Επιστρέφει σαν φάντασμα

Michaël Foessel «Υποτροπή: 1938»,
μτφ. Δημοσθένης Παπαδάτος – Αναγνωστόπουλος, εκδ. Πόλις, σελ. 195

«Το 1938 σηματοδοτεί μια ιλιγγιώδη επιτάχυνση στην αλληλουχία των ηττών της δημοκρατίας […] το βιβλίο δεν παριστάνει μια εξαντλητική παρουσίαση […] το 1938 μου φάνηκε σαν φάντασμα: ένα ον, η ουσία του οποίου είναι να επιστρέφει – αλλά με διαφορετική μορφή. Ο αναγνώστης μπορεί να κρίνει αν οι ήττες πριν από (εκείνη) τη συντριβή έχουν κάτι κοινό με τις ήττες που υφίσταται η γαλλική δημοκρατία εδώ και τουλάχιστον μια δεκαετία».
Αυτά γράφει στον πρόλογο του βιβλίου ο Μικαέλ Φεσέλ, απόφοιτος της Ecole Normale Superieure, καθηγητής φιλοσοφίας στην Ecole Polytechnique και συγγραφέας της φιλοσοφικής πραγματείας «Ο καιρός της παρηγοριάς» (Πόλις, 2018, μτφ. Μαριάννα Μαντά).
Η «Υποτροπή» αναφέρεται σε μια περίοδο (Σεπτέμβριος-Δεκέμβριος του ίδιου χρόνου), ιδιαίτερα πυκνή σε πολιτικά γεγονότα, που οδήγησαν σε πτώση το Λαϊκό Μέτωπο υπό την ηγεσία του Λεόν Μπλουμ και ανέδειξαν μια νέα κυβέρνηση συνασπισμού κομμάτων, με τη στήριξη της Δεξιάς και με πρωθυπουργό τον Εντουάρ Νταλαντιέ. Ο τελευταίος, προερχόμενος από το σοσιαλιστικό χώρο, είχε ήδη παίξει σημαντικό ρόλο ως ηγέτης του Ριζοσπαστικού Κόμματος στη διάσπαση του «Συνασπισμού της Αριστεράς» στα πρώτα χρόνια του ’30. Διετέλεσε δύο φορές πρωθυπουργός (1933-34), ενώ αργότερα στήριξε αρχικά με τους Ριζοσπάστες του το Λαϊκό Μέτωπο, όταν αυτό κατέκτησε την εξουσία (1936) και ανέλαβε υπουργός Πολέμου.
Ενώ, ο πόλεμος είναι προ των πυλών και τον Σεπτέμβριο του 1938 το φάσμα του απομακρύνεται την τελευταία στιγμή με τις –ταπεινωτικές για Αγγλία και Γαλλία– συμφωνίες του Μονάχου, το Λαϊκό Μέτωπο υπό την (οικονομική, κοινωνική, πολιτική) πίεση των γεγονότων καταρρέει και ο Νταλαντιέ εγκαθιδρύει μια κυβέρνηση αυταρχικού τύπου. Σύνθημά της: «Να ξαναστρώσει τους Γάλλους στη δουλειά».
Στην πραγματικότητα, στόχος είναι ο επίσημος ενταφιασμός των πολιτικών και των κοινωνικών κατακτήσεων του Λαϊκού Μετώπου. Στα μέσα Νοεμβρίου, οι εξελίξεις επιταχύνονται: τα νομοθετικά διατάγματα ερήμην της Βουλής πληθαίνουν, τα μέτρα που θέσπισε για την κοινωνική πολιτική το Λαϊκό Μέτωπο εξαϋλώνονται, η γενική απεργία που κηρύσσουν τα συνδικάτα καταστέλλεται άγρια. Σημειώνει ο συγγραφέας: «Η Γαλλία θα γλιτώσει στο εγγύς μέλλον τη μόλυνση μιας δικτατορίας σαν κι αυτήν που έχει επιβληθεί σε κάποιες γειτονικές χώρες, θα γνωρίσει ωστόσο τους περιορισμούς ενός αυταρχικού καθεστώτος». Το οποίο με τη σειρά του θα προετοιμάσει το έδαφος για το δωσιλογικό καθεστώς του Βισύ στα χρόνια του πολέμου.

Μια κοινωνική και μια ηθική ήττα

Συνεχίζει ο συγγραφέας: «Το 1938 σημαδεύεται από μια κοινωνική ήττα: η κυβέρνηση Νταλαντιέ επιθυμεί να κλείσει την αριστερή παρένθεση του Λαϊκού Μετώπου, θέλει να ξαναστρώσει τη Γαλλία στη δουλειά, να καταργήσει τις προστατευτικές για τους εργαζόμενους νομοθετικές διατάξεις και να συρρικνώσει το δημόσιο τομέα. Το 1938 σημαδεύεται επίσης από μια ηθική ήττα: η κρίση των προσφύγων σηματοδοτεί το τέλος του πολιτικού ουμανισμού».
Το νομικό καθεστώς των προσφύγων αποτελεί ένα πολύ σημαντικό κεφάλαιο στο βιβλίο του Μικαέλ Φεσέλ. Μιλάμε εξάλλου για μια περίοδο κατά την οποία χιλιάδες Γερμανοί Εβραίοι, Ιταλοί αντιφασίστες και Ισπανοί δημοκράτες-ηττημένοι του Εμφυλίου περνούσαν τα γαλλικά σύνορα, αναζητώντας καταφύγιο. Με την πτώση του Λαϊκού Μετώπου, η πολιτική της Γαλλίας προς τους πολιτικούς εξόριστους και τους πρόσφυγες αλλάζει. Είναι χαρακτηριστική η δήλωση υπουργού της κυβέρνησης Νταλαντιέ σε εφημερίδα της εποχής, η οποία παρατίθεται στο βιβλίο του συγγραφέα: «Η Γαλλία έχει ήδη κάνει πάρα πολλά για να υποδεχθεί, να φιλοξενήσει, να περιθάλψει, να επανεντάξει στο κοινωνικό σύνολο έναν μεγάλο αριθμό ανθρώπων που έπεσαν θύματα αναγκαστικών εκπατρισμών. Αλλά, η γαλλική κοινή γνώμη έχει πλέον φτάσει σε σημείο κορεσμού, πέρα από το ότι η προσπάθεια για οικονομική ανάκαμψη αποκλείει την υποδοχή νέων μεταναστών χωρίς δουλειά».
Ένα ακόμα «αλλά» του 1938, όπως σχολιάζει ο Φεσέλ.
Τα νομοθετικά διατάγματα για τους ξένους πληθαίνουν και αντίστοιχα σκληραίνουν οι προβλεπόμενες ποινές για τους «παράνομους μετανάστες». Έτσι, η κυβέρνηση επιλέγει να εγκαθιδρύσει ένα «ποινικό καθεστώς εξαίρεσης» για τους Γερμανούς Εβραίους και τους Ιταλούς αντιφασίστες.

Το παρελθόν δεν επαναλαμβάνεται

Ο Φεσέλ αντλεί ως επί το πλείστον τα στοιχεία του ανατρέχοντας σε εφημερίδες της εποχής εκείνης. Από την κυκλοφορία τους και μόνο ίσως μπορούμε να αντλήσουμε κάποια χρήσιμα συμπεράσματα. Για παράδειγμα, η Paris-Soir, που θα μπορούσαμε να την κατατάξουμε στο Κέντρο, έδινε καθημερινά 2.000.000 φύλλα. Αντίστοιχα, μερικές εκατοντάδες χιλιάδες αναγνώστες διάβαζαν καθημερινά την αριστερή L’ Humanité. Οι δύο κατεξοχήν εφημερίδες της Ακροδεξιάς, δηλαδή η Gringoire και η Candide, πουλούσαν μαζί 1.000.000 φύλλα εβδομαδιαία, νούμερο που δυστυχώς δεν είναι καθόλου αμελητέο.
Διαβάζοντας τις εφημερίδες του 1938, και ιδιαίτερα τις εφημερίδες της Άκρας Δεξιάς, ο Μικαέλ Φεσέλ ανακαλύπτει ανησυχητικές αναλογίες με το σήμερα. Όχι, το παρελθόν δεν επαναλαμβάνεται, όπως τονίζει επανειλημμένα ο ίδιος. Ωστόσο, ο συνδυασμός αυταρχικής διακυβέρνησης και αναδίπλωσης σε εθνικιστικά-συντηρητικά χαρακτηριστικά, με ακραίες φιλελεύθερες επιλογές στην οικονομία, που υιοθέτησε το καθεστώς Νταλαντιέ, προσιδιάζει επικίνδυνα σε σημερινά μοντέλα διακυβέρνησης. Αυτό επισημαίνει ο συγγραφέας με τις αναλογίες που εύστοχα εντοπίζει.
Αναζητώντας αναλογίες ανάμεσα στο 1938 και στο σήμερα, που δεν περιορίζονται μόνο στη Γαλλία, αξίζει να σταθεί κανείς σε δύο τρία σημεία.

Κυβέρνηση εξωκοινοβουλευτικών αρίστων

Για παράδειγμα, εν μέσω κρίσης, ο συντηρητικός συγγραφέας και ακαδημαϊκός Ντοντέ απευθύνει ψήφισμα στον τότε πρόεδρο της Γαλλικής Δημοκρατίας Αλμπέρ Λεμπρίν. Το υπογράφουν εξήντα πέντε μέλη του Ινστιτούτου Γαλλίας. Το κείμενο ζητά την εγκαθίδρυση μιας «κυβέρνησης Εθνικής Σωτηρίας», που θα απαρτίζεται από «ανθρώπους έξω από πολιτικά κόμματα και ιδιαίτερα προικισμένους, χάρη στον χαρακτήρα τους, τα ταλέντα τους και τις υπηρεσίες που έχουν προσφέρει». Το ψήφισμα δημοσιεύεται στις 8 Απριλίου, τη στιγμή ακριβώς που ο Μπλουμ προσπαθεί να κερδίσει την υποστήριξη της Βουλής. Κυβέρνηση εξωκοινοβουλευτικών αρίστων σαν να λέμε…
Εξαγγελίες Νταλαντιέ: «Η Γαλλία πρέπει να στρωθεί στη δουλειά». «Η εργατική τάξη το έχει ρίξει πολύ στη διασκέδαση». Την ίδια ώρα η κυβέρνησή του καταργεί την εργασία 40 ωρών που είχε θεσπίσει το Λαϊκό Μέτωπο, με το επιχείρημα ότι «χρειάζονται οικονομίες» – πολλά χρόνια μετά, με το ίδιο «επιχείρημα», θα κατεδαφιστεί και το 38ωρο της κυβέρνησης Ζοσπέν. Συγχρόνως η κυβέρνηση αυξάνει τους φόρους στα προϊόντα λαϊκής κατανάλωσης. Η αριστερή εφημερίδα Le Populaire υπογραμμίζει: «Προκαλεί έκπληξη και ανησυχία επειδή (η κυβέρνηση) δεν λέει ούτε λέξη για τους λιποτάκτες του φράγκου και τη φυγή κεφαλαίων στο εξωτερικό».
«Η διαφορά των καιρών σημαίνει ότι τα πράγματα στην ιστορία δεν επαναλαμβάνονται ποτέ αυτούσια… Στη φράση “επιστροφή της δεκαετίας του ‘30”, η ψευδαίσθηση βρίσκεται στη λέξη “επιστροφή”. Κανένα ιστορικό γεγονός δεν επαναλαμβάνεται υπό τη μορφή και τις συνθήκες στις οποίες εκδηλώθηκε για πρώτη φορά – και αυτό ισχύει τόσο για τα τραγικά όσο και για τα ασήμαντα πράγματα».

Το επίκεντρο του σημείου σύγκλισης

Η Ιστορία, πράγματι, δεν επαναλαμβάνεται (αυτό είναι εξάλλου και το νόημα του περίφημου σχήματος του Μαρξ περί «τραγωδίας» και «φάρσας»), όμως και μόνο το γεγονός ότι «τείνει να μοιάζει στον εαυτό της» δεν πρέπει να μας κάνει να επαναπαυόμαστε. Όπως το τοποθετεί ο Φεσέλ, «ναι μεν δεν ζούμε μια επιστροφή στη δεκαετία του 1930, αλλά δεν έχουμε τελειώσει με την ιστορική περίοδο που εγκαινιάστηκε τότε. Οι βασικές αρχές του 1938 (φιλελεύθερη οικονομική πολιτική, κοινωνική οπισθοδρόμηση, εθνική αναδίπλωση) είναι πάντα παρούσες».
Για το φινάλε, ο Φεσέλ ρίχνει φαρμακερό βέλος, εντοπίζοντας το επίκεντρο του σημείου σύγκλισης συντηρητικών-νεοφιλελεύθερων:
«Καθώς οι εξελίξεις έτρεχαν πιο γρήγορα το 1938, οι συντηρητικοί τοποθετούσαν την αρχή αυτής της ένοχης γιορτής στο 1936 (ανάδυση Λαϊκού Μετώπου στην εξουσία). Σήμερα φτάνουν ως το 1945 για να εντοπίσουν τις ρίζες της κοινωνικής σπατάλης του κράτους πρόνοιας, και στο 1968 αν πρόκειται για την ηθική απερισκεψία μιας κοινωνίας που επιθυμεί να ζήσει χωρίς ταμπού. Υποψιάζομαι ότι και οι μεν και οι δε πιστεύουν πως όλα άρχισαν να πηγαίνουν στραβά το 1789».

Θανάσης Μήνας