Γαλλικές εκλογές

Γαλλία, ώρες αγωνίας μέχρι το αποτέλεσμα

kovanis

Σήμερα το βράδυ, θα ξέρουμε ποιος από τους δύο υποψήφιους Εμανουέλ Μακρόν και Μαρίν Λεπέν θα είναι πρόεδρος της Γαλλίας. Οι δημοσκοπήσεις φέρνουν τον Μακρόν να προηγείται με διαφορά. Τίποτα, όμως, δεν είναι σίγουρο, η αβεβαιότητα και η σύγχυση επικρατούν πριν τις κρίσιμες εκλογές για τη Γαλλία, την Ευρώπη και όχι μόνο. Αυτή την κρισιμότητα διαισθάνθηκε και φοβάται ο πρώην πρόεδρος των ΗΠΑ Μπάρακ Ομπάμα, ο οποίος έσπευσε να εκφράσει τη στήριξή του στον Εμανουέλ Μακρόν.
Η τελευταία τηλεοπτική αναμέτρηση των δύο υποψηφίων δεν έφερε τίποτα καινούργιο, δημιούργησε ακόμα περισσότερες αμφιβολίες και αποστροφή με την έλλειψη επιχειρημάτων και προτάσεων, αλλά και το επίπεδο του πολιτικού λόγου που «δεν ταιριάζει στους γάλλους πολίτες», αναφέρει το περιοδικό «Politis». Ούτε βέβαια θα έπρεπε να βρεθούν μέσα σε δεκαπέντε χρόνια, για δεύτερη φορά να επιλέξουν μεταξύ της «πανώλης ή της χολέρας». Το σύνολο σχεδόν του πολιτικού κόσμου της χώρας από τα δεξιά και αριστερά τάχθηκε κατά της εκλογής της υποψήφιας του Εθνικού Μετώπου. Εναντίον της ενεργοποιήθηκε η κοινωνία των πολιτών.

Το μέτωπο διευρύνθηκε

Έτσι πολυάριθμες οργανώσεις πήραν θέση, καλώντας τους πολίτες να δημιουργηθεί φράγμα κατά του Εθνικού Μετώπου. Οι ίδιες οργανώσεις, όμως, διαφώνησαν στο εσωτερικό τους και μεταξύ τους, αρνήθηκαν να καλέσουν ταυτόχρονα την υπερψήφιση του Μακρόν.
Για να είναι σίγουρη, όμως, πιο συντριπτική η ήττα της Λεπέν, υποχρεωτικά περνάει μέσα από την ψήφιση του Μακρόν. Η άποψη αυτή κυκλοφόρησε στο διαδίκτυο και για να προσεχθεί καλύτερα, συνοδεύτηκε με ένα σύντομο απόσπασμα από κείμενο κατά του φασισμού του Λ. Τρότσκι που το έγραψε την περίοδο 1922-1940: «Εάν ένας από τους εχθρούς μου θέλει να με εξοντώσει μου δίνει μικρές δόσεις δηλητήριο κάθε μέρα, ενώ ένας άλλος θέλει να μου φυτέψει μια σφαίρα πισώπλατα. Τι θα κάνω; Θα αρπάξω το ρεβόλβερ από τα χέρια του δευτέρου εχθρού μου, έτσι θα έχω τη δυνατότητα να τελειώσω και με τον πρώτο».
Όλα είναι ζητήματα προτεραιότητας. Αν προτάσσεται η μάχη κατά της Λεπέν, αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι το αυταρχικό της πρόγραμμα φασιστικής έμπνευσης θα έχει άμεσες συνέπειες για τους πιο ευαίσθητους, τους αδύναμους, τους ξένους που θα έχουν να αντιμετωπίσουν τη φασίζουσα νοοτροπία της αστυνομίας, όπως αναφέρουν οι γιατροί με κείμενό τους.
Η ψήφος στον Εμανουέλ Μακρόν δεν είναι μια λευκή επιταγή για όλους αυτούς που με διαφορετική, ίσως, επιχειρηματολογία θα πάνε σήμερα στην κάλπη. Το γεγονός αυτό δεν ξεφεύγει και από την προσοχή του Μακρόν, αλλά και των ελίτ που τον στήριξαν και τον στηρίζουν. Γι’ αυτό ετοιμάζονται και για τον γ’ γύρο, τις κοινοβουλευτικές εκλογές, που θα γίνουν στις αρχές Ιουνίου. Καθώς δεν βιάστηκε να φανερώσει τα χαρτιά του, γίνονται κάποιες υποθέσεις πώς και με ποιους θα κυβερνήσει, αν εκλεγεί στην προεδρία. Ασφαλώς θα επιδιώξει να πετύχει μια απόλυτη πλειοψηφία στη Βουλή, ένας στόχος όχι και πολύ εύκολος. Στην εκτίμηση αυτή οικοδομούν τα σχέδιά τους οι προσωπικότητες, πρώην υπουργοί και στελέχη των δύο κομμάτων, των Ρεπουμπλικάνων και του Σ.Κ.

