Έξοδος ορόσημο, αλλά…

 

Η έξοδος στις αγορές με δεκαετές ομόλογο, που ήταν επιτυχής κατά την άποψη ακόμη και όχι φιλικών διεθνών αναλυτών, έχει μια προφανή οικονομική αξία. Έχει, όμως, και μια καθαρά πολιτική αξία. Υποχρεώνει την κυβέρνηση, κυρίως, να δώσει σοβαρό και ουσιαστικό περιεχόμενο στην αντιπαράθεσή της με τη ΝΔ, καθώς η αξιωματική αντιπολίτευση έχει εξαντλήσει πλήρως τα φραστικά πυροτεχνήματα για τέταρτο μνημόνιο και αδυναμία δανεισμού της χώρας από τις αγορές. Η ΝΔ πιέζεται να πει τι θα κάνει ως κυβέρνηση και δεν μπορεί να κρύβεται έτι μακρόν, εκτός αν ο ΣΥΡΙΖΑ και το Μαξίμου της το επιτρέψουν, θεωρώντας ότι οι «σκληρές» ανακοινώσεις τους επί παντός επιστητού αρκούν για να δοθεί η μάχη, δηλαδή να πειστεί ένας κόσμος κατά τεκμήριο απαιτητικός. Μιλώντας για το οικονομικό περιεχόμενο της επιτυχούς εξόδου, εννοούσαμε ότι αυτή θέτει ένα ορόσημο. Η ελληνική οικονομία, βαθμιαία, καταλαμβάνει μια πιο διαχειρίσιμη θέση στην ευρωπαϊκή οικονομία και οι αγορές θεωρούν ότι μπορεί να την δανείζουν, σε βάθος χρόνου. Προφανώς, ο δανεισμός θα είναι ακριβότερος από αυτόν άλλων χωρών για πολλούς λόγους. Όμως, η πορεία της οικονομίας που είναι θετική, μαζί με τη βαθμιαία μείωση των επιτοκίων δανεισμού –και των επιχειρήσεων– το επόμενο διάστημα, διαμορφώνουν νέες δυνατότητες.
Αυτή τη μετάβαση σε άλλη φάση για πρώτη φορά αναγκάστηκε να την παραδεχθεί, έστω έμμεσα, και η ΝΔ. Ο κ. Σταϊκούρας αφού πρώτα έψαλλε τον εξάψαλμο στην κυβέρνηση, παραδέχθηκε: « Η παρούσα έκδοση, αν και με κόστος δανεισμού υψηλότερο των άλλων ευρωπαϊκών χωρών, λόγω της ανεπάρκειας της σημερινής κυβέρνησης (κάτι που επιβεβαιώνεται και στην τελευταία Έκθεση της Κομισιόν) κινείται προς αυτή την κατεύθυνση (τον ασφαλή, συνεχή και χαμηλό κόστος δανεισμού) προεξοφλώντας, μεταξύ άλλων, και την πολιτική αλλαγή που σύντομα θα γίνει στη χώρα». Φυσικά ο αντιπολιτευόμενος Τύπος επανέλαβε τα στερεότυπα του: επιτυχής, αλλά ακριβή έκδοση, η ακριβότερη στην ΕΕ κτλ.

