Σαράντα χρόνια από το θάνατο του Άλφρεντ Χίτσκοκ

Εξαιρετικός αφηγητής, ιδιοφυής σκηνοθέτης

Του Στράτου Κερσανίδη

Είναι ένας από τους δημοφιλείς σκηνοθέτες στην ιστορία του κινηματογράφου ενώ οι ταινίες του ακόμη και σήμερα, όχι μόνο δεν έχουν χάσει το ενδιαφέρον τους, αλλά εξακολουθούν να γοητεύουν. Ο Άλφρεντ Χίτσκοκ (13 Αυγούστου 1899 – 29 Απριλίου 1980) είναι ο σκηνοθέτης ο οποίος έχει συνδέσει το όνομά του με τις ταινίες μυστηρίου και αγωνίας και έχει καθιερωθεί ως «μετρ του σασπένς».

Κι αν αυτό είναι το βασικό στοιχείο το οποίο χαρακτηρίζει το έργο του, δεν αρκεί για να δικαιολογήσει τη διαχρονική δημοφιλία των ταινιών του, τόσο μεταξύ του κοινού όσο και μεταξύ των κριτικών και θεωρητικών του σινεμά. Η δημοφιλία του λοιπόν έχει να κάνει με το γεγονός πως ο Βρετανός και εν συνεχεία πολιτογραφηθείς Αμερικανός σκηνοθέτης, καταφέρνει με ιδανικό τρόπο να συνδυάσει την ποιότητα με την εμπορικότητα. Να αγγίζει δηλαδή την ανάγκη για ψυχαγωγία του κοινού και ταυτόχρονα να κρατά υψηλά ποιοτικά στάνταρ. Αυτό είναι το αξιοθαύμαστο με τις ταινίες του, ενώ το στοιχείο του σασπένς είναι το όχημα για να φτάσει στο σκοπό του. Το χτίσιμο της αφηγηματικής του δομής βασίζεται σε αυτό και αυτό είναι που λατρεύει το κοινό καθώς παρακολουθεί τις ταινίες του με κομμένη την ανάσα.
Εδώ όμως έρχεται η σκηνοθετική του δεινότητα, η ικανότητά του να δημιουργεί αυτό το κλίμα που γοητεύει τους κριτικούς για τον τρόπο με τον οποίο χειρίζεται το κινηματογραφικό μέσο. Γιατί το σενάριο από μόνο του δεν αρκεί για να δημιουργήσει ατμόσφαιρα αγωνίας, υποψίας και προσμονής για το αναπάντεχο. Αυτό έχει να κάνει με τη σκηνοθεσία, δηλαδή με το ρυθμό, τις ανάσες, τους χρόνους, τις εναλλαγές και το μοντάζ. Και εδώ είναι που ο Άλφρεντ Χίτσκοκ αναδεικνύει το μεγαλείο του, αυτό που τον τοποθέτησε ανάμεσα στους κορυφαίους σκηνοθέτες του κινηματογράφου παγκοσμίως.
Η καριέρα του μπορούμε να πούμε πως χωρίζεται σε δύο περιόδους. Την αγγλική και την αμερικανική. Η αγγλική περίοδος (26 ταινίες) χρονικά προσδιορίζεται από το 1922, όταν ξεκίνησε χωρίς να τελειώσει τα γυρίσματα της ταινίας «Αριθμός 13», μέχρι το 1939 με την «Ταβέρνα της Τζαμάικα», τελευταία ταινία αυτής της περιόδου.
