Εύκολη συζήτηση για ένα δύσκολο έργο

epoxi-logo

Εκ των υστέρων, θα μπορούσε να πει κάποιος ότι ήταν αναμενόμενο: η συζήτηση στη Βουλή, που τη ζήτησε η ίδια η αξιωματική αντιπολίτευση, δεν ήταν δυνατόν να έχει αντικείμενο τα οικονομικά της χώρας.
Ο κ. Μητσοτάκης το επιβεβαίωσε ήδη από την πρωτολογία του: αφιέρωσε στα οικονομικά θέματα μετά βίας το 15% του χρόνου του, παρά το γεγονός ότι, ανοίγοντας τη συζήτηση, ο πρωθυπουργός Αλ. Τσίπρας είχε σχεδιάσει την ομιλία του με επίκεντρο ακριβώς την ολοκλήρωση της τελευταίας αξιολόγησης, τις αποφάσεις του Γιούρογκρουπ για το χρέος και τις, κατά την κυβέρνηση, προοπτικές τής οικονομίας μετά τη λήξη του μνημονιακού προγράμματος προσαρμογής.
Έγινε φανερό ότι επιλογή του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης ήταν να κινηθεί στο θεωρούμενο ευνοϊκότερο γι΄ αυτόν έδαφος των της συμφωνίας με την πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατίας της Μακεδονίας, όπως τον συμβουλεύουν οι επικοινωνιολόγοι. Με αποτέλεσμα να φτάσουν στο ζενίθ οι τόνοι της φραστικής αντιπαράθεσης, χωρίς να μάθουμε τίποτε σχεδόν για τις θέσεις της ΝΔ.
Η μόνη έγνοια του κ. Μητσοτάκη ήταν πώς θα αντικρούσει τα ευνοϊκά σχόλια των αξιωματούχων της ΕΕ, παρουσιάζοντάς τα σαν χατίρι προς την κυβέρνηση και να μηδενίσει οποιαδήποτε αξία της εξόδου από το πρόγραμμα και των μεσοπρόθεσμων μέτρων για το χρέος. Έτσι ώστε να μεταβάλει τις θετικές εντυπώσεις των τελευταίων ημερών, ιδιαίτερα από την επίσκεψη Μοσκοβισί.
Οι γνώσεις μας για τα της οικονομίας ελάχιστα ωφελήθηκαν. Στην αντίθετη κατεύθυνση συνέβαλαν οι παρεμβάσεις τόσο του αντιπροέδρου Γ. Δραγασάκη, όσο και του υπουργού Οικονομικών Ευκλείδη Τσακαλώτου. Από τις οποίες θα μπορούσε να αντιληφθεί κάποιος τόσο την ύπαρξη των πραγματικών προβλημάτων, όσο και των υπαρκτών δυνατοτήτων, αλλά κυρίως τις δυσκολίες οι οποίες χρειάζεται να υπερπηδηθούν, ώστε η έξοδος από το πρόγραμμα να είναι πραγματικά είσοδος σε μια δυνητικά καλύτερη εποχή όχι μόνο για τα οικονομικά μεγέθη, αλλά και για όσους έχουν πληγεί περισσότερο από την κρίση και τους μνημονιακούς καταναγκασμούς. Γιατί μπορεί να αποδεικνύεται, τελικά, εύκολη υπόθεση η αντίκρουση των «επιχειρημάτων» μιας αντιπολίτευσης, η οποία στέκει αμήχανη μπροστά στις θετικές εξελίξεις που απευχόταν, αλλά δεν παύει να παραμένει δύσκολη η ανάληψη και η πραγματοποίηση του έργου που μπορεί να διαψεύσει τις προσδοκίες της.