ΓΕΡΜΑΝΙΑ: Η χαμένη άνοιξη των Σοσιαλδημοκρατών;

paraskeuopoulos
Ενώ στη Γερμανία είχε αρχίσει να γίνεται λόγος για «πασοκοποίηση» του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος, προέκυψε Σουλτς! Εκεί που τα ινστιτούτα δημοσκοπήσεων έδιναν διαφορά μέχρι και 17 ποσοστιαίες μονάδες υπέρ του κόμματος της Άγκελας Μέρκελ και το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα μόλις που υπερέβαινε το 20%, άρχισε η αντιστροφή και οι Σοσιαλδημοκράτες πλησίασαν, ισοφάρισαν και συχνά ξεπέρασαν δημοσκοπικά τον αντίπαλό τους. Μάλιστα, δημοσκοπήσεις σχετικά με την καταλληλότητα για τη θέση του καγκελαρίου δίνουν προβάδισμα 5 μονάδων στον Μάρτιν Σουλτς.

Τρεις βάσιμες εξηγήσεις

Η δημοσκοπική άνοδος των Σοσιαλδημοκρατών εξηγήθηκε από τους σχολιαστές με την προσωπικότητα του Σουλτς (ένα «νέο πρόσωπο» στην εσωτερική πολιτική σκηνή, το οποίο δεν βαρύνεται από τη μέχρι τώρα πολιτική της σοσιαλδημοκρατικής ηγεσίας), την κόπωση από τη Μέρκελ και με την «αριστερή στροφή των Σοσιαλδημοκρατών.
Και οι τρεις εξηγήσεις έχουν βάση, χρειάζονται, όμως, βαθύτερη εξέταση. Είναι αλήθεια ότι ο Μάρτιν Σουλτς, μέχρι πρότινος, δεν είχε αναμειχθεί στην εσωτερική πολιτική σκηνή της Γερμανίας. Ωστόσο, είναι από τους οικοδόμους της «μεγάλης συμμαχίας» του Λαϊκού Κόμματος με τους Σοσιαλδημοκράτες που κυβέρνησε τις τελευταίες δεκαετίες την Ευρωπαϊκή Ένωση με την γνωστή πολιτική και τα γνωστά αποτελέσματα. Στο ελληνικό ζήτημα, ο Σουλτς ήταν από τους επίμονους επικριτές της ελληνικής κυβέρνησης το 2015. Και η ανάδειξή του σε πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου έγινε έπειτα από συνεννόηση της Άγκελας Μέρκελ με τον Ζίγκμαρ Γκάμπριελ, τον πρόεδρο των γερμανών Σοσιαλδημοκρατών. Άλλωστε, όπως και ο Γκάμπριελ, ο Σουλτς ανήκει στη δεξιά πτέρυγα του κόμματος, το λεγόμενο «κύκλο του Ζέεχαϊμ». Αλλά αυτό είναι το χαρακτηριστικό των γερμανών Σοσιαλδημοκρατών, σε αντίθεση με άλλα τέτοια κόμματα: η εσωκομματική διαμάχη είναι σκληρή, αλλά αφανής· τυχόν αλλαγές της πολιτικής γίνονται συνήθως συντεταγμένα. Η «κόπωση από την Μέρκελ» έχει εκ πρώτης όψεως να κάνει με το προσφυγικό, που, όμως, σιγά σιγά φεύγει από το προσκήνιο στη Γερμανία. Στο υπόβαθρο, ωστόσο, η «κόπωση» σχετίζεται με την κοινωνική ανισότητα που συνεχίζεται, διευρύνεται μάλιστα, παρά την οικονομική ευρωστία της Γερμανίας. Η κοινωνική ανισότητα, το σχετικά μεγάλο ποσοστό φτώχειας, η υποχώρηση του κοινωνικού κράτους (που δεν μπορεί να συγκριθεί με την Ευρώπη του Νότου, αλλά με την πρότερη κατάσταση στη Γερμανία), η μεγάλη φθορά των δημόσιων υποδομών που δεν αποκαθίστανται δίνουν τη δυνατότητα στο ρατσισμό να συνδέει την κοινωνική κατάσταση στη Γερμανία με τους πρόσφυγες και τους μετανάστες. Σε αυτό ακριβώς το σημείο πατάει η μέχρι τώρα παρουσία του Μάρτιν Σουλτς. Η αύξηση των μισθών και των συντάξεων, η επιμήκυνση της χορήγησης επιδόματος ανεργίας (που είχε περικοπεί επί της καγκελαρίας του σοσιαλδημοκράτη Σρέντερ) είναι κεντρικά ζητήματα στις ομιλίες του και αυτό εννοούν όσοι μιλούν για «αριστερή στροφή».

Υπερήφανοι Σοσιαλδημοκράτες

Η με αυτή την έννοια «αριστερή στροφή» των γερμανών Σοσιαλδημοκρατών, ωστόσο, άρχισε πολύ νωρίτερα, όταν π.χ. ο πρόεδρος Γκάμπριελ είχε πει ότι «αν είναι να είμαστε ένα κόμμα του 20%, ας είμαστε ένα υπερήφανο αριστερό κόμμα του 20%!» Επίσης, η παλιά ηγεσία είχε ευλογήσει τις διερευνητικές συνομιλίες με την Αριστερά, τις οποίες είχε αρχίσει η αριστερή πτέρυγα του κόμματος και είχε εισηγηθεί την αύξηση του φορολογικού συντελεστή για υψηλά εισοδήματα στο 50%. Λέγοντας «αριστερή στροφή» και «επιστροφή στις ρίζες της Σοσιαλδημοκρατίας» μη φανταστεί κανείς ότι ξάφνου οι γερμανοί Σοσιαλδημοκράτες θα γίνουν σοσιαλιστές. Αυτό θα φανεί και σε τυχόν διαπραγματεύσεις με την Αριστερά, αν γίνουν. Από όσα έχουν ακουστεί έως τώρα, το πρόγραμμά τους θα περιλαμβάνει μια περιορισμένη αναδιανομή τόσο στον εργασιακό όσο και στον κοινωνικό τομέα. Αυτά, όμως, ακούν σήμερα για να ενθουσιάσουν ένα ακροατήριο που μέχρι τώρα είχε γνωρίσει τη συνταγή της λιτότητας ως μονόδρομο (για τους φτωχούς). Το νέο είναι ότι στις τάξεις του κόμματος επικρατεί ενθουσιασμός, προσχωρούν νέα μέλη ή επανέρχονται παλιά που είχαν αποστρατευθεί, οι συνελεύσεις και οι δημόσιες εκδηλώσεις είναι μαζικές. Όταν ο Γκάμπριελ μιλούσε για επιβαρύνσεις των πλουσίων και κοινωνικές παροχές, το σύνηθες σχόλιο στη βάση του κόμματος ήταν: «Έχει πάλι το κοινωνικό του πεντάλεπτο». Με τον Σουλτς σηκώνονται όρθιοι για να τον επευφημήσουν, ενώ οι συνδικαλιστές, που είχαν γυρίσει την πλάτη στον Σρέντερ, δηλώνουν ότι είναι πάλι υπερήφανοι που είναι σοσιαλδημοκράτες. Η Σοσιαλδημοκρατία φαίνεται να κερδίζει οπαδούς από όλα τα άλλα κόμματα, ενώ υποχωρεί και η Ακροδεξιά. Μέχρι τώρα οπαδοί της διακρίνουν στον Σουλτς το αντίπαλο δέος απέναντι στη μισητή Μέρκελ, ενώ φαίνονται και οι επιπτώσεις από εσωκομματικές έριδες. Η Αριστερά είχε στην αρχή περιορισμένες απώλειες, τώρα όμως διακρίνεται μια μεταστροφή πολλών ψηφοφόρων της που προέρχονταν από τη Σοσιαλδημοκρατία.
Μέχρι τώρα, οι αντίπαλοι των Σοσιαλδημοκρατών στη Δεξιά αντιδρούν αμήχανα ή υβριστικά, όπως ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, ο πρόεδρος της Κοινοβουλευτικής Ομάδας των Χριστιανοδημοκρατών και εκπρόσωποι των Βαυαρών Χριστιανοκοινωνιστών. Ο ίδιος ο Σουλτς αποφεύγει προσωπικές πολιτικές επιθέσεις στην καγκελάριο και σε άλλα επιφανή στελέχη των Χριστιανοδημοκρατών, ακόμα και όταν τον προκαλούν, και προτιμάει να απευθύνεται στο λαϊκό του ακροατήριο. Επίσης δεν ανοίγει τα χαρτιά του σχετικά με το κυβερνητικό του πρόγραμμα. Ζήτησε μάλιστα από το κόμμα του να αναβάλει για τον Ιούνιο το προγραμματικό του συνέδριο. Ακόμα, δεν λέει κουβέντα για μετεκλογικές συνεργασίες.

Αριστερά ή μεγάλος συνασπισμός;

Στη Γερμανία με το εκλογικό σύστημα της απλής αναλογικής είναι σχεδόν αδύνατο να σχηματιστεί μονοκομματική κυβέρνηση —υπήρξε μία μόνο στα πάνω από 70 χρόνια της μεταπολεμικής πολιτικής ιστορίας της. Βέβαια, τις συνεργασίες τις καθορίζει σε μεγάλο βαθμό το εκλογικό αποτέλεσμα, δηλαδή θα τις καθοριστούν τον Σεπτέμβριο, αλλά όχι μόνο. Μετά τις εκλογές του 2013, υπήρχε στη Βουλή πλειοψηφία αριστερά των Χριστιανοδημοκρατών, οι Σοσιαλδημοκράτες, όμως, προτίμησαν να γίνουν ο μικρός εταίρος της Μέρκελ, παρά ηγέτιδα δύναμη μιας αριστερότερης πλειοψηφίας. Αυτή η πλειοψηφία (Σοσιαλδημοκρατών, Πράσινων και Αριστερών) ήταν αριθμητικά δυνατή, πολιτικά όμως θα οδηγούσε πιθανόν σε τους Σοσιαλδημοκράτες σε διάσπαση. Ούτε το κόμμα της Αριστεράς θα μπορούσε τότε να κάνει αυτό το βήμα χωρίς να διακινδυνεύσει την ενότητά του. Σήμερα τα πράγματα για τους Σοσιαλδημοκράτες έχουν αλλάξει και τα άλλαξε το σοκ των εκλογικών αναμετρήσεων στις οποίες διαπίστωσαν ότι παύουν να είναι