Η αμερικανική περίοδος (32 ταινίες) ξεκινά το 1940, με τη «Ρεβέκκα», πρώτη ταινία της περιόδου αυτής, όταν ο Χίτσκοκ υπέγραψε επταετές συμβόλαιο με τον παραγωγό Ντέιβιντ Σέλζνικ, ενώ όλοι οι άλλοι παραγωγοί του Χόλιγουντ το απέρριψαν! Η περίοδος αυτή κρατά μέχρι το τέλος της καριέρας του με το γύρισμα της τελευταίας του ταινίας «Οικογενειακή συνομωσία», το 1976.
Εδώ αξίζει να αναφέρουμε πως η «Ρεβέκκα» κέρδισε το Όσκαρ καλύτερης ταινίας το 1940. Οπότε δεν είναι αληθές αυτό που υποστηρίζεται, ότι δηλαδή ο Χίτσκοκ ουδέποτε κέρδισε Όσκαρ. Απλώς το συγκεκριμένο βραβείο, δηλαδή της καλύτερης ταινίας, πηγαίνει στον παραγωγό και όχι στον σκηνοθέτη.
Αντίθετα είναι πέρα για πέρα αληθές πως ο μετρ, αν και προτάθηκε πέντε φορές για Όσκαρ Σκηνοθεσίας («Ρεβέκκα», «Στον ίσκιο του θανάτου», «Νύχτα αγωνίας», «Σιωπηλός μάρτυς», «Ψυχώ»), ουδέποτε κατάφερε να το κερδίσει. Αξίζει επίσης να αναφέρουμε πως η Τζόαν Φοντέιν κέρδισε το 1941 το Όσκαρ γυναικείας ερμηνείας στην ταινία «Υποψίες». Πάντως, το 1968 τού απονεμήθηκε βραβείο Όσκαρ για τη συνολική του καριέρα, το οποίο παρέλαβε απευθύνοντας από μικροφώνου ένα απλό «ευχαριστώ»!
Το σινεμά του Χίτσκοκ έχει πολλές επιρροές αλλά και κάποια χαρακτηριστικά, τα οποία αναδεικνύουν την αγάπη του για την αναζήτηση νέων μορφών έκφρασης. Το σκοτεινό κομμάτι του είναι βαθειά επηρεασμένο από το γερμανικό εξπρεσιονισμό και η χρήση του δυναμικού μοντάζ από τον πρώτο διδάξαντα σοβιετικό σκηνοθέτη Σεργκέι Αϊζενστάιν. Σε αρκετές ταινίες του χρησιμοποιεί κοντινά πλάνα με τους ηθοποιούς να κοιτούν κατευθείαν στην κάμερα, ενώ αρέσκεται να γυρίζει σε κλειστούς χώρους δημιουργώντας κλειστοφοβική ατμόσφαιρα. Επίσης οι ταινίες του έχουν πολλές ψυχαναλυτικές αναφορές, όπως οιδιπόδειο, διαστροφές, ηδονοβλεψία κ.λπ.
Βέβαια, ο Άλφερντ Χίτσκοκ δεν είναι μόνον ένας εξαιρετικός αφηγητής ιστοριών αλλά και ένας ιδιοφυής σκηνοθέτης, καθώς οι ταινίες του δεν μένουν στο επίπεδο του προφανούς, δηλαδή σε αυτή καθ’ αυτή την πλοκή της ταινίας αλλά προχωρούν σε βάθος, σε πολλαπλά επίπεδα ανάγνωσης.
Σε μερικές μέρες συμπληρώνονται 40 χρόνια από το θάνατό του Άλφρεντ Χίτσκοκ. Κι αυτό αποτελεί μια πολύ καλή αφορμή να αναζητήσουμε και να απολαύσουμε μερικές από τις ταινίες του. Δυστυχώς ο περιορισμένος χώρος της εφημερίδας δεν επιτρέπει να κάνουμε αναφορά σε κάποιες από αυτές. Όποιες όμως κι αν επιλέξουμε να δούμε, ας έχουμε στο νου μας τα λόγια του μετρ, ο οποίος έλεγε: «Το μυστήριο είναι μια διανοητική διαδικασία. Αλλά το σασπένς είναι κατά βάση μια συναισθηματική διαδικασία».

***

Κινηματογράφος του δημιουργού

Μια συζήτηση ποταμός πενήντα ωρών του Φρανσουά Τρυφώ με τον Άλφρεντ Χίτσκοκ

Της Σοφίας Ξυγκάκη

Ένας άντρας βγαίνει από το σπίτι του, μπαίνει σε ένα ταξί με προορισμό το σιδηροδρομικό σταθμό. Αυτή είναι μια κανονική σκηνή μιας μέτριας ταινίας. Aν, πριν επιβιβαστεί στο ταξί, κοιτάξει το ρολόι του και αναφωνήσει «ω! Θεέ μου, τρομερό, δεν προλαβαίνω με τίποτα το τρένο», η διαδρομή θα μετατραπεί σε θρίλερ γιατί κάθε διασταύρωση, κάθε φρενάρισμα, κάθε σηματοδότης, θα φορτίζουν συναισθηματικά τη σκηνή και κανένας θεατής δεν θα πει «οκ, θα πάρει το επόμενο τρένο». Κατά κανόνα, οι σκηνές με σασπένς αποτελούν τις προνομιακές στιγμές μιας ταινίας, αυτές που η μνήμη συγκρατεί. Αλλά, όπως επισημαίνει ο Τρυφώ, ο Χίτσκοκ σε ολόκληρη την καριέρα του επιδίωξε στις ταινίες του κάθε στιγμή να συνιστά μια προνομιακή στιγμή.

Aλλά και η πρώτη γνωριμία μεταξύ τους ήταν κι αυτή μια «προνομιακή» στιγμή, αφού το χειμώνα του 1955 ο Φρανσουά Τρυφώ και ο Κλωντ Σαμπρόλ ως δημοσιογράφοι των Cahiers du Cinéma, επιδιώκοντας να συναντήσουν τον σκηνοθέτη στη Γαλλία όπου έκανε το μοντάζ ήχου της ταινίας του «Το κυνήγι του κλέφτη», έπεσαν κατά λάθος σε μια δεξαμενή με παγωμένο νερό και στάζοντας παρουσιάστηκαν παρόλα αυτά στον Χίτσκοκ. Εάν, δέκα χρόνια αργότερα, ο Τρυφώ αισθάνθηκε την έντονη επιθυμία να κάνει τη συνέντευξη ποταμό των πενήντα ωρών με τον Άλφρεντ Χίτσκοκ ήταν γιατί οι αμερικανοί διανοούμενοι και κριτικοί απορούσαν με το χαρακτηρισμό κινηματογράφος του δημιουργού που απέδιδαν οι Ευρωπαίοι στο σινεμά του Χίτσκοκ με τον ίδιο τρόπο που τον απέδιδαν στους Ζαν Ρενουάρ, Ίνγκμαρ Μπέργκμαν, Φεντερίκο Φελίνι, Λουί Μπουνιουέλ. Αντίθετα, τιμούσαν άλλους, «συλλέκτες» Όσκαρ που οι ταινίες ακολουθούσαν τους νόμους της αγοράς.
Κάνοντας μια ανασκόπηση της πορείας του Χίτσκοκ, από τις βουβές α/μ ταινίες της αγγλικής περιόδου έως τις έγχρωμες σινεμασκόπ του Χόλιγουντ, σε κάθε μία ανακαλύπτεις, λέει ο Τρυφώ, τις απαντήσεις στα ερωτήματα που κάθε σκηνοθέτης οφείλει να θέτει. Πώς μπορείς να εκφράζεσαι με όρους καθαρά οπτικής αναπαράστασης; Πώς γεννιέται η ιδέα ενός φιλμ; Ποια είναι η προεργασία και η κατασκευή του σεναρίου, ποια ιδιαίτερα προβλήματα αντιμετωπίζονται στη σκηνοθεσία κάθε ταινίας, πώς εκτιμά ο ίδιος ο σκηνοθέτης το τελικό καλλιτεχνικό και εμπορικό αποτέλεσμα της κάθε ταινίας σε σχέση με τις αρχικές προσδοκίες του; Αυτοί ήταν οι άξονες γύρω από τους οποίους αναπτύχθηκε η συζήτηση.
Ο Χίτσκοκ, προερχόμενος από τις θετικές επιστήμες, έχοντας σπουδάσει μηχανικός αλλά και σχέδιο, αναλάμβανε ο ίδιος το στόριμπορντ (storyboard) του φιλμ, δηλαδή τη σειρά σκίτσων με τα πλάνα της κάθε σκηνής, έχοντας στο μυαλό του εξαρχής, κινηματογραφώντας, το μοναδικό δυνατό μοντάζ των ταινιών του, σώζοντάς τες έτσι από τους πιθανούς πειραματισμούς και τις αυθαιρεσίες των παραγωγών που κατέστρεφαν ταινίες άλλων σπουδαίων σκηνοθετών, όπως του Όρσον Ουέλς.
Η συζήτηση καλύπτει όλα τα χρόνια, από τις νεανικές εμπειρίες στον κινηματογράφο και την πρώτη «πραγματική» ταινία του δημιουργού, «Ο Ένοικος» (The Lodger), έως τη βρετανική περίοδο: «Τα 39 σκαλοπάτια», «Σαμποτάζ», «Η κυρία εξαφανίζεται», αλλά και τις ώριμες δημιουργίες των δεκαετιών του ’40, ’50 και ’60, στην Αμερική: «Ρεβέκκα», «Υπόθεση Νοτόριους», «Ο άγνωστος του εξπρές», «Το κυνήγι του κλέφτη», «Ο άνθρωπος που γνώριζε πολλά», «Δεσμώτης του ιλίγγου», «Στη σκιά των τεσσάρων γιγάντων», «Ψυχώ», «Τα πουλιά», μεταξύ άλλων.
Στη συζήτηση συχνά προβάλλονται και αναδεικνύονται τα τεχνικά θέματα, πάντα σε σχέση με τις λύσεις που δίνουν στα προβλήματα που προκύπτουν, όπως για παράδειγμα η πανοραμική λήψη στη δεξίωση στο Νοτόριους που καταλήγει στην παλάμη της Μπέργκμαν που σφίγγει το κλειδί του κελαριού, η έρευνα του οποίου αποτελεί τη μυστική αποστολή του Γκάρι Γκραντ. Ένας από τους κανόνες του Χίτσκοκ: από το μακρινό στο κοντινό, από το μεγάλο στο μικρό.
Ο Χίτσκοκ διατύπωσε πρώτος και το βασικό κανόνα του σασπένς: Να προσφέρεις στους θεατές μια πληροφορία που τα πρόσωπα της ταινίας δεν γνωρίζουν. Σε αντίθεση με την ξαφνική αποκάλυψη ενός μυστικού που κανείς δεν γνωρίζει και προσφέρει μερικά δευτερόλεπτα έκπληξη, αυτός ο κανόνας που εμπλέκει το κοινό δημιουργεί μεγαλύτερη αγωνία δίνοντάς του περισσότερο χρόνο να αναρωτηθεί «τι λύση μπορεί τώρα να δοθεί σε αυτήν την ιστορία;».
Ο κανόνας του σασπένς διέπει και την επιλογή των πρωταγωνιστριών του σκηνοθέτη. Η Γκρέις Κέλι στο Κυνήγι του κλέφτη, ψυχρή και απόμακρη, ξαφνιάζει όταν φιλά τον σχεδόν άγνωστό της Γκραντ, μια ανατροπή που με μια πιο επιθετικά σεξουαλική γυναίκα θα ήταν αδύνατη. Ο Χίτσκοκ μιλώντας για τις ταινίες του, αποκαλύπτει πολλά και για τον εαυτό του. Για τη φοβία του με την αστυνομία, για παράδειγμα. Το μοτίβο του αθώου που κατηγορείται άδικα, το συναντάμε σε πολλές ταινίες του: Τα 39 Σκαλοπάτια, Στη σκιά των τεσσάρων γιγάντων, 13 εγκλήματα ζητούν ένοχο, μεταξύ άλλων.
Το βιβλίο που καταγράφει τη συνομιλία μεταξύ των δύο σκηνοθετών* συναρπάζει γιατί είναι πάνω απ’ όλα η προσωπική και αποκαλυπτική κουβέντα δύο παθιασμένων σινεφίλ που, χωρίς ίχνος διδακτισμού και ακαδημαϊκότητας, μιλούν για το αγαπημένο τους θέμα: το σινεμά.

* Φρανσουά Τρυφώ, «Χίτσκοκ», μτφ Γιάννης Ιωαννίδης, επιμ. Αχιλλέας Κυριακίδης, εκδόσεις Ύψιλον 1986