Ενότητα ή συγκατοίκηση;

Ιδιαίτερα η δεξιά παράταξη, βλέποντας την κατάσταση χάους που επικρατεί στο Σ.Κ, θεωρεί αναπόφευκτο πως ο Μακρόν θα στηριχθεί στο Ρεπουμπλικανικό Κόμμα, που πέρασε μεγάλη δοκιμασία με την υποψηφιότητα Φιγιόν. Ωστόσο, είναι η παράταξη που μπορεί να συσπειρώσει τις δυνάμεις της. Δεν πρόκειται για εύκολη υπόθεση, γιατί πολλά στελέχη της έχουν ήδη δηλώσει την προτίμησή τους να συνεργαστούν με τον Μακρόν και οι ψηφοφόροι που απομακρύνθηκαν προς τα δεξιά «το Εθνικό Μέτωπο δύσκολο να ξαναγυρίσουν». Ο Φρανσουά Μπαρουά από τα στελέχη του κόμματος, υπεύθυνος για τις εκλογές, δήλωσε ότι «αν οι Γάλλοι εκλέξουν μια κυβέρνηση της δεξιάς και της κεντροδεξιας… εγώ είμαι διαθέσιμος να ηγηθώ της κυβέρνησης».
Επίσης πρόθυμος δήλωσε και ο Μανουέλ Βαλς, πρώην πρωθυπουργός, ο οποίος είπε πως πρέπει «να προχωρήσουμε στην ανανέωση της αριστεράς, αν το ΣΚ είναι ένα εμπόδιο μπορούμε να το ξεπεράσουμε». Ο Βαλς είναι υπέρ της ενότητας με τον Μακρόν.

Ένταση στην αριστερά

«Έτοιμος να αναλάβει την κυβέρνηση της χώρας, αν κερδίσουμε την πλειοψηφία», δήλωσε ο Ζαν Λικ Μελανσόν την Κυριακή το βράδυ στο πλατό της TF1. «Πρωθυπουργός στο πλαίσιο μιας συγκατοίκησης;», αναρωτήθηκε η «Ζουρνάλ ντε Ντιμάνς». Με τη δήλωσή του αυτή ο Ζαν Λικ Μελανσόν απαντούσε περισσότερο προς τον Πιερ Λοράν του Γαλλικού ΚΚ, ο οποίος θέτει επίμονα την πολιτική πρόταση για την ενότητα της αριστεράς, με στόχο την πλειοψηφική αριστερή εκπροσώπηση. Τον Μελανσόν, όμως, φαίνεται πως τον απασχολεί –και ιδιαίτερα μετά το καταπληκτικό ποσοστό κοντά στο 20%– πως θα οικοδομήσει ένα δικό του κόμμα και όχι η ανασύνθεση της αριστεράς.
Με βάση τη λογική αυτή, κλιμακώνει την ένταση με το Γαλλικό ΚΚ. Έτσι, η Ανυπότακτη Γαλλία με ανακοίνωσή της στον Τύπο απαιτεί «από το Κομμουνιστικό Κόμμα να σταματήσει αμέσως τη χρησιμοποίηση της φωτογραφίας (του), όπως και όλα τα γραφιστικά στοιχεία που ανήκουν στην Ανυπότακτη Γαλλία», με αφορμή αφίσα του Γαλλικού ΚΚ με την οποία καλούσε να ψηφίσουν τον Ζαν Λικ Μελανσόν. Η ανακοίνωση αυτή της εκλογικής επιτροπής έρχεται να δυσκολέψει τις διαπραγματεύσεις που γίνονται για την ενότητα και τη στήριξη των υποψηφίων. Στις διαπραγματεύσεις αυτές, το ΚΚΓ επιμένει τα θετικά αποτελέσματα της 23ης Απριλίου να φανούν και στις βουλευτικές εκλογές.

Μ. Κοβάνης

 

 

Η θλιβερή ψήφος της Γαλλίας

rosada

Της Ροσάνας Ροσάντα

Τα αποτελέσματα του πρώτου γύρου των προεδρικών εκλογών στο Παρίσι ήταν λίγο θλιβερά: στο δεύτερο γύρο, πλάι στον Εμανουέλ Μακρόν, βγήκε η Μαρίν Λεπέν, με επτάμισι εκατομμύρια ψήφους, πάνω από διπλάσιες από αυτές που πήρε ο πατέρας της στην αναμέτρησή του με τον Σιράκ το 2002. Το τελικό αποτέλεσμα δεν είναι καθόλου βέβαιο.
Τα πράγματα είχαν μέχρι αυτή τη στιγμή ως εξής: Το Σοσιαλιστικό Κόμμα  (Σ.Κ) είχε προκηρύξει εσωκομματικές εκλογές, για να επιλέξει τον υποψήφιο  για την προεδρία της Δημοκρατίας. Όταν όμως βγήκε ο Μπενουά Αμόν  –ένας από τους ηγέτες της αριστερής πτέρυγας-, τον Απρίλη του 2016, ο Μακρόν γνωστοποίησε ότι θα ήταν υποψήφιος, έχοντας για στήριξή του όχι ένα κόμμα, αλλά ένα «κίνημα», το En Marche. Η τύχη τον ευνόησε αμέσως, γιατί συνέπεσε και το φιάσκο των Ρεπουμπλικανών, ο υποψήφιος των οποίων, Φρανσουά Φιγιόν, πρώην πρωθυπουργός του Σαρκοζί, καταποντίστηκε δημοσκοπικά εξαιτίας μια βρόμικης ιστορίας αργομισθίας της συζύγου του. Όταν όλο αυτό το μπέρδεμα βγήκε στην επιφάνεια, αρνήθηκε να αποσυρθεί και το αποτέλεσμα ήταν να αποκλειστεί από το β’ γύρο της εκλογικής αναμέτρησης.

Ο Εμανουέλ Μακρόν μπορεί να περηφανεύεται ότι έβγαλε από τη μέση τους δύο κλασικούς ανταγωνιστές των εκλογών στη μετά τον Ντε Γκολ εποχή, το Σ.Κ και τους Ρεπουμπλικάνους. Αναλύοντας την ψήφο του α’ γύρου, η Γαλλία εμφανίζεται διχοτομημένη, κοινωνικά και γεωγραφικά. Κοινωνικά, η Μαρίν Λεπέν ψηφίστηκε κυρίως από τους φτωχούς ανθρώπους: κάτω από 3.000 ευρώ εισόδημα το χρόνο, και χωρίς μέση και ανώτερη εκπαίδευση. Ο Μακρόν συγκέντρωσε τις ψήφους της μεσαίας τάξης (συμπεριλαμβάνοντας και τους εργάτες), που είχαν αποφασίσει να εγκαταλείψουν την αριστερά, και τις ψήφους εκείνων που είχαν απολυτήριο λυκείου. Στην αναμέτρηση πήρε μέρος και ένας άνθρωπος της αριστεράς, ο Ζαν-Λικ Μελανσόν, (Ανυπότακτη Γαλλία), που δεν θέλησε να ενώσει τις ψήφους του με τις ψήφους του Αμόν (θεωρώντας λίγο- πολύ  το Σ.Κ ότι πρόδωσε την εργατική τάξη).

Γεωγραφικά, η Γαλλία εμφανίζεται χωρισμένη στη βορειοανατολική και τη νοτιοδυτική χώρα, με το πρώτο τμήμα παραδομένο στο Εθνικό Μέτωπο, εκτός από το Παρίσι και τη Λιλ, και το νοτιοδυτικό, στη μεγάλη πλειοψηφία του, με θέσεις κατά της Λεπέν, με δυο διαμερίσματα στην αριστερά και με κάποια άλλα στο Εθνικό Μέτωπο.
Οι δύο εργάτες υποψήφιοι, τροτσκιστικών τάσεων, πολύ συμπαθητικοί στην τηλεόραση, βγήκαν τελευταίοι, η Ναταλί Αρτό με 0,64% και ο Φιλίπ Πουτού με 1,09%. Όλοι, εκτός από τον Ζαν-Λικ Μελανσόν, έδωσαν το σύνθημα «ψηφίστε ενάντια στο Εθνικό Μέτωπο της Μαρίν Λεπέν».
Εκτός από την κοινωνική διαφορά (εργασία και κουλτούρα), υπάρχει μια ακόμη προφανής διαφορά μεταξύ των υποψηφίων. Η Μαρίν Λεπέν έχει την πλειοψηφία των δήμων, οι οποίοι στη Γαλλία είναι πολύ κατακερματισμένοι. Επομένως, δεν μπορούμε να είμαστε βέβαιοι –όποιες και να είναι οι εκκλήσεις των άλλων πολιτικών δυνάμεων- ότι η Μαρίν Λεπέν έχει ήδη ηττηθεί.
Γενικά, η προεκλογική εκστρατεία της υπήρξε πραγματικά λαϊκιστική και υπέρ του προστατευτισμού. Δυστυχώς, βρισκόταν πολύ κοντά με την αντίστοιχη εκστρατεία του Ζαν-Λικ Μελανσόν, πάνω στον οποίο πέφτουν σήμερα οι κεραυνοί των «καθώς πρέπει δημοκρατών». Ο πρώτος γύρος των προεδρικών εκλογών δείχνει πραγματικά μια πτώση των παραδοσιακών δημοκρατικών κομμάτων και ιδιαίτερα των σοσιαλιστών. Επίσης, δείχνει μια πραγματική παγίωση του Εθνικού Μετώπου, που αποτελεί πρωτοφανές γεγονός για την ιστορία της Γαλλικής Δημοκρατίας. Η έλλειψη συνοχής μεταξύ των άλλων κομμάτων, και ουσιαστικά η απομόνωση ενός αδύναμου Σοσιαλιστικού Κόμματος, καθιστούν πιθανή, τουλάχιστον θεωρητικά, τη νίκη της Μαρίν Λεπέν ως προέδρου. Οι πολιτικές συνέπειες για τη Γαλλία και για την Ευρώπη είναι προφανείς.
Θα πρέπει να επινοηθεί εξυπαρχής η αναγέννηση της αριστεράς. Δεν φαίνεται να μπορεί να ξεκινήσει από το Σοσιαλιστικό Κόμμα, και η άκρα αριστερά είναι υπερβολικά αδύναμη. Δεν υπάρχουν παρά ελάχιστες αντιφασιστικές διαδηλώσεις. Η μεγαλύτερη πρέπει να ήταν Πρωτομαγιά στο Παρίσι, στην πλατεία Δημοκρατίας, αλλά το κάλεσμα δεν ήταν ενός συγκεκριμένου κόμματος. Ασφαλώς ένα νικηφόρο αποτέλεσμα της Λεπέν θα δημιουργούσε ουκ ολίγα προβλήματα για την επόμενη εκλογική αναμέτρηση, τις βουλευτικές εκλογές που θα πραγματοποιηθούν την 11η και την 18η Ιουνίου. Στην πραγματικότητα δεν φαίνεται να υπάρχει ουσιαστικά μια κυβερνητική πλειοψηφία, ούτε μια αντιπολιτευτική.
Επομένως, στη Γαλλία υπάρχει το ίδιο άσχημο κλίμα που υπάρχει και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Δεν φαίνεται να το περίμενε η κοινή γνώμη. Από την άλλη, ο Εμανουέλ Μακρόν  δεν φαίνεται να αποτελεί έναν ακλόνητο προμαχώνα ενάντια στην ακροδεξιά, μάλλον το αντίθετο.

Μετάφραση από το Sbilanciamoci
Τόνια Τσίτσοβιτς

 

Όχι σε μια άλλη Γαλλία, χωρίς άλλη Ευρώπη

balibar

Η εκλογή του Μακρόν δεν αποτελεί επαρκή συνθήκη, ώστε το ευρωπαϊκό ζήτημα να γίνει το έδαφος μιας συλλογικής στράτευσης. Αντιθέτως, η εκλογή της Λεπέν συνιστά βέβαιη συνταγή για να διαστρεβλωθεί το νόημά της.

 

Του Ετιέν Μπαλιμπαρ

Από τι [θα είναι φτιαγμένο] το αύριο; Επανέρχομαι, εδώ, στον τίτλο ενός βιβλίου του Ζακ Ντερριντά, δανεισμένο από τον Βικτόρ Ουγκό· είναι κατάλληλο για να αναφερθούμε σ’ αυτό που βασανίζει πολλούς ψηφοφόρους, της λιγότερο ή περισσότερο ριζοσπαστικής Αριστεράς, καθώς έρχονται αντιμέτωποι με το «εκλογικό καθήκον» του β’ γύρου. Δεν σκοπεύω να διαλύσω τις αβεβαιότητες που φράσσουν τον ορίζοντά μας. Θα ήθελα όμως να δοκιμάσω, προς κοινή μας χρήση, να τις περιγράψω και να τις κατονομάσω.
Γνωρίζουμε εναντίον ποιου πράγματος θα ψηφίσουμε, γιατί το κάνουμε και πώς θα το κάνουμε. Χωρίς υπεκφυγές, επιλέγοντας τον αντίπαλο της Μαρίν Λε Πεν, που έχει ένα όνομα στα ψηφοδέλτια: Εμμανουέλ Μακρόν. Αυτό που διακυβεύεται δεν είναι απλώς το απεχθές πρόγραμμα του Εθνικού Μετώπου. Είναι οι συνέπειες που θα είχε η άνοδος στην εξουσία, ή έστω πολύ κοντά σ’ αυτήν, ενός νεοφασιστικού κόμματος που προέρχεται από τη γαλλική Αλγερία και την Οργάνωση του Μυστικού Στρατού (OAS) και θεμελιώθηκε πάνω στην άρνηση της μετανάστευσης και την ανάδειξη ενός εσωτερικού εχθρού. Όπως στην Αγγλία μετά το Brexit, αλλά στη δεκάτη δύναμη, ένα κύμα ρατσιστικών, ισλαμοφοβικών και ξενοφοβικών επιθέσεων. Κατάρρευση των δημοκρατικών αξιών και της ασφάλειας του προσώπου. Δεν αρκεί λοιπόν η Λε Πεν να χάσει τις εκλογές, πρέπει να υποστεί βαριά ήττα. Δεν είναι προφανές.

Θεσμική κρίση

Έχει σημασία, επίσης, ποιον πρόκειται να ψηφίσουμε: ένα φιλόδοξο τεχνοκράτη, έξυπνο αλλά όχι κάτι εξαιρετικό, οπαδό του νεοφιλελευθερισμού και του «εκσυγχρονισμού» της γαλλικής κοινωνίας σε ένα ευρωπαϊκό πλαίσιο το οποίο έχει τεθεί σε τροχιά από ένα δίκτυο χρηματιστών και ανώτατων αξιωματούχων, με την υποστήριξη μιας γενιάς νεοφώτιστων του «τρίτου δρόμου», και ο οποίος εκφράστηκε ρητά σχετικά με τα εγκλήματα της αποικιοκρατίας. Αλλά κυρίως έχουν σημασία οι συνέπειες της ψήφου μας· το πώς θα επηρεάσει την κατάσταση που μόλις αποκάλυψε ο πρώτος γύρος; Δεν μιλώ εδώ για «τρίτο γύρο» ή για δυνητική πλειοψηφία, αλλά για την ίδια την κατάσταση της πολιτικής στη Γαλλία. Και θα αρκεστώ να θέσω δύο ερωτήματα.
Το πολιτικό μας σύστημα βρίσκεται σε θεσμική κρίση, χωρίς πιθανότητες ανάκαμψης. Όπως παλιότερα, παρόλο που διαθέτει προσίδια χαρακτηριστικά, δεν είναι πλέον κυβερνήσιμο διά των «φυσιολογικών» οδών, μία εκ των οποίων ήταν και η εναλλαγή των κομμάτων της κεντροδεξιάς και της κεντροαριστεράς. Το γεγονός ότι ασκούνται όλο και πιο δυσδιάκριτες πραγματικές πολιτικές είναι ένα σύμπτωμα αυτής της κρίσης, εν πολλοίς υπεύθυνης για την απονομιμοποίηση που πλήττει το «σχήμα κόμμα», αλλά είναι επίσης και μία από τις συνέπειές της. Ο Εμμανουέλ Μακρόν, που κάποτε μελέτησε την εγελιανή διαλεκτική, προσπαθεί να μετατρέψει την άρνηση σε κατάφαση μέσω της σύνθεσης των αντιθέτων. Απέναντι στο «ούτε Δεξιά, ούτε Αριστερά» της φασιστικής παράδοσης, προτείνει ένα «και Δεξιά κι Αριστερά μαζί». Αυτό δεν θα μπορούσε να λειτουργήσει παρά μόνο αν είχε τα μέσα, ώστε να εμφανίζεται ως κάποιος σταλμένος από τη Θεία Πρόνοια, υπεράνω των κοινωνικών δυνάμεων. Καθώς δεν πρόκειται περί αυτού, ούτε θα γίνει έτσι, η κρίση θα συνεχίσει να βαθαίνει, θέτοντας σε κίνδυνο τη σταθερότητα των δημοκρατικών ιδεωδών.
Κατά συνέπεια, σ’ εμάς πέφτει ο κλήρος να επινοήσουμε τους θεσμούς, τους όχι λιγότερο αλλά περισσότερο αντιπροσωπευτικούς, και ειλικρινέστερους στην έκφραση των πραγματικών συγκρούσεων σχηματισμούς, ώστε να ξαναδώσουμε στους πολίτες τη δύναμη να επηρεάζουν την επιλογή των κυβερνώντων. Αυτός ο δρόμος λαϊκής και όχι λαϊκιστικής ουσίας, που κάποια πρόσφατα κινήματα τον έχουν σκιαγραφήσει, και συμπεριλάβει κατά τη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας, πρέπει να παραμένει διαρκώς ανοιχτός στην επικίνδυνη περίοδο που θα διανύσουμε.

Νέοι ανταγωνισμοί
 
Αυτό δεν μπορεί να διαχωριστεί από το δρόμο της «κοινωνικής διάρρηξης». Κάθε είδους σχηματισμοί κυκλοφορούν και εξηγούν ότι νέοι κοινωνικοί διαχωρισμοί, πολιτισμικοί, εδαφικοί, επαγγελματικοί, γενεακοί, έχουν πάρει τη σκυτάλη από τον ανταγωνισμό μεταξύ της «Δεξιάς» και της «Αριστεράς». Δεν είναι λάθος, τουλάχιστον αν αναφέρεται κανείς σε έναν συμβατικό ορισμό. Όμως η μετάφραση αυτών των διαχωρισμών σε ιδεολογικά διλήμματα όπως «εθνικισμός εναντίον παγκοσμιότητας» ή «κλείσιμο εναντίον ανοίγματος» είναι μια τεράστια απάτη! Αυτό που είναι αλήθεια είναι πως αφενός οι ανισότητες αυξάνονται δραματικά, και αφετέρου ότι οι νέοι ανταγωνισμοί που απορρέουν από την παγκοσμιοποίηση αναδύονται μεταξύ των φτωχών, ή των μη πλούσιων, εν γένει μεταξύ των εργαζόμενων, των χρηστών κοινωνικών υπηρεσιών, των δημοσίων υπαλλήλων, των φοιτητών, όλων όσων υπόκεινται στις λογικές της οικονομικής ανταποδοτικότητας. Αυτό δεν προκαλεί την εξάλειψη της πάλης των τάξεων, συσκοτίζει, ωστόσο, εξόχως τα διακυβεύματα, και κυρίως εμποδίζει την αποκρυστάλλωσή τους σε πολιτικά κινήματα, κάτι που οπωσδήποτε δεν είναι αυτονόητο.
Για να εξορκίσουμε τη βία που φέρουν αυτές οι «αντιφάσεις στους κόλπους του λαού», για να αποκαλύψουμε τις μελλοντικές προοπτικές, θα χρειαστεί πολύς αναστοχασμός και αντιπαραθέσεις, αλλά κυρίως θα χρειαστεί να προωθήσουμε με όλες μας τις δυνάμεις διαφορετικές οικονομικές πολιτικές· όχι με τη μορφή της άγριας απορρύθμισης και της περιστολής των εργασιακών δικαιωμάτων, ούτε, αντιθέτως, του προστατευτισμού και της ενίσχυσης των συνόρων, αλλά –όπως προτείνει ο οικονομολόγος Πιερ-Νοέλ Ζιρώ– νεομερκαντιλιστικές πολιτικές αναδιανομής των επενδύσεων μεταξύ νομαδικών και στατικών θέσεων εργασίας (κάτι που δεν είναι καθόλου το ίδιο με το να επιλέγεις μεταξύ της «εθνικής εργασίας» και της «μετανάστευσης») και ενεργητικής μετάβασης. Όμως, για λόγους τόσο αποτελεσματικότητας όσο και αλληλεγγύης, όλα αυτά δεν έχουν νόημα παρά μόνο σε ευρωπαϊκή κλίμακα —υπό την προϋπόθεση, προφανώς, να αντιστραφεί η κατεύθυνση που έχει πάρει η Ευρώπη από τότε που υιοθετήθηκε το δόγμα του «ελεύθερου και όχι νοθευμένου ανταγωνισμού», η δημοσιονομική λιτότητα και η ασυλία των τραπεζών.

Περιορίστηκε ο διάλογος

Γι’ αυτό είναι θλιβερό το γεγονός, ότι στην παρούσα προεκλογική εκστρατεία, ο διάλογος σχετικά με τις ευρωπαϊκές επιπλοκές της γαλλικής πολιτικής περιορίζεται σε χονδροειδείς αντιθέσεις, ή σε τυπικές ανησυχίες για τους θεσμούς της ευρωζώνης, αντί να αντιμετωπίζει το ζήτημα των σχέσεων εξουσίας στον ευρωπαϊκό χώρο, που βρίσκεται κι αυτός σε πλήρη κρίση, και το μέλλον του. Όχι σε μια άλλη Γαλλία, χωρίς μια άλλη Ευρώπη. Η εκλογή του Μακρόν δεν αποτελεί επαρκή συνθήκη ώστε αυτά τα προβλήματα να γίνουν το έδαφος μια συλλογικής στράτευσης. Αντιθέτως, η εκλογή της Λεπέν συνιστά βέβαιη συνταγή για να διαστρεβλωθεί το νόημά της.
Δεν σβήνουμε το παρελθόν, αλλά αξιοποιούμε όλα τα διδάγματά του. Γιατί σε σχέση με αυτό που αποκαλύπτει, με αυτό που μας κάνει να φοβόμαστε, με αυτό που μπορεί να αναδυθεί, οι εκλογές είναι μονάχα μια στιγμή, μια στιγμή, όμως, μη αναστρέψιμη. Σ’ εμάς πέφτει ο κλήρος να τη διανύσουμε, επωφελώς, με τα μάτια ανοιχτά.