Χρειάζεται σχέδιο και μέτρα

Συζητώντας για την οικονομία, ασφαλώς, χρειάζεται να ρίχνει κανείς σφαιρική ματιά. Είναι θετικό στοιχείο ότι μειώνεται συνεχώς η ανεργία –τον Δεκέμβριο έκλεισε στο 18%– ότι σταθεροποιείται η άνοδος του ΑΕΠ, ότι λύνονται μια σειρά ζητήματα που θα βοηθήσουν την οικονομία περαιτέρω. Δεν μπορεί κανείς, όμως, να μην παρατηρεί ότι ο ρυθμός ανάπτυξης δεν είναι υψηλός, όσο θα αναμέναμε, ότι ο δισταγμός της ανάκαμψης οφείλεται, κυρίως, σε ποιοτικά προβληματικές αιτίες, όπως η πορεία των επενδύσεων και της κατανάλωσης.
Αυτό, όμως που, κυρίως, πρέπει να σπεύσει η κυβέρνηση να προωθήσει και αναζωογονήσει, είναι το παραγωγικό δυναμικό της χώρας, με σχέδιο και μέτρα. Αυτό φαίνεται να αργεί. Αυτός είναι και λόγος που οι προβλέψεις, ακόμη και της κυβέρνησης, όχι μόνο λόγω της κάμψης της διεθνούς οικονομίας, π.χ., το τελευταίο μεσοπρόθεσμο, προβλέπουν μία κάμψη των ρυθμών ανόδου μετά το 2020. Η ελληνική οικονομία, καθώς έχασε το 25% του παραγωγικού δυναμικού της, δεν έχει αυτό το περιθώριο. Εδώ πρέπει να δοθεί η μάχη.
Μια αναφορά του υπουργού Οικονομικών, Ευκλείδη Τσακαλώτου, προσεγγίζει, πολιτικά όχι τεχνοκρατικά, αυτό το μείζον ζήτημα: «Με την έκδοση δεκαετούς ομολόγου πέφτει και το τελευταίο προπύργιο της φιλολογίας αυτών που στηρίζουν ότι η Ελλάδα δεν έχει πρόσβαση στις αγορές. Αναδεικνύεται πλέον επιτακτικά η ανάγκη για την έναρξη ενός σοβαρού διαλόγου για την επόμενη ημέρα με συμμετοχή όλων των πλευρών», δήλωσε στο News247. Και στη συνέχεια περιγράφει και τα πεδία διαλόγου. «Ένας διάλογος που θα αφορά το ποια θα είναι τα ποιοτικά στοιχεία ανάπτυξης, ποιο είναι το κοινωνικό κράτος που είναι ικανό να αντεπεξέλθει στις σύγχρονες ανάγκες, ποιο θα πρέπει να είναι το παραγωγικό μοντέλο και ποια η σύγχρονη δημόσια διοίκηση». Και πρόσθεσε: «παίζουν κρίσιμο ρόλο τόσο για τη στήριξη της ανάπτυξης όσο και για την ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής, διασφαλίζοντας ότι όλοι θα είναι ωφελημένοι κατά την ανάκαμψη».
Στο ίδιο μήκος κύματος και ο γραμματέας του ΣΥΡΙΖΑ, Πάνος Σκουρλέτης, θα σημειώσει ότι μετά το τέλος του προγράμματος η συζήτηση πρέπει να επανέλθει στο τι προτείνει η κάθε πολιτική δύναμη για το παρόν και το μέλλον της οικονομίας, των εργαζομένων, το ρόλο του δημοσίου τομέα, τα χαρακτηριστικά της ανάπτυξης, πόσο δίκαιη θα είναι ή αν θα καλύπτει τις ανάγκες των λίγων. «Αυτά είναι τα ζητήματα για τα οποία θα πρέπει να υπάρξει διάλογος. Οι μεγάλες πολιτικές δυνάμεις οφείλουν να καταθέσουν τα σχέδιά τους».
Με άλλα λόγια: τα μέτρα που παίρνονται τώρα και όσα άλλα ψηφιστούν ως τον Οκτώβριο είναι πάρα πολύ θετικά και κοινωνικά αναγκαία. Όμως, η μάχη θα κριθεί από το πρόγραμμα που θα παρουσιάσει ο ΣΥΡΙΖΑ για το «μετά», την επόμενη τετραετία που διεκδικούμε. Εδώ πρέπει να γίνει και η αντιπαράθεση με τη ΝΔ και αργούμε, μεθυσμένοι από την ευνοϊκή για τον ΣΥΡΙΖΑ ρευστότητα που αυξάνει την ελκτικότητά του, πολύ.
Π. Κλαυδιανός