ΕΡΤ: Βούτυρο στο ψωμί των ανταγωνιστών της

xatzopoulos

Του Ορέστη Αθανασίου

Δεν είναι καθόλου τυχαίο —αλλά και καθόλου ευχάριστο— κάθε φορά που προβάλλει στο προσκήνιο η ΕΡΤ, αυτό να οφείλεται στη διαμάχη ηγετικών στελεχών της. Ανθρώπων δηλαδή που διορίστηκαν από αυτή την κυβέρνηση για να υλοποιήσουν την εξαγγελία για επανίδρυση της δημόσιας ραδιοτηλεόρασης μετά το μαύρο της κυβέρνησης Σαμαρά. Άνθρωποι που όχι μόνο δεν κατάφεραν να συνυπάρξουν —λόγω διαφορετικής αντίληψης για τη λειτουργία της ΕΡΤ— αλλά οι μισοί εξωθήθηκαν σε παραίτηση από τους άλλους μισούς, ανταλλάσσοντας επιστολές που περιείχαν σοβαρές καταγγελίες. Ο Σταύρος Καπάκος εξωθήθηκε σε παραίτηση από τον τότε διευθύνοντα σύμβουλο, Λάμπη Ταγματάρχη, ο οποίος με τη σειρά του απομακρύνθηκε, χωρίς να δοθούν πολλές εξηγήσεις, για να αντικατασταθεί από τον Βασίλη Κωστόπουλο, ο οποίος ανάγκασε σε ηχηρή παραίτηση τον πρόεδρο του ΔΣ της ΕΡΤ, Διονύση Τσακνή. Στην επιστολή παραίτησης του Τσακνή, όπως και στην αντίστοιχη επιστολή του Νίκου Μιχαλίτση λίγους μήνες αργότερα, βρίσκουμε αναφορές που υπάρχουν και στην επιστολή του Γιώργου Θαλασσινού πριν μερικές μέρες: παράτυπες διαδικασίες, αποκλεισμός ικανών στελεχών, έλλειψη λογοδοσίας και έλλειψη στρατηγικού οράματος για τη Δημόσια Τηλεόραση. Η μόνη διαφορά είναι ότι, προς το παρόν, αυτή η επιστολή δεν συνοδεύτηκε από παραίτηση.
Προφανώς κάποιο πρόβλημα υπάρχει στο βασίλειο της Αγίας Παρασκευής. Πρόβλημα που οι αλλεπάλληλες αλλαγές προσώπων από την ίδια ηγεσία του υπουργείου δεν κατάφερε να λύσει. Διαπίστωση που οδηγεί στο συμπέρασμα πως το πρόβλημα δεν έγκειται στα  πρόσωπα αλλά στην πολιτική που ακολουθείται. Και επειδή τα έχουμε ξαναγράψει στην «Εποχή», ας μην μακρηγορούμε. Η επωδός όσων παραιτήθηκαν ήταν πως αντί για επανίδρυση στην ΕΡΤ συμβαίνει μια παλινόρθωση. Του παλιού και δοκιμασμένου μοντέλου της στενής εξάρτησης από την εκάστοτε πολιτική εξουσία με τη συνδρομή ενός γραφειοκρατικού συνδικαλισμού που βασική του έγνοια είναι να διατηρεί και να αναπαράγει τα προνόμιά του.

Θέση, κενή περιεχομένου

Στην τωρινή σύγκρουση του διευθύνοντος συμβούλου, Βασίλη Κωστόπουλου, με τον αναπληρωτή διευθύνοντα σύμβουλο με αρμοδιότητα για τη Ραδιοφωνία, Γιώργου Θαλασσινού, η διαφωνία για το ποιος θα επιλέξει τον Γενικό Διευθυντή Ραδιοφωνίας και τους προϊσταμένους προγραμμάτων της ΕΡΑ και ποιοι θα ακλύψουν τις θέσεις αυτές είναι η κορυφή του παγόβουνου. Προφανώς στο παρασκήνιο, υπήρξαν μεθοδεύσεις, προτιμήσεις και άλλα πολλά που υπονοεί αλλά δεν αναφέρει συγκεκριμένα στην επιστολή του ο Θαλασσινός. Όμως το ζήτημα δεν είναι μόνο η επιλογή κάποιων προσώπων σε καίριες θέσεις. Αφορά την αντίφαση που είχε εξαρχής η απόφαση του διορισμού του νέου ΔΣ πριν μερικούς μήνες.
Μετά την διαμάχη προέδρου ΔΣ και διευθύνοντος συμβούλου για το ποιος διοικεί (την αναφέρουμε έτσι γιατί δεν ήταν διαμάχη Τσακνή με Ταγματάρχη και Κωστόπουλο), επελέγη ένα σχήμα όπου οι αποφασιστικές αρμοδιότητες ανήκουν στον διευθύνοντα σύμβουλο και το ΔΣ εγκρίνει τις εισηγήσεις του. Γι’ αυτό επελέγη και ο Β. Κωστόπουλος με μακρά θητεία στην ΕΡΤ ως νομικός σύμβουλος, γνώστης δηλαδή των εσωτερικών ισορροπιών. Όμως, στο νέο ΔΣ διορίζεται και ο Γ. Θαλασσινός σε μια θέση που δεν υπήρχε πριν: αναπληρωτής διευθύνων σύμβουλος, αρμόδιος για τη Ραδιοφωνία. Μια αρμοδιότητα που στην πράξη αποδείχθηκε κενή περιεχομένου. Μπορεί με πολύ άκομψο τρόπο το γραφείο Τύπου της ΕΡΤ αλλά και το… περιβάλλον του Β. Κωστόπουλου να κατηγόρησαν τον Γ. Θαλασσινό ότι απουσιάζει από το ΔΣ για να μην έχει απαρτία, αλλά αποσιωπούν πως η εισήγησή του για το ραδιόφωνο που έχει καταθέσει και δημοσιοποιήσει εδώ και μήνες έχει καταχωνιαστεί σε κάποιο συρτάρι. Όποιος την αναζητήσει και τη διαβάσει θα καταλάβει το γιατί.
Σπατάλη δημοσίου χρήματος

Επιπλέον, όποιος διαβάσει τις σχεδόν ταυτόσημες ανακοινώσεις του Γραφείου Τύπου της ΕΡΤ και του… περιβάλλοντος του Β. Κωστόπουλου θα καταλάβει ότι υπάρχει και ένα άλλο επίμαχο ζήτημα πέρα από το ποιος θα ορίσει τους διευθυντές. Το ζήτημα της αγοράς  δικαιωμάτων μετάδοσης των αγώνων των επτά ομάδων της Super League που είχαν μείνει «ορφανές» καθώς ούτε η Νοva ούτε η Cosmote θεώρησαν πως η μετάδοση των αναμετρήσεων αυτών των ομάδων θα ήταν κερδοφόρα. Εκείνο που απέρριψαν με επιχειρηματικά κριτήρια οι συνδρομητικές πλατφόρμες το δέχθηκε η ΕΡΤ κατόπιν εισήγησης του υφυπουργείου Αθλητισμού και του υπουργείου Ψηφιακής Πολιτικής. Για τις μεταδόσεις αυτές η ΕΡΤ θα καταβάλει 51.715.110,40 ευρώ, τα οποία προστίθενται στα 50 εκατ. ευρώ που έχει ήδη πληρώσει η ΕΡΤ για δικαιώματα μετάδοσης άλλων αθλητικών διοργανώσεων. Ποσό για το οποίο δεν διαμαρτυρήθηκε η Νέα Δημοκρατία που είχε κάνει σημαία και άλλοθι για την επιβολή του μαύρου τη σπατάλη δημόσιου χρήματος. Με την απόφαση αυτή είχε διαφωνήσει ο Γ. Θαλασσινός μιλώντας για παράγοντες του ποδοσφαίρου που έχουν περιπέτειες με τη δικαιοσύνη και τη χαμηλή απήχηση του αθλήματος στην ελληνική κοινωνία. Ας σημειωθεί επιπλέον πως το ετήσιο κόστος του προγράμματος της ΕΡΤ είναι μόλις 2, 3 εκατ. και το ποσό αυτό διοχετεύεται κυρίως σε εξωτερικές παραγωγές με ανάθεση. Από την άλλη βέβαια, η διοίκηση της ΕΡΤ επικαλείται το σημαντικό (ως και 15%) ποσοστό τηλεθέασης των αγώνων, ποσοστό που δυνητικά σημαίνει σημαντική εισροή διαφημιστικών εσόδων.

Ποιότητα ή νούμερα;

Το ερώτημα όμως είναι πού θέλει και πρέπει να επενδύσει η ΕΡΤ. Σε «ένα από τα πιο δημοφιλή τηλεοπτικά προϊόντα» όπως αναφέρει το Γραφείο Τύπου ή σε υψηλής ποιότητας πρόγραμμα σαν τις σειρές του BBC που γεμίζουν το πρόγραμμα αλλά δεν φέρνουν την ίδια τηλεθέαση με το ποδόσφαιρο; Και πότε θα αρχίσει να παράγει δικό της πρόγραμμα εκτός από δύο τρεις πολιτικές εκπομπές και την «Αθλητική Κυριακή»;
Η ΕΡΤ μετά το μαύρο μοιάζει πάρα πολύ με την προηγούμενη. Δεν στηρίζεται στη δημιουργικότητα και την αυταπάρνηση που επέδειξε η πλειονότητα των εργαζομένων την περίοδο της ERTopen, δεν αποκατέστησε τις σχέσεις της με την κοινωνία, δεν αποτελεί έναν διακριτό και ανταγωνιστικό δημόσιο πυλώνα ποιοτικής ενημέρωσης και υψηλού πολιτιστικού επιπέδου παρότι, τουλάχιστον στον ειδησεογραφικό τομέα, έχει αποδείξει την υπεροχή της.
Είναι να αναρωτιέται κανείς τι μεγαλύτερο δώρο θα μπορούσε να κάνει κανείς στους καναλάρχες από το να απαξιώσει τον δυνητικά σοβαρότερο ανταγωνιστή τους, τη δημόσια ραδιοτηλεόραση.