Εθνικό σχέδιο για την ενέργεια και το κλίμα: Εντός στόχων, αλλά όχι αρκετά φιλόδοξο

Σε δημόσια διαβούλευση έχει τεθεί από τα μέσα Νοέμβρη ο ενεργειακός σχεδιασμός για τη δεκαετία 2020-2030. Η διαβούλευση για το Εθνικό Σχέδιο για την Ενέργεια και το Κλίμα (ΕΣΕΚ) θα ολοκληρωθεί στις 3 Δεκεμβρίου, με σκοπό, την ψήφισή του από το ελληνικό κοινοβούλιο, μέχρι το τέλος του 2018.
Ο ψηφισθείς σχεδιασμός θα κατατεθεί στις αρχές του 2019 στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ταυτόχρονα με των υπολοίπων χωρων της ΕΕ, ως επίσημο πλάνο της Ελλάδας. Παράλληλα, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή στις 28 Νοεμβρίου θα ανακοινώσει τον ενεργειακό σχεδιασμό για το 2050, με τις ζυμώσεις μεταξύ αυτών που θέλουν μια σαφή κατεύθυνση προς οικονομία μηδενικών εκπομπών και όσων υιοθετούν μια πιο μετριοπαθή στάση να κορυφώνονται. Η Επιτροπή είναι υποχρεωμένη να ανακοινώσει 8 διαφορετικά σενάρια μεταξύ των οποίων ένα μηδενικών εκπομπών και ένα που να ικανοποιεί το στόχο του 1,5 βαθμού της συμφωνίας των Παρισίων με τον Γιούνκερ και τον αρμόδιο επίτροπο να επιθυμούν την τελική υιοθέτηση του σεναρίου μηδενικών εκπομπών.
Στις 14 Νοεμβρίου, υπουργοί Ενέργειας και Περιβάλλοντος 10 χωρών που αντιπροσωπεύουν το 51% του πληθυσμού της ΕΕ (Δανία, Φινλανδία, Γαλλία, Ιταλία, Λουξεμβούργο, Ολλανδία, Πορτογαλία, Σλοβενία, Ισπανία και Σουηδία), σε κοινή επιστολή τους, ενθαρρύνουν «την Επιτροπή να θέσει μια σαφή κατεύθυνση προς μηδενικές εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου στην ΕΕ μέχρι το 2050» και επιμένουν ότι ο οδικός χάρτης θα πρέπει να παρουσιάζεται «αξιόπιστά και λεπτομερώς».
Ώθηση στο ρεύμα υπέρ των μηδενικών εκπομπών δίνει και το σχέδιο για την ενέργεια και το κλίμα της Ισπανίας το οποίο θέτει ως στόχο τη ηλεκτροπαραγωγή από ΑΠΕ σε ποστοστό 70% μέχρι το 2030 και 100% μέχρι το 2050, ενώ παράλληλα απαγορεύει την έκδοση νέων αδειών εκμετάλλευσης υδρογονανθράκων και τη μέθοδο του fracking, καταργεί τις επιδοτήσεις των ορυκτών καυσίμων και δεσμεύεται να επανεξετάσει τις ήδη υπάρχουσες επενδύσεις υδρογονανθράκων.
Οι στόχοι που φαίνεται να ικανοποιεί το μοναδικό σενάριο του ΕΣΕΚ εντάσσουν την Ελλάδα στις χώρες που βρίσκονται εντός των στόχων της ΕΕ για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής, σύμφωνα με τη Συμφωνία των Παρισίων, που όμως ήδη καθιστούν τον περιορισμό της αύξησης της θερμοκρασίας του πλανήτη μόνο κατά 1,5 βαθμούς Κελσίου αδύνατο, σε μια περίοδο μεγάλων αλλαγών στον ενεργειακό τομέα, λόγω της κλιματικής αλλαγής όσο και ενεργειακών ανταγωνισμών στην περιοχή μας.

Το ΕΣΕΚ προσβλέπει στη θέσπιση στόχων και πολιτικών για την επίτευξη στόχων που σχετίζονται με την εξοικονόμηση ενέργειας, την ανάπτυξη των ΑΠΕ, τη μείωση της ενεργειακής εξάρτισης της χώρας και την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής. Όπως περιέγραψε και ο Γ. Σταθάκης, υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας, στη συνέντευξη Τύπου για την παρουσιάση του σχεδίου, αυτό στοχοθετεί σε τρεις κύριους άξονες: αναδιάρθρωση του ενεργειακού μίγματος της χώρας μέχρι το 2030, εξοικονόμηση ενέργειας σε πλήθος κλάδων της οικονομίας και αντιμετώπιση της ενεργειακής φτώχειας.
Το σχέδιο της επόμενης δεκαετίας προβλέπει την αλλαγή του ενεργειακού μίγματος της χώρας πάνω σε τρία βασικά χαρακτηριστικά. Καταρχήν το ποσοστό συμμετοχής των ΑΠΕ στην παραγωγή ενέργειας στο 57% από 29% που είναι σήμερα. Το ποσοστό το είχαμε καταγράψει στις στήλες της εφημερίδας ήδη από την παρουσίαση της Έκθεσης Κατάστασης Περιβάλλοντος 2018 στις αρχές του μήνα. Το δεύτερο βασικό χαρακτηριστικό του ενεργειακού μίγματος της επόμενης δεκαετίας θα είναι ο περιορισμός του ειδικού βάρους του λιγνίτη στο 17%. Τέλος, τρίτο χαρακτηριστικό είναι η αξιοποίηση του φυσικού αερίου ως ως σταθεροποιητικού παράγοντα για τη μεταβατική αυτή περίοδο.
Ο δεύτερος βασικός άξονας του σχεδίου προβλέπει την εξοικονόμηση ενέργειας, κυρίως μέσω πολιτικών προώθησης της ενεργειακής αναβάθμισης υποδομών σε διάφορους οικονομικούς κλάδους, θέτοντας στόχο ετήσιας βελτίωσης στην εξοικονόμηση κατά 1,5% στο σύνολο της οικονομικής δραστηριότητας. O συμπληρωματικός τρίτος άξονας αφορά την αντιμετώπιση της ενεργειακής φτώχειας, άξονας με ιδιαίτερη σημασία στο χτυπημένο απο την οικονομική κρίση κοινωνικό ιστό.
Οι πολιτικές που θα εφαρμόσουν τον ενεργειακό αυτό σχεδιασμό, όπως σημείωσε και ο υπουργός, βρίσκονται ήδη σε ισχύ —προκαταβάλλοντας ταυτόχρονα και το περιεχόμενο του ΕΣΕΚ, άλλοτε θετικά και άλλοτε αρνητικά. Αναφέρθηκε, δε, στοιχειοθετώντας την τελευταία αυτή διαπίστωση στις μεγάλες παρεμβάσεις που έγιναν στο θεσμικό πλαίσιο της ελληνικής αγοράς ενέργειας (απελευθέρωση χονδρικών και λιανικών αγορών φυσικού αερίου και ενέργειας, διαχωρισμός δικτύων και εμπορικών τμημάτων των κρατικών εταιρειών, με δημόσιο έλεγχο στα δίκτυα και αποκρατικοποίηση των εμπορικών τμημάτων, διαμόρφωση του πλαισίου λειτουργίας του Χρηματιστηρίου Ενέργειας, αντιμετώπιση της ενεργειακής φτώχειας μέσω αναμόρφωσης του ΚΟΤ, της προτεραιότητας των ασθενέστερων στο πρόγραμμα επιδότησης για την εξοικονόμηση ενέργειας σε κατοικίες και της χρηματοδότησης της επανασύνδεσης του ρεύματος, όσων χάνουν το ΚΟΤ με αυστηρά εισοδηματικά κριτήρια).

ΑΠΕ αλλά και λιγνίτης

Δεύτερο πεδίο παρεμβάσεων, σύμφωνα με τον Γ. Σταθάκη, είναι το ενεργειακό μίγμα. Βασική παράμετρος της αναδιάρθρωσης παραμένει η απεξάρτηση απο το λιγνίτη η οποία θα γίνει με τη σταδιακή και όχι άμεση απόσυρση παλαιότερων μονάδων —διατηρώντας την ομαλή τροφοδοσία του συστήματος, αλλά εξασφαλίζοντας, ταυτόχρονα, πάνω από μια δεκαετία ζωής για το πιο βρώμικο καύσιμο παραγωγής ενέργειας— και τη περιβαλλοντική αναβάθμιση λιγνιτικών μονάδων όπου αυτό είναι εφικτό. Αποφασιστικότερη είναι η στάση του υπουργείου στις μονάδες που λειτουργούν με πετρέλαιο και αφορούν τον εφοδιασμό των νησιών, καθώς αυτές θα σβήσουν (λειτουργώντας μόνο ως μηχανισμός εκτάκτου ανάγκης), μέσω του προγράμματος διασύνδεσης των νησιών που βρίσκεται σε εξέλιξη, με αυτή της Κρήτης να ολοκληρώνεται τελευταία προς τα μέσα της δεκαετίας. Παράλληλα, προκρίνεται η πρωτοβουλία της ΕΕ για τα ενεργειακά νησιά τα οποία δεν θα συνδεθούν με την ηπειρωτική Ελλάδα. Το φυσικό αέριο, εξάλλου, θα αποτελεί το συνδετικό κρίκο μεταξύ του παρόντος και ενός μέλλοντος χαμηλών ή μηδενικών εκπομπών —το οποίο απομακρύνεται, ωστόσο, στο χρονικό ορίζοντα—, καθώς θα σταθεροποιεί το ενεργειακό σύστημα όσο οι ΑΠΕ θα ενισχύονται.
Στο πεδίο των ΑΠΕ έγιναν θεσμικές παρεμβάσεις, όπως η αντικατάσταση του συστήματος εγγυημένων τιμών για αποζημιώσεις των ΑΠΕ με ανταγωνιστικές διαδικασίες, που οδήγησαν σε τιμές 30-35% χαμηλότερες, σύμφωνα με τον υπουργό. Κομβικό ρόλο για τον ενεργειακό σχεδιασμό του υπουργείου αποτελεί και το ειδικό χωροταξικό των ΑΠΕ, όπως και η θεσμοθέτηση των ενεργειακών κοινοτήτων για την ανάπτυξη των ΑΠΕ σε μικρή κλίμακα και την αποκεντρωμένη παραγωγή, οι οποίες, σύμφωνα με τον Γ. Σταθάκη, θα αποτελούν το βασικό παίκτη στην ανάπτυξη των ΑΠΕ την επόμενη δεκαετία.
Ταυτόχρονα τα προγράμματα «Εξοικονομώ» για 50.000 νοικοκυριά, αλλά και η προκήρυξη αντίστοιχου προγράμματος για τα δημόσια κτήρια, ενισχύουν την εξοικονόμηση ενέργειας μέσω της αναβάθμισης των κτηρίων, παράλληλα με ανάλογες παρεμβάσεις σε βιομηχανία, τουριστικές εγκαταστάσεις κ.α. Τέλος, σημαντική είναι η εισαγωγή του θεσμικού πλαισίου για τον εξηλεκτρισμό, με στόχο το 2030 το 10% του στόλου των αυτοκινήτων να είναι ηλεκτρικά.

Συμβατό με τους στόχους των Παρισίων

Ο Σ. Φάμελλος, αναπληρωτής υπουργός Περιβάλλοντος επανέλαβε ότι το περιβάλλον και η ενέργεια αποτελούν αναπόσπαστα στοιχεία του σχεδίου παραγωγικής ανασυγκρότησης, με μια οικονομία μηδενικών αποβλήτων και χαμηλών εκπομπών έως μηδενικών εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου, να αποτελεί το παραγωγικό και αναπτυξιακό πρότυπο που διατρέχει οριζόντια όλες τις πολιτικές. Επεσήμανε, δε, ότι το σχέδιο, που περιλαμβάνει 32 δισ. ευρώ επενδύσεων υπερεπιτυγχάνει τους ενεργειακούς και περιβαλλοντικούς στόχους της χώρας, αναφερόμενος ενδεικτικά στη μείωση 47% έναντι 21% που είναι ο ευρωπαϊκός στόχος, όσον αφορά την εκπομπή αερίων που εντάσσονται στο σύστημα εμπορίας και συγκεκριμένα στην ηλεκτροπαραγωγή και στην βιομηχανία η χώρα μας, και τη μείωση κατά 27%, όταν ο εθνικός στόχος για τους τομείς που είναι εκτός εμπορίας (μεταφορές, κτήρια, αγροτικός τομέας και απόβλητα) είναι 4%. Εξάλλου, στους τομείς που εντάσσονται στο ευρωπαϊκό σύστημα εμπορίας δικαιωμάτων και εκπομπών αερίων θερμοκηπίου, η μείωση της χώρας μας θα είναι 63% έναντι στόχου 43%.
Σύμφωνα με τον Σ. Φάμελλο, το σχέδιο συμβαδίζει με τη μελέτη της Διακυβερνητικής Διάσκεψης για το κλίμα όσον αφορά τη συγκράτηση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου, ενώ θεωρεί ότι θα συμβάλλει και στο υπό εξέταση σχέδιο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για το 2050 που συμπεριλαμβάνει και το μηδενικό σενάριο εκπομπών αερίου θερμοκηπίου, καθώς ενσωματώνει μια γραμμική προβολή της επίδρασης των μέτρων στις εκπομπές θερμοκηπίου για το 2040.

Προτεραιότητα στις εξορύξεις

Ο πρόεδρος της Εθνικής Επιτροπής για την Ενέργεια και το Κλίμα και γενικός γραμματέας Ενέργειας και Ορυκτών Πρώτων Υλών, Μιχάλης Βερροιόπουλος, αναφέρθηκε στους ποιοτικούς στόχους του σχεδίου, που πέρα από τη διασύνδεση των νησιών, περιλαμβάνει τη βέλτιστη αξιοποίηση των εγχώριων ενεργειακών πηγών και τη μείωση του ποσοστού της ενεργειακής εξάρτησης από το σημερινό 74% στο 68% το 2030.
Όπως περιγράφεται και στο ΕΣΕΚ, η «βασική προτεραιότητα» των πολιτικών της επόμενης δεκαετίας σε ότι αφορά την αξιοποίηση των εγχώριων ενεργειακών πηγών είναι η «προώθηση των εγχώριων εξορύξεων υδρογονανθράκων (…) με κεντρικό άξονα την προστασία του περιβάλλοντος και στόχο τη βέλτιστη αξιοποίηση των εγχώριων εξορύξεων», με σκοπό να μετατραπεί η Ελλάδα σε χώρα παραγωγής υδρογονανθράκων. Το συγκεκριμένο χωρίο κάνει λόγο και για βέλτιστη αξιοποίηση των εγχώριων κοιτασμάτων λιγνίτη, ενώ για τις ΑΠΕ αναφέρεται, δυστυχώς, μόνο στην αύξηση της διείσδυσης τους για την επίτευξη των ενεργειακών στόχων.
Το επιχείρημα της ενεργειακής εξάρτησης, αλλά και της αξιοποίησης των πλουτοπαραγωγικών πηγών της χώρας χρησιμοποιείται συχνά για την υπεράσπιση των εξορύξεων. Είναι, ωστόσο, εύλογο το ερώτημα, και δεν έχει απαντηθεί πειστικά απο την πολιτική ηγεσία του υπουργείου, για τους λόγους που δίδεται προτεραιότητα σε επενδύσεις περιορισμένης διάρκειας, μεγάλου περιβαλλοντικού αποτυπώματος και κινδύνου, οι οποίες διενεργούνται από πετρελαϊκούς κολοσσούς και άρα κατά κύριο λόγο μετατοπίζουν την ενεργειακή εξάρτηση χωρίς να τη μειώνουν, αντί να προωθείται η περαιτέρω ανάπτυξη των ΑΠΕ όπως σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες.

Πέτρος Κοντές

 

GREENPEACE

Αχρείαστη δέσμευση στα ορυκτά καύσιμα

«Ο ενεργειακός σχεδιασμός της κυβέρνησης ουσιαστικά προσπαθεί να κρατήσει με το ζόρι τη χώρα δέσμια του λιγνίτη, του πετρελαίου και του φυσικού αερίου, παρά το γεγονός ότι πρόκειται για επικίνδυνες για το μέλλον μας και ξεπερασμένες τεχνολογίες. Προφανώς, η λέξη “απεξάρτηση” είναι ακόμα άγνωστη στο υπουργείο. Ωστόσο, δεν υπάρχει άλλος χρόνος για υπεκφυγές και ωραιοποίηση των καταστάσεων. Οι προκλήσεις της σημερινής εποχής και ιδιαίτερα η δραματική προσπάθεια αποφυγής των κλιματικών αλλαγών επιβάλλουν δραστικές αλλαγές. Σήμερα, όχι αύριο. Στην αντίθετη περίπτωση γνωρίζουμε πολύ καλά το μέλλον της χώρας. Και είναι εφιαλτικό», αναφέρει ο Τάκης Γρηγορίου, υπεύθυνος για θέματα κλιματικών αλλαγών και ενέργειας του ελληνικού γραφείου της Greenpeace. Η περιβαλλοντική οργάνωση σε μια πρώτη αποτίμηση του ΕΣΕΚ αναφέρει ότι:
· Η αξιοπρόσεκτη μείωση των εκπομπών CO2 που πραγματοποιείται ως το 2030 οφείλεται κυρίως στην απόσυρση (μερικών) λιγνιτικών μονάδων και αντικατάστασής τους με ΑΠΕ.
· Δεν πραγματοποιείται, ωστόσο, οριστική απεξάρτηση από το λιγνίτη, ο οποίος παραμένει στο ενεργειακό μίγμα πιθανότατα μέχρι τα μέσα του αιώνα.
· Δεν προβλέπεται καμία ουσιαστική απεξάρτηση από το πετρέλαιο, η χρήση του οποίου μειώνεται μόνο κατά 24% ως το 2040.
· Ακόμα χειρότερα, αυξάνεται η κατανάλωση φυσικού αερίου κατά 24% το 2040.
· Καθυστερείται αδικαιολόγητα η προώθηση της αποθήκευσης ενέργειας για μετά το 2025.
· Οι εκπομπές από τον τομέα μεταφορών μειώνονται μόλις κατά 17% ως το 2040, ενώ από τον κτιριακό τομέα παραμένουν σε παρόμοια επίπεδα με τα σημερινά.
· Ως αποτέλεσμα των παραπάνω, ο βαθμός εξάρτησης της οικονομίας μας από εισαγόμενα καύσιμα παραμένει αμετάβλητος, στο 67% ως το 2040.
· Δεν υπάρχει απολύτως καμία πρόβλεψη για μείωση εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου από άλλους τομείς της οικονομίας πλην του ενεργειακού τομέα, παρά το γεγονός ότι σήμερα αντιπροσωπεύουν περίπου το 27% των συνολικών εκπομπών της Ελλάδας. Ως αποτέλεσμα, οι συνολικές εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου της χώρας μειώνονται μόλις κατά 23% ως το 2030 και μόλις κατά 33% ως το 2040.

 

Γ. ΣΤΑΘΑΚΗΣ

Απαγόρευση της μεθόδου fracking με τροπολογία

Στο περιθώριο της μονογραφής της σύμβασης παραχώρησης δικαιώματος για την έρευνα και εκμετάλλευση υδρογονανθράκων στη θαλάσσια περιοχή «Ιόνιο», Δυτική Ελλάδα, με τον πρόεδρο της Ελληνικής Διαχειριστικής Εταιρείας Υδρογονανθράκων, Ιωάννη Μπασιά και εκπροσώπους των εταιρειών Repsol (Willy Hernandez) και ΕΛΠΕ (Γιάννης Γρηγορίου), ο υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Γ. Σταθάκης, προανήγγειλε ότι με τροπολογία στο θεσμικό περιβαλλοντικό πλαίσιο θα προβλέπεται ρητά η απαγόρευση της μεθόδου fracking (υδραυλική ρωγμάτωση) για την εξόρυξη σχιστολιθικών υδρογονανθράκων (πιθανοί τόποι ενδιαφέροντος στην Ελλάδα βρίσκονται στη Θράκη και την Ήπειρο). Επεσήμανε ακόμα ότι «οι περιοχές Natura θα παραμείνουν άθικτες. Υπενθυμίζω ότι το 28% της επικράτειας είναι περιοχές Natura για τις οποίες διασφαλίζεται υψηλή περιβαλλοντική προστασία». Υπενθυμίζεται ότι η νομοθετική απαγόρευση της επικίνδυνης και καταστροφικής για το περιβάλλον μεθόδου fracking ήταν ένα από τα αιτήματα —πέρα ασφαλώς από τη συνολική διακοπή του προγράμματος έρευνας και εξόρυξης υδρογοναθράκων— περιβαλλοντικών οργανώσεων και κινηματικών πρωτοβουλιών, μαζί με την απαγόρευση έρευνας και εξόρυξης σε περιοχές Natura, αίτημα που, ωστόσο, δεν ικανοποιείται.

 

ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑ ΑΤΤΙΚΗΣ

Αρνητική γνωμοδότηση για έρευνα και εξόρυξη υδρογονανθράκων

Αρνητική κατά πλειοψηφία ήταν η γνωμοδότηση της μεγαλύτερης Περιφέρειας της χώρας, της Περιφέρειας Αττικής, για τη Στρατηγική Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΣΜΠΕ) για έρευνα και εξόρυξη υδρογονανθράκων στις θαλάσσιες περιοχές δυτικά και νοτιοδυτικά της Κρήτης στο περιφερειακό συμβούλιο της Πέμπτης 22 Νοεμβρίου. Η περιφερειακή Αρχή έκανε αρνητική εισήγηση, προτείνοντας τη διακοπή διαδικασίας έγκρισης της ΣΜΠΕ, με βάση την πρόταση της Διεύθυνσης Περιβάλλοντος, καθώς, όπως ανέφερε ο κ. Αναγνωστόπουλος, αντιπεριφερειάρχης Περιβάλλοντος και Κλιματικής Αλλαγής, «δεν διασφαλίζεται πλήρως το ενδεχόμενο των κινδύνων που σχετίζονται με την έρευνα εκμετάλλευση υπεράκτιων κοιτασμάτων υδρογονανθράκων όπως και οι διαδικασίες πρόληψης, διάσωσης και αποκατάστασης, ενημέρωσης, περιορισμού περιβαλλοντικών επιπτώσεων».
Στην τελική ψηφοφορία η παράταξη «Αττική» του κυρίου Σγουρού απείχε, οι παρατάξεις «Αττική, συμμέτοχοι στο Αύριο» και «180ο Η Αττική αλλάζει πρόσωπο» ψήφισαν ενάντια στην αρνητική εισήγηση της περιφερειακής Αρχής, ενώ η παράταξη «Δημιουργούμε μαζί» του κ. Τζήμερου ψήφισε λευκό με το σκεπτικό, θεωρώντας ότι το περιφερειακό συμβούλιο δεν έχει την τεχνοκρατική επάρκεια για να συζητήσει και να λάβει απόφαση για το συγκεκριμένο θέμα. Λαϊκή Συσπείρωση και «Αντικαπιταλιστική Ανατροπή για την Αττική» υπερψήφισαν την εισήγηση της πλειοψηφίας.
Αξίζει να σημειωθεί ότι στη ΣΜΠΕ των 681 σελίδων αφιερώνεται αθροιστικά λιγότερο από μια σελίδα για να απορριφθεί η μηδενική λύση, δηλαδή η διατήρηση της υφιστάμενης κατάστασης χωρίς εξορύξεις υδρογονανθράκων, η οποία «περιβαλλοντικά είναι απορριπτέα καθώς θα διατηρηθεί η υφιστάμενη κατάσταση εξάρτησης της χώρας από τις εισαγωγές πετρελαίου». Παράλληλα τονίζεται ότι « μη υλοποίηση του Προγράμματος [έρευνας και εξόρυξης], συνιστά ένα έντονα απευκταίο, αντιπεριβαλλοντικό σενάριο, διότι ο συνολικός αντίκτυπος της μηδενικής λύσης θα είναι η αναπτυξιακή υστέρηση, η οποία, λόγω της σύγχρονης σύνδεσης ανάπτυξης-περιβάλλοντος θα συνοδεύεται από τάσεις περιβαλλοντικής υποβάθμισης».