζουμε τα πραγματικά τους αίτια. Όσο συνεχίζουν οι πόλεμοι –πόλεμοι που συχνά ξεκινούν ή υποκινούνται από τα ευρωπαϊκά κράτη– οι άνθρωποι θα συνεχίσουν να μεταναστεύουν. Και οι προσπάθειες των κυβερνήσεών μας να αποτρέψουν την ανεπιθύμητη μετανάστευση καταλήγουν στην επιδείνωση των ίδιων των προβλημάτων που επιδιώκουν να λύσουν.
Η κρίση είναι πιο υπαρκτή από ποτέ. Και εάν οι χώρες της ΕΕ συνεχίσουν να ανταλλάσσουν τις νομικές τους υποχρεώσεις με εθελοντικές ανθρωπιστικές χειρονομίες, και οι άνθρωποι που χρήζουν διεθνούς προστασίας να παραμένουν χωρίς νόμιμους δρόμους προς την ΕΕ, ο μακρύς αριθμός δεκάδων χιλιάδων θανάτων στη Μεσόγειο θα συνεχίσει να αυξάνεται.

Μπορούσε να γίνει κάτι άλλο;

Σε προηγούμενη έκδοση διαπιστώναμε ότι «πολύ συχνά, άνθρωποι καλών προθέσεων εγκαλούν την Αριστερά, γιατί, κατά τη γνώμη τους, αρκείται στη διακήρυξη γενικών ανθρωπιστικών θέσεων, αντί να προτείνει συγκεκριμένες λύσεις για το μεταναστευτικό»3. Δυστυχώς, η κυβερνώσα Αριστερά δεν απομακρύνθηκε από την πεπατημένη, χρησιμοποιώντας το χαρτί του «ρεαλισμού» ως απάντηση σε οποιαδήποτε κριτική.
Ωστόσο, όταν τα ανθρώπινα δικαιώματα παρουσιάζονται σαν κάτι αντιφατικό με την πολιτική πραγματικότητα, αυτό σημαίνει κακά μαντάτα και για τα ανθρώπινα δικαιώματα, αλλά και για την πολιτική πραγματικότητα.
Φυσικά και ο κόσμος της αλληλεγγύης δεν μπορεί να υποκαθιστά την κυβερνητική πολιτική: ήταν ωστόσο χρέος της Αριστεράς να χτίσει την κυβερνητική της πολιτική συμπληρωματικά –και όχι αντιπαραθετικά– με τον κόσμο αυτόν. Δεν το έπραξε: ήταν αυτή που αποθάρρυνε και εν πολλοίς απενεργοποίησε το μεγάλο κύμα αλληλεγγύης, όταν την άνοιξη του 2016 του απευθύνθηκε για να του πει «ξέρω ότι η κοινωνία δεν αντέχει άλλο».
Στην απεύθυνση αυτή επικαλέστηκε, ως ένα βαθμό εύλογα, τις ευρωπαϊκές πιέσεις. Ένα μικρό κράτος, όπως η Ελλάδα, δεν διαθέτει φυσικά την ισχύ για να αλλάξει τους συσχετισμούς στο μεταναστευτικό. Δυστυχώς, ωστόσο, η απόπειρα συνολικής αλλαγής παραδείγματος και ανάδειξης μιας πολιτικής αποσυνδεδεμένης από το δόγμα της αποτροπής και της ασφάλειας υπονομεύτηκε εντέλει και εκ των έσω. Παρέμεινε έτσι η ταύτιση με την ατζέντα των Βρυξελλών, με αντάλλαγμα την εξασφάλιση χρηματοδότησης για τη διαχείριση της θέσης ως βασικό σημείο εισόδου.
Ακόμη χειρότερα, τώρα που η θέση ως βασικό σημείο εισόδου έχει αλλάξει και οι χρηματοδοτήσεις λιγοστεύουν, η Ελλάδα αφήνεται και πάλι μόνη της σε ένα παιχνίδι μηδενικού αθροίσματος: μια (μη) Συμφωνία ΕΕ-Τουρκίας που δεν επιτελεί κανέναν άλλο σκοπό πέρα από το «στοίβαγμα» ανθρώπων στα νησιά, αύξηση ροών και γνώριμες συνεχείς παραβιάσεις δικαιωμάτων στον Έβρο, με καθημερινές παράνομες επαναπροωθήσεις, διάρρηξη της κοινωνικής συνοχής και αύξηση της ξενοφοβίας.
Η Ευρώπη φυσικά δεν έχει καλύτερες επιδόσεις στο πεδίο, μάλλον το αντίθετο. Το 2015, ο ειδικός εισηγητής του ΟΗΕ για τη μετανάστευση πρότεινε δύο λύσεις ως απάντηση στην κρίση: μαζική μετεγκατάσταση προσφύγων από τη Συρία σε διεθνές επίπεδο, και προσωρινό καθεστώς βίζας εργασίας, ώστε οι οικονομικοί μετανάστες να μπορούν να μετακινούνται χωρίς να παγιδεύονται σε θανατηφόρες παράνομες διαδρομές. Ο λόγος για τον οποίο αυτό δεν συνέβη είναι απλός. Οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις απλά δεν ήθελαν να το κάνουν.
Με το σχέδιο μεταρρύθμισης του Δουβλίνου ουσιαστικά παγωμένο4, οι ευρωπαίοι ηγέτες άρχισαν να ασχολούνται με νέες ιδέες για την επίλυση της συνεχιζόμενης πολιτικής κρίσης για τη μετανάστευση, επαναφέροντας μια άλλη πρόταση: δημιουργία κέντρων επεξεργασίας των αιτημάτων ασύλου πέρα από τα (πλήρως στρατιωτικοποιημένα) σύνορα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ελπίζουν έτσι ότι, μειώνοντας τις ροές προς την Ευρωπαϊκή Ένωση, θα αντιμετωπίσουν λιγότερη πίεση για συμβιβασμό σχετικά με την κατανομή των ευθυνών εντός της.
Δεν πρόκειται για μια διαχειριστική αλλαγή. Πρόκειται για μια αλλαγή δομική που συντελείται εδώ και καιρό εντός της ΕΕ και πλέον καθίσταται απολύτως ορατή: στα δύσκολα, γυρνάμε στις εθνικές λύσεις. Ο καθείς για τον εαυτό του.
Η δημιουργία «πλατφορμών αποβίβασης» και η υιοθέτηση της σχετικής επιχειρηματολογίας από κεντροδεξιά και κεντροαριστερά κόμματα, αλλά και από διεθνείς οργανισμούς, όπως η Ύπατη Αρμοστεία και ο Διεθνής Οργανισμός Μετανάστευσης, είναι ένα εμβληματικό στιγμιότυπο στην πορεία εκφασισμού της Ευρώπης5. Οι πλατφόρμες αυτές παρουσιάζονται ως ένας τρόπος να έχουν διεθνή προστασία μόνο όσοι το χρειάζονται. Αυτό συσκοτίζει την πραγματικότητα, ότι ο ορισμός του «πρόσφυγα» είναι, εκτός από μια έννοια νομική, και μια έννοια πολιτική, η οριοθέτηση της οποίας είναι πάντα μια μάχη σχετικά με το ποιος την αξίζει και ποιος όχι.
Έτσι, οι υπέρμαχοι της αποτροπής και της στρατιωτικοποίησης κατηγορούν οποιονδήποτε έχει διαφορετική άποψη ως αφελή υπέρμαχο των ανοιχτών συνόρων. Πρόκειται για ένα ψευδοδίλημμα που χρησιμοποιείται απλά ως πρόσχημα. Στον 21ο αιώνα, τα σύνορα δεν είναι απλές γραμμές σε έναν χάρτη, είναι συστήματα «φιλτραρίσματος» ανθρώπων –και η ηθική ποιότητα του φίλτρου στα σύνορα χαρακτηρίζει και νοηματοδοτεί τον πολιτισμό και τη δημοκρατία που τα σύνορα αυτά περικλείουν. Οι ευρωπαϊκές ηγεσίες φαίνεται να προσπαθούν να υποστηρίξουν το θεώρημα ότι για να μην έχουμε φασίστες διώχνουμε τους μετανάστες. Αυτό που στην πραγματικότητα συμβαίνει, είναι ότι δημιουργούμε φασίστες για να διώξουμε τους μετανάστες.
Στην πραγματικότητα, λοιπόν, το μόνο δίλημμα που παραμένει είναι αν θα συνεχίσουμε, ως Ευρώπη, τη διαδικασία εξωτερίκευσης της διαχείρισης της μετανάστευσης ή αν θα επιστρέψουμε στους στοιχειώδεις κανόνες του κράτους δικαίου και του όποιου κεκτημένου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ας είμαστε ειλικρινείς: το μεταναστευτικό δεν είναι μια πορεία με τέλεια λύση, πρέπει όμως να είναι μια πορεία με πυξίδα πρωτίστως ηθική. Με αυτήν την έννοια, και έχοντας συναίσθηση ότι η μετανάστευση θα συνεχίσει να υπάρχει όσο υπάρχουν οι συνθήκες που τη γεννούν (ανισοκατανομή πλούτου, φτώχεια, πόλεμοι, κλιματική αλλαγή), επείγει να αναζητήσουμε τις προτάσεις εκείνες που συνδυάζουν το ρεαλισμό, τη δικαιοσύνη και το σεβασμό των δικαιωμάτων του ανθρώπου.

Βασίλης Παπαστεργίου, Ελένη Τάκου

Σημειώσεις:
1. Ετήσια στατιστική απεικόνιση της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες (https://bit.ly/1YkKspr).
2. Σχετικά με τις συνθήκες θανάτου των προσφύγων βλ. «About the list of deaths», Fatal Policies of Fortress Europe (https://bit.ly/2zqTNpY).
3. Βασίλης Παπαστεργίου & Ελένη Τάκου, Έντεκα Μύθοι και Περισσότερες Αλήθειες: Η Μετανάστευση στην Ελλάδα, Ανανεωμένη Έκδοση 2015, Ίδρυμα Ρόζα Λούξεμπουργκ, σελ. 60-61.
4. ANSA, «Talks on Dublin revision stall, sources say», InfoMigrants 28.05.2018 (https://bit.ly/2O4k6dz).
5. David M. Herszenhorn & Jacopo Barigazzi, «EU leaders consider centers outside bloc to process refugees», Politico, 21.06.2018 (https://politi. co/2t6esfl).