Εργατική Πρωτομαγιά 2017

Να ξαναπιάσουμε το νήμα των εργατικών και κοινωνικών αγώνων

”τιψλιϋτθπο απϋ τγμ ποώεΏα ποθ πώαψλατοποΏγσε το –ΝΧ≈ στγμ Νλεώιξήμιξγ –ώεσβεΏα στα πκαΏσια τοθ εοώτασλοΐ τγρ εώψατιξόρ –ώυτολαψιήρ,  θώιαξό 1 Χαζοθ 2011. Ν–≈ Χ–≈/Ν–≈ Χ–≈/GEORGE PAPATHANASIOU

Του Παναγιώτη Κυριακούλια*

Η 1η Μάη είναι ημέρα πάλης για την εργατική τάξη σε παγκόσμιο επίπεδο. Με συγκεντρώσεις και πορείες, οι εργαζόμενοι και τα συνδικάτα προβάλλουν τα κοινωνικά και οικονομικά τους αιτήματα και καθορίζουν το διεκδικητικό τους πλαίσιο.
Όμως, από το Σικάγο το 1886 μέχρι την πρώτη ελληνική απεργιακή κινητοποίηση το 1893 έως στη σημερινή μνημονιακή κατάσταση του 2017, το ρολόι της ιστορίας φαίνεται να έχει γυρίσει πίσω στις αρχές του 20ου αιώνα.
Και τούτο διότι, μέσα στις σημερινές πολιτικές, οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες που έχουν διαμορφωθεί στη χώρα λόγω της ένταξης της σε καθεστώς ασφυκτικού διεθνούς οικονομικού ελέγχου και επιτροπείας εδώ και 7 χρόνια, ο αγώνας για 8ωρη εργασία, 8ωρη ανάπαυση, 8ωρη αναψυχή, για την καθιέρωση της Κυριακής ως αργίας, για τη βελτίωση των μισθών και των εργασιακών συνθηκών εργασίας στους χώρους δουλειάς, για την εξάλειψη της εκμετάλλευσης και της κοινωνικής αδικίας, για ένα καλύτερο μέλλον του κόσμου της εργασίας, είναι ξανά στην ημερήσια διάταξη.
Βεβαίως, οι απαιτήσεις των δανειστών και των διευθυντηρίων τους εδώ και 7 χρόνια, προκειμένου να «διασώσουν» τη χώρα, είναι οι ίδιες και απαράλλακτες.
Με την ισχύ τους ως δανειστές και με ευνοϊκό για αυτούς πολιτικό – οικονομικό συσχετισμό δυνάμεων στην Ευρώπη και παγκοσμίως, έχουν τη δυνατότητα σε μεγάλο βαθμό να επιβάλλουν την εφαρμογή αδιέξοδων νεοφιλελεύθερων πολιτικών και μέτρων, σαν το απόλυτο μέσον και σαν τη δήθεν μοναδική πολιτική και οικονομική λύση στα προβλήματα της χώρας.
Όμως, είναι εμφανές σε όλους πια ότι με τον τρόπο αυτό διαλύουν ουσιαστικά την πραγματική οικονομία, υπονομεύουν την παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας και τις δυνατότητες για ανάπτυξη, απαξιώνουν τις παραγωγικές δυνάμεις και τις εργαζόμενες τάξεις του τόπου και ιδίως τους μισθωτούς εργαζόμενους.
Είναι εμφανές ότι αυτή η πολιτική δεν οδηγεί, ούτε πρόκειται (για όσο καιρό αυτή συνεχίζεται) να οδηγήσει σε βιώσιμους ρυθμούς ανάπτυξης, πολύ δε περισσότερο δεν πρόκειται να οδηγήσει σε τέτοιου είδους ανάπτυξη, ώστε να καρπωθούν οι εργαζόμενοι αυτό που δικαιούνται: δηλαδή μισθούς ικανούς για να βιοπορίζονται με αξιοπρέπεια, με ανθρώπινες συνθήκες εργασίας, με καθολική δημόσια κοινωνική ασφάλιση και αξιοπρεπείς συντάξεις.
Οι προηγούμενες κυβερνήσεις των μνημονίων (ΝΔ, ΠΑΣΟΚ και δορυφόροι) μέσα σε 5 χρόνια, όχι μόνο δεν αμφισβήτησαν τις πολιτικές αυτές, όχι μόνο τις ικανοποίησαν, αλλά τις πήγαν ακόμα ένα βήμα παραπάνω και κατόρθωσαν να διαμορφώσουν ένα πλαίσιο δύσκολα αναστρέψιμο.
Όμως και η σημερινή κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ έχει σημαντικό μερίδιο ευθύνης στη συνέχιση αυτής της κατάστασης, όχι μόνο διότι διέψευσε προσδοκίες και ελπίδες, όχι μόνο διότι πολύ δύσκολα μια αριστερή κυβέρνηση μπορεί να δικαιολογήσει τις μνημονιακές πολιτικές που ασκεί (ή εξαναγκάζεται να ασκεί σύμφωνα με την κυβερνητική αφήγηση), αλλά για όσα δεν έχει κάνει, ενώ θα μπορούσε να κάνει. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η φορολογία, από τη φορολόγηση του μεγάλου κεφαλαίου και την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής, από αύριο θα φορολογούνται ακόμα και τα εισοδήματα των 400 ευρώ.

Η απελπιστική εικόνα των εργασιακών σχέσεων

Στο μέτωπο των εργασιακών σχέσεων, και ειδικά στον ιδιωτικό τομέα, η εικόνα συνεχίζει να είναι απελπιστική, αν δεν έχει χειροτερεύσει.
Η ουσιαστική κατάργηση των Συλλογικών Συμβάσεων και της ΕΓΣΣΕ έχουν οδηγήσει στην κυριαρχία των ατομικών συμβάσεων, στην εξαφάνιση της συλλογικής προστασίας των εργαζομένων και στη συμπίεση του συνόλου των μισθών στα κατώτατα όρια των 586 ευρώ για την 8ωρη εργασία. Το 70-80% των εργαζομένων δεν καλύπτεται από καμία συλλογική σύμβαση, ήδη 600.000 εργαζόμενοι αμείβονται με μερική απασχόληση έως και 400 ευρώ μηνιαίως, ενώ άλλοι 850.000 δεν ξεπερνούν τα 800 ευρώ (ΕΡΓΑΝΗ, ΙΚΑ).
Η συστηματική μη καταβολή των δεδουλευμένων και η πληρωμή έναντι του καταβλητέου μισθού τείνει να γίνει κανόνας, η αδήλωτη εργασία του 8ώρου μετασχηματίζεται σε υποδηλωμένη εργασία του 3ωρου και 4ωρου. Οι όποιες νέες προσλήψεις γίνονται, αφορούν κατά πλειοψηφία τη μερική απασχόληση, κρυφή η φανερή.
Οι εργοδότες, μικροί και μεγάλοι, κάνουν «τσαμπουκαλίδικη» χρήση του διευθυντικού δικαιώματος, το οποίο είναι πια ανεξέλεγκτο. Παρά τις όποιες προσπάθειες οι Επιθεωρήσεις Εργασίας, όχι μόνο εξακολουθούν να είναι υποστελεχωμένες, αλλά επιπλέον έχουν αποστερηθεί και από τα ελάχιστα νομοθετικά εργαλεία επιβολής της νομιμότητας και καταπολέμησης της παραβατικότητας στην αγορά εργασίας.
Με τις εργασιακές σχέσεις διαλυμένες, με την ευελιξία μισθών και ωραρίων να γενικεύονται και με την ανεργία να παραμένει σε δυσβάσταχτα επίπεδα, τα ασφαλιστικά ταμεία και οι συντάξεις καταρρέουν και μπαίνουν στο κρεβάτι του Προκρούστη.
Απέναντι σε αυτή τη γενικευμένη χειροτέρευση των εργασιακών συνθηκών, το συνδικαλιστικό κίνημα έχει και τις δικές του ευθύνες, κυρίως ως προς την αντίσταση που θα μπορούσε να έχει κάνει τα τελευταία χρόνια και να έχει καταστεί ένα ανθεκτικό ανάχωμα στις πολιτικές των μνημονίων.
Δυστυχώς, η κρίση και τα μνημόνια δεν το ώθησαν να θεραπεύσει τις μεγάλες παθογένειες που το ταλαιπωρούν εδώ και δεκαετίες.

Οι ευθύνες του συνδικαλιστικού κινήματος

Η ΓΣΕΕ, με ευθύνη της γνωστής πλειοψηφίας (ΠΑΣΚΕ, ΔΑΚΕ) έχει απαξιωθεί στα μάτια του κόσμου της εργασίας και της κοινωνίας.
Ανάλογη ευθύνη έχουν και οι δυνάμεις του ΠΑΜΕ, που επιμένουν σε έναν άγονο σεχταρισμό, ο οποίος εμποδίζει την άθροιση των δυνάμεων της εργατικής αντίστασης,
Ο οργανωτικός κατακερματισμός με όρους συντεχνιασμού, οι κομματικές διαιρέσεις που ακυρώνουν οποιαδήποτε προσπάθεια ενότητας στη δράση και στους στόχους, η μεγάλη υποβάθμιση του αγωνιστικού του προσανατολισμού, με παράλληλη γιγάντωση του ρόλου του ως κοινωνικού εταίρου και διαχειριστή κονδυλίων του ΕΣΠΑ, είναι μόνο μερικές από τις αιτίες που εξηγούν την αποτυχία του να αντισταθεί επαρκώς στα χρόνια των μνημονίων, παρά τις 52 Γενικές Απεργίες.
Παρόλα αυτά, για να μην είμαστε άδικοι, θα πρέπει να θυμίσουμε τους μεγάλους κοινωνικούς αγώνες και τους μαζικούς ξεσηκωμούς των πλατειών της περιόδου 2010-2014. Με απεργίες και διαδηλώσεις που έγιναν δυνατά πολιτικά γεγονότα και δημιούργησαν πολιτικές εξελίξεις, ουσιαστικά «ανατράπηκαν» τρεις κυβερνήσεις (Παπανδρέου, Παπαδήμος, Σαμαράς-Βενιζέλος) και έστρωσαν το δρόμο για την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ. Δυστυχώς, όμως, από το 2015 μέχρι σήμερα, αυτοί οι εργατικοί και κοινωνικοί ξεσηκωμοί δεν υπάρχουν, ο κόσμος έχει απογοητευτεί και η λογική ΤΙΝΑ (there is no alternative – δεν υπάρχει εναλλακτική) έχει κυριαρχήσει, όχι χωρίς ευθύνη της Αριστεράς.
Αν σήμερα χρειαζόμαστε κάτι για να ξεπεράσουμε τα αδιέξοδα, είναι αυτό ακριβώς. Να ξαναπιάσουμε το νήμα των μεγάλων και επίμονων εργατικών και κοινωνικών αγώνων, να επαναφέρουμε τη κοινωνική συμμαχία όλων όσων έχουν διαλυθεί από τα μνημόνια, να ξανακάνουμε το εργατικό κίνημα εμπροσθοφυλακή της κοινωνικής αντίστασης, να ανοικοδομήσουμε τις συνειδήσεις (κυρίως της νέας γενιάς) μακριά από την απογοήτευση, την απάθεια, την ακινησία, τον ατομισμό, το βόλεμα.
Αυτές είναι άλλωστε και οι αξίες της Εργατικής Πρωτομαγιάς, εφόσον θέλουμε να την τιμούμε ουσιαστικά και να μην την ακυρώνουμε.

*Γενικός Γραμματέας της Ομοσπονδίας Ιδιωτικών Υπαλλήλων Ελλάδος (ΟΙΥΕ).