Επιθεώρηση Τέχνης

Mε αφορμή το θάνατο του Μανώλη Φουρτούνη, μια αναφορά στη διαδρομή του περιοδικού που άλλαξε τις ισορροπίες για τη συζήτηση περί πολιτισμού στη μετεμφυλιακή Ελλάδα

 

Του Αλέξη Βάκη*

 

1954. Πέντε μόλις χρόνια μετά τον τερματισμό του εμφυλίου. Ο κόσμος των νικητών του πολέμου ανοικοδομεί την Ελλάδα, θέτοντας τις βάσεις για την «κουλτούρα της αντιπαροχής» που δοκιμάσαμε όλοι οι επόμενοι. Οι νικημένοι (όσοι δηλαδή δεν ηττήθηκαν και στρατιωτικά ώστε να βρίσκονται εκπατρισμένοι στην Τασκένδη και στα άλλα γκέτο του ανατολικού μπλοκ) είναι εγκλωβισμένοι μεταξύ εξορίας, ημιπαρανομίας και σκληρού αγώνα για την επιβίωση, όταν δεν αναγκάζονται να υποκύψουν στην εξευτελιστική «δήλωση μετανοίας» που τους αφήνει κάποια μικρά περιθώρια επανένταξης στο κοινωνικό στάτους. Η πνευματική δραστηριότητα, μετά την ανάταση στα χρόνια της Κατοχής, της Αντίστασης και της ελπίδας, είναι σε βαθιά ύφεση. Με τη λογοκρισία, ασφυκτικά παρούσα παντού, να καταστέλλει όποια απόπειρα δεν εναρμονίζεται με τους όρους της παντοδύναμης εθνικοφροσύνης.


Σ’ αυτό το φόντο γεννήθηκε η Επιθεώρηση Τέχνης, το περιοδικό που οραματίστηκαν μερικοί –νέοι και τολμηροί– αριστεροί διανοούμενοι της εποχής και που έμελλε να καταγραφεί στην ιστορία ως το σοβαρότερο και πληρέστερο εγχείρημα του χώρου της διαπάλης των ιδεών στην τέχνη και στον πολιτισμό, αλλά και ως το περιοδικό που πολεμήθηκε επίμονα, τόσο από το επίσημο κράτος, όσο και από την Αριστερά των ιδεολογικών αγκυλώσεων. Η Επιθεώρηση Τέχνης άντεξε για δεκατρία σχεδόν χρόνια στις διώξεις και στις πολιτικές πιέσεις που είχαν αντίκτυπο στην οικονομική της αυθυπαρξία (όλα τα μέλη της Συντακτικής της Επιτροπής και οι συνεργάτες της, επώνυμοι και ανώνυμοι, προσέφεραν την εργασία τους εθελοντικά και χωρίς αμοιβή). Τον Απρίλιο του 1967, έπεσε ένδοξα όταν την έκλεισε η χούντα των συνταγματαρχών. Μετά τη μεταπολίτευση δεν επανεκδόθηκε. Γιατί άραγε; Η απάντηση ίσως θα πρέπει να δοθεί από ειδικούς ιστορικούς ερευνητές.

Η Συντακτική Επιτροπή

Το καλοκαίρι του 1954 λοιπόν, ο νεαρός αρχιτέκτονας Νίκος Σιαπκίδης καταθέτει στη Γενική Διεύθυνση Τύπου του Υπουργείου Προεδρίας αίτηση χορήγησης άδειας έκδοσης μηνιαίου περιοδικού. Την παίρνει, αλλά με δυνατότητα ανάκλησης «εφ’ όσον δεν ήθελε πραγματοποιηθεί η δι’ ην χορηγείται έκδοσις» ως τα Χριστούγεννα. Είναι ο μόνος από την ομάδα που μπορούσε να εξασφαλίσει μια τέτοια άδεια λόγω του ότι, αν και είχε ήδη προσανατολιστεί και αυτός προς την Αριστερά, δεν είχε «φάκελο» στην Ασφάλεια. Η αίτηση ήταν αποτέλεσμα των παρατεταμένων συζητήσεων για την έκδοση ενός πολιτιστικού περιοδικού τις οποίες είχε κάνει ο Σιαπκίδης με τον ζωγράφο Γιάννη Χαΐνη, παλιό ΕΠΟΝίτη, και με αρκετούς ακόμη από τον χώρο των εικαστικών αλλά και από τον ευρύτερο πνευματικό χώρο, με τους οποίους ο Χαΐνης ήταν σε επαφή. Μεταξύ αυτών ήταν ο Μίκης Θεοδωράκης, ο Φοίβος Ανωγειανάκης, ο Αργύρης Κουνάδης και ο Αλέκος Ξένος, που σύχναζαν στην παλιά Κινηματογραφική Λέσχη της οδού Αριστοτέλους.
Στην υπόθεση στρατεύτηκαν αμέσως τρεις νέοι αριστεροί διανοούμενοι, αδειούχοι εξόριστοι από τον Αϊ-Στράτη, ο Κώστας Κουλουφάκος, ο Δημήτρης Ραυτόπουλος και ο Τίτος Πατρίκιος, οι οποίοι θα ασχολούνταν με τη λογοτεχνία και την ποίηση. Την πρώτη Συντακτική Επιτροπή πλαισίωσαν επίσης ο Γιώργος Παπαλεονάρδος (που εργαζόταν στην εφημερίδα Ανεξάρτητος Τύπος και έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην έκδοση του πρώτου τεύχους) και ο ποιητής Τάσος Λειβαδίτης. Τους πρώτους μήνες του 1955, στην ομάδα ενσωματώθηκαν ο Αργύρης Βάκης (που με βοηθό τον Γιάννη Μαραγκό ασχολήθηκε με τα οικονομικά, τεχνικά και οργανωτικά ζητήματα του περιοδικού, αλλά ήταν και ο ανεπίσημος σύνδεσμος με το κόμμα της ΕΔΑ, που εν τω μεταξύ παρακολουθούσε σιωπηρά την έκδοση) και ο Πορφύρης Κονίδης (Κ. Πορφύρης) ο οποίος ανέλαβε «υπεύθυνος σύνταξης». Η Συντακτική Επιτροπή παρέμεινε για αρκετά χρόνια ανώνυμη στους τίτλους του περιοδικού ούτως ώστε να αποφεύγεται η προβολή των μελών της και το μοναδικό όνομα που εμφανιζόταν δημοσίως, κατόπιν κοινής απόφασης, ήταν αυτό του «Διευθυντή» και αργότερα «Ιδιοκτήτη» Νίκου Σιαπκίδη.
Μέλη της Συντακτικής Επιτροπής, με σημαντική συμβολή στην πορεία του περιοδικού, έγιναν ο Γιώργος Πετρής (Σίμος) και ο Μανώλης Φουρτούνης. Επίσης, μέλη της υπήρξαν στα πρώτα βήματα ο Κώστας Κοτζιάς και οι Σάκης Ρετσινάς και Στάθης Αλημίσης, που δεν έμειναν όμως για πολύ. Σύνδεσμοι με την ΕΔΑ, σε επαφή με τον Αργύρη Βάκη και με τα κομματικά μέλη της Συντακτικής Επιτροπής, ήταν ο Κώστας Προβελέγγιος, ο Μανώλης Γλέζος και αργότερα ο Λεωνίδας Κύρκος. Το 1960 ανασυντάσσεται με παρέμβαση της ΕΔΑ η Συντακτική Επιτροπή, πράγμα που οφείλεται σε μια προσπάθεια εποπτείας του περιοδικού αλλά και στην εξάντληση της οικονομικής του αντοχής. Τότε διορίστηκαν στη Συντακτική Επιτροπή και οι Τάσος Βουρνάς, Διονυσία Μπιτζελέκη, Γεράσιμος Σταύρου και Δημήτρης Σπάθης, με κομματικό σύνδεσμο τον Δημήτρη Δεσποτίδη. Το νέο σχήμα δεν διατηρήθηκε για πολύ. Ο Δεσποτίδης δημιούργησε τις εκδόσεις Θεμέλιο με τις οποίες ασχολήθηκε συστηματικά, ενώ ο αρχικός πυρήνας με τους Πορφύρη, Κουλουφάκο, Ραυτόπουλο, Πετρή συνέχισε ως το τέλος. Τα τελευταία χρόνια, η Επιθεώρηση Τέχνης ενισχύθηκε και από νέους διανοούμενους οι οποίοι προέρχονταν κυρίως από το φοιτητικό περιοδικό Πανσπουδαστική (Χρύσα Προκοπάκη, Νικηφόρος Παπανδρέου, Γιάννης Καλιόρης κ.ά).
Τα γραφεία του περιοδικού ήταν αρχικά στην οδό Γαμβέτα 6, το 1960 μεταφέρθηκαν Ακαδημίας 74 και από το 1962 Σταδίου 39.

Οι ιδεολογικές συγκρούσεις

Το πρώτο τεύχος της Επιθεώρησης Τέχνης κυκλοφόρησε τον Ιανουάριο του 1955, αλλά με ημερομηνία «Χριστούγεννα 1954», ώστε να εμπίπτει στο χρόνο έκδοσης που όριζε η άδεια από το Υπουργείο Προεδρίας. Στις σελίδες του βρίσκουμε, μεταξύ άλλων, τις μελέτες των «επίσημων» αριστερών στοχαστών Χ. Θεοδωρίδη Ο Πόλεμος κατά του λογικού και Μάρκου Αυγέρη Θεωρητικά στοιχεία της κριτικής. Επίσης, ποιήματα του Νικηφόρου Βρεττάκου και του Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα. Στο δεύτερο τεύχος δημοσιεύεται η μελέτη του Μ.Μ. Παπαϊωάννου Φαινόμενα ακμής και παρακμής στη νεοελληνική ποίηση, η οποία στον ηδονισμό του Καβάφη αντιτάσσει την ποίηση «που έχει υγεία και ομορφιά και ανδρισμό» και απορρίπτει τους παρακμιακούς Καβάφη, Καρυωτάκη, Σεφέρη κλπ ως «εκπροσώπους της αστικής τάξης». Επρόκειτο για μια μεταφορά στα καθ’ ημάς του δόγματος του σοσιαλιστικού ρεαλισμού που κωδικοποίησε ο Ζντάνοφ στη Σοβιετική Ένωση με τον απλουστευτικό διαχωρισμό της τέχνης σε «αστική» και «προλεταριακή», μια αντίληψη που ταλάνισε για δεκαετίες την αριστερή σκέψη.
Βέβαια, είναι αδύνατο να κατανοήσουμε την ύπαρξη άρθρων σαν κι αυτό σ’ ένα περιοδικό του οποίου η Συντακτική Επιτροπή κάθε άλλο παρά ενστερνιζόταν τέτοιες αντιλήψεις, αν δεν λάβουμε υπόψη μας την πνευματική κατάσταση της Αριστεράς της εποχής. Αν και ο Στάλιν είχε εγκαταλείψει ήδη τα εγκόσμια, δεν είχε γίνει ακόμη το 20ό Συνέδριο του Κομμουνιστικού Κόμματος της Σοβιετικής Ένωσης το 1956, όταν ο Χρουστσόφ προέβη στις συνταρακτικές αποκαλύψεις. Επίσης, η ηγεσία του ΚΚΕ, καίτοι εξόριστη στις ανατολικές χώρες, δεν είχε παραιτηθεί από την προσπάθεια να ελέγχει (κατά τη συνήθη σταλινική πρακτική) οτιδήποτε κινείτο στον χώρο της ελληνικής προοδευτικής διανόησης, με βίαιες συχνά αντιδράσεις προς ό,τι και όποιον δεν κινείτο στο πλαίσιο της «ορθοδοξίας». Συνεπώς, όποτε κάποιος ήθελε να εκφράσει μια διαφορετική άποψη, ήταν υποχρεωμένος να κινηθεί πολύ προσεκτικά, αν δεν ήθελε να βρεθεί δακτυλοδεικτούμενος και απομονωμένος από το κυρίως σώμα της Αριστεράς. Ο κόσμος της ήταν ακόμη προσκολλημένος στο πνεύμα της προσωπολατρίας του Στάλιν, του Ζαχαριάδη κ.ά., οπότε η διαδικασία συγκρότησης μιας άποψης που να ζητά πειστικές εξηγήσεις για την τραγωδία της ήττας αλλά και να βλέπει την συνολική υπόθεση της Αριστεράς –και τα διάφορα ζητήματα, πολιτικά ή και ευρύτερα ιδεολογικά– με άλλο μάτι, ήταν ακόμη αργή. Ήταν όμως και υπαρκτή.
Η Συντακτική Επιτροπή της Επιθεώρησης Τέχνης άνοιξε έναν ιδιότυπο κλεφτοπόλεμο με τις επίσημες ζντανοφικές απόψεις, επιμένοντας πάντα στην ιδέα της αυτονομίας της Τέχνης από κομματική ή άλλη χειραγώγηση. Η αντίληψη αυτή διέπνεε την πλειονότητα των σχετικών κειμένων που δημοσιεύονταν στο περιοδικό, όπως αυτό του Μανόλη Αναγνωστάκη με θέμα Προβλήματα του σοσιαλιστικού ρεαλισμού (τεύχος 29- Μάιος 1957).
Τον Απρίλιο του 1961 (τεύχος 76) ο Δημήτρης Ραυτόπουλος αξιολογεί θετικά στην κριτική του τη Λέσχη, δηλαδή τον πρώτο τόμο από τις Ακυβέρνητες Πολιτείες του Στρατή Τσίρκα, προκαλώντας θύελλα επικρίσεων, φαινόμενο που επαναλαμβάνεται όταν δημοσιεύτηκε λίγο αργότερα, για πρώτη φορά σε αριστερό έντυπο, ένα άρθρο του αρχιτέκτονα Αριστομένη Προβελέγγιου για την αξία της αφηρημένης τέχνης.

Η υπόθεση Γκράνιν

Τον Φεβρουάριο του 1959 δημοσιεύτηκε –σε μετάφραση του Μανώλη Φουρτούνη– το αντικομφορμιστικό διήγημα του Σοβιετικού συγγραφέα Ντάνιελ Γκράνιν Η σιωπή (τεύχος 50-51). Η δημοσίευση αυτή προκάλεσε πολλές κομματικές αντιδράσεις και έφερε τη Συντακτική Επιτροπή της Επιθεώρησης Τέχνης απολογούμενη ενώπιον ειδικά συσταθείσας Επιτροπής της ΕΔΑ (στη σύνθεση της οποίας βλέπουμε ονόματα όπως του Μάρκου Αυγέρη, του Γιάννη Ρίτσου, του Δημήτρη Φωτιάδη, του Θέμου Κορνάρου και του Λεωνίδα Κύρκου), όπου της ασκήθηκε δριμεία κριτική. Οι κατηγορούμενοι υπεράσπισαν με τόλμη τις θέσεις τους και έφτασαν μέχρι του σημείου να παραιτηθούν από το περιοδικό, κάτι που όμως δεν έγινε δεκτό τελικά.


Κάτι ανάλογο έγινε και με το τεύχος 133-134 (Ιανουάριος- Φεβρουάριος 1966) όταν δημοσιεύτηκε η Διαμαρτυρία 35 Ελλήνων διανοούμενων –που ανάμεσά τους ήταν τα περισσότερα μέλη της Συντακτικής Επιτροπής του περιοδικού αλλά και οι Μανόλης Αναγνωστάκης, Τατιάνα Μιλλιέξ, Μέντης Μποσταντζόγλου (Μποστ), Ασπασία Παπαθανασίου, Στρατής Τσίρκας– για την καταδίκη των συγγραφέων Αντρέι Σινιάφσκι και Γιούλι Ντάνιελ από το Σοβιετικό δικαστήριο, όπου ζητούν την άμεση απελευθέρωσή τους. Στο επόμενο τεύχος (135- Μάρτιος 1966) δημοσιεύτηκε και το άρθρο του Ιταλού Βιτόριο Στράντα Βιβλία και συγγραφείς στην ΕΣΣΔ, όπου για πρώτη φορά γίνεται λόγος για Σοβιετικούς συγγραφείς έγκλειστους στα ψυχιατρεία και στις φυλακές.

Οι διώξεις από το ελληνικό κράτος

Όπως ήταν φυσικό, η έκδοση της Επιθεώρησης Τέχνης και η απήχησή της ήταν κόκκινο πανί για το μηχανισμό του αστυνομικού κράτους της Δεξιάς. Έτσι, τον Οκτώβριο του 1957, με αφορμή την έκδοση του τεύχους 34 που ήταν αφιερωμένο στα 40χρονα της Οκτωβριανής Επανάστασης, ο Διοικητής της Γενικής Ασφάλειας Ι. Καραχάλιος ζήτησε από τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών να ασκήσει δίωξη κατά των υπευθύνων του περιοδικού για παράβαση του Ν. 509/47. Διότι «ο Διευθυντής του εν λόγω περιοδικού ουδεμίαν λέξιν δεν γράφει διά την 28ην Οκτωβρίου 1940 διά να υμνήση και τους ήρωας που έπεσαν διά την νεωτέραν δόξαν της Ελλάδος (…) και εμμέσως ενθαρρύνει τας επιδιώξεις του ΚΚΕ, όπερ είναι τμήμα του Κομμουνιστικού Κόμματος Ρωσίας»(!)
Μαζί με τον διευθυντή της Επιθεώρησης Τέχνης Νίκο Σιαπκίδη και τον αρχισυντάκτη Κ. Πορφύρη, στο εδώλιο του κατηγορουμένου κάθισαν και οι συνεργάτες του συγκεκριμένου τεύχους Γιάννης Ρίτσος, Μάρκος Αυγέρης και Νικηφόρος Βρεττάκος. Ωστόσο, υπό την πίεση των διαμαρτυριών, τόσο στην Ελλάδα όσο και διεθνώς, οι κατηγορούμενοι αθωώθηκαν.

Τα αφιερώματα της Επιθεώρησης Τέχνης

Συνολικά κυκλοφόρησαν 146 αφιερώματα, με αρκετά απ’ αυτά να είναι διπλά και με το 147ο (Απρίλιος 1967) να μην κυκλοφορεί ποτέ και να καταστρέφονται τα τυπογραφικά του δοκίμια από την Ασφάλεια. Τα 24 ήταν αφιερώματα σε διάφορα θέματα: άλλοτε με την ευρεία έννοια πολιτικά (Ελληνική Επανάσταση, Εθνική Αντίσταση, Μικρασιατική Καταστροφή, Οκτωβριανή Επανάσταση, Κίνα, Βιετνάμ) και άλλοτε για ελληνικές και διεθνείς μορφές των γραμμάτων (Κώστα Βάρναλη, Μπέρτολτ Μπρεχτ, Κ.Π. Καβάφη, Δημοσθένη Βουτυρά, Δημήτρη Γληνό, Ντάντε Αλιγκιέρι, Μάρκο Αυγέρη). Κυκλοφόρησαν επίσης ένα τεύχος-αφιέρωμα στον ηθοποιό Αιμίλιο Βεάκη και δύο για τους ζωγράφους Πάμπλο Πικάσο και Γιώργο Μπουζιάνη. Τα εικαστικά θέματα ήταν μάλιστα ιδιαίτερα προβεβλημένα από την Επιθεώρηση Τέχνης, με τα περισσότερα εξώφυλλά της να είναι έργα διακεκριμένων ζωγράφων.

Η μουσική δραστηριότητα

 Η κάλυψη της μουσικής δεν γινόταν με τον τρόπο που έχουμε συνηθίσει σήμερα. Κι αυτό γιατί πρωταρχική σημασία για το περιοδικό, τουλάχιστον μέχρι την εμφάνιση του Μίκη Θεοδωράκη στο προσκήνιο, έχει η λεγόμενη «σοβαρή» μουσική. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το μακροσκελές άρθρο του Θεοδωράκη Ο βεντετισμός και ο σνομπισμός οδηγούν στο θάνατο της Μουσικής (τεύχος 21- Σεπτέμβριος 1956), το οποίο σε καμία περίπτωση δεν προαναγγέλλει τον άνθρωπο που λίγα χρόνια μετά θα ταρακουνήσει την Ελλάδα με τα τραγούδια του. Έτσι, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η υμνητική κριτική του Φοίβου Ανωγειανάκη, μόνιμου μουσικοκριτικού του περιοδικού, για τη μουσική του Μάνου Χατζιδάκι στον Κύκλο με την κιμωλία, την παράσταση του Θεάτρου Τέχνης, εν αντιθέσει με την αρνητική κριτική του στο ίδιο τεύχος (29 – Μάιος 1957) για τη μουσική του Χατζιδάκι στην ταινία Λατέρνα, φτώχια και γαρύφαλλο.
Αλλά και το «διχαστικό» κλίμα που προξένησε στο κοινό ο Επιτάφιος των Θεοδωράκη-Ρίτσου στην εκτέλεση με τον Μπιθικώτση, αποτυπώνεται μέσα από τις στήλες της Επιθεώρησης Τέχνης στο άρθρο του συνθέτη, που απαντά στον κριτικό της Αυγής Β. Αρκαδινό (ο οποίος δεν ενέκρινε τη χρήση των μπουζουκιών) με την αποστροφή «μα τέλος πάντων, όλοι αυτοί οι κύριοι, σε Λύκειο Καλογραιών ανατράφηκαν; Δε βγήκαν και λίγο πιο έξω; Δεν άκουσαν Κρητικούς βοσκούς και αγωγιάτες Τριπολιτσιώτες; Δεν τραγούδησαν ποτές τους στην ταβέρνα, στο κρατητήριο, στο κορίτσι τους; Δεν ζούνε στην Ελλάδα;» (τεύχος 73-74 – Ιανουάριος 1961).
Στο τεύχος 133-134 πάλι (Ιανουάριος – Φεβρουάριος 1966), ο Μίκης Θεοδωράκης, ο Μάνος Χατζιδάκις και ο Σταύρος Ξαρχάκος απαντούν στην έρευνα του περιοδικού με θέμα την κατάργηση της λογοκρισίας.

Αντί επιλόγου

 Η δικτατορία της 21ης Απριλίου του 1967 ανέστειλε, οριστικά όπως αποδείχτηκε, την έκδοση της Επιθεώρησης Τέχνης. Ωστόσο, το ενδιαφέρον για το περιοδικό δείχνει αυξημένο, αν κρίνω από την πυκνότητα των σχετικών δημοσιευμάτων τα τελευταία χρόνια. Τα τεύχη του, όμως, όχι μόνο είναι δυσεύρετα στα παλαιοπωλεία αλλά και πανάκριβα. Μήπως είναι επιτέλους καιρός να γίνει κάτι ουσιαστικότερο και πρακτικότερο ούτως ώστε όλοι οι ενδιαφερόμενοι, και κυρίως οι νεότεροι ερευνητές, να έχουν τη δυνατότητα πρόσβασης στις σελίδες και στους τόμους του περιοδικού; Το εύχομαι ολόψυχα!

 

* Στη μνήμη του πατέρα μου Αργύρη Βάκη (1920-1987), ενός από τους πρώτους που μπήκαν στην περιπέτεια της Επιθεώρησης Τέχνης.

Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Δίφωνο», τεύχος 104 – Μάιος 2004).

 Η Επιθέωρηση Τέχνης είναι ψηφιοποιημένη και προσβάσιμη στο www.askiweb.eu. Η διαδικασία της ψηφιοποίησης και της παράδοσης του εμβληματικού περιοδικού στους φυσικούς του αποδέκτες έγινε με την ευγενική παραχώρηση του Νίκου Σιαπκίδη.

 

Ενδεικτική βιβλιογραφία:

Επιθεώρηση Τέχνης, μια κρίσιμη δωδεκαετία (Επιστημονικό Συμπόσιο), έκδοση της Εταιρείας Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού και Γενικής Παιδείας- 1997

Περιοδικό Διαβάζω, Αφιέρωμα στην Επιθεώρηση Τέχνης, τεύχος 67- 20 Απριλίου 1983

Περιοδικό Μανδραγόρας, τεύχος 3- Απρίλιος – Ιούνιος 1994 (Αφιέρωμα στον Κώστα Κουλουφάκο) | τεύχος 6-7- Ιανουάριος-Ιούνιος 1995 (Αφιέρωμα στην Επιθεώρηση Τέχνης) | τεύχος 30 – Σεπτέμβριος – Δεκέμβριος 2003 (Αφιέρωμα στον Δημήτρη Ραυτόπουλο)

Περιοδικό Αρχειοτάξιο, Ένα Υπόμνημα του Κώστα Κουλουφάκου για την Επιθεώρηση Τέχνης, τεύχος 2- Ιούνιος 2000

Εφημερίδα Η Εποχή, άρθρο του Δημήτρη Ραυτόπουλου για τα δέκα χρόνια από το θάνατο του Κώστα Κουλουφάκου – 18 Μαΐου 2003

Εφημερίδα Κυριακάτικη Αυγή, επανέκδοση του τεύχους 133-134 της Επιθεώρησης Τέχνης – 12 και 19 Οκτωβρίου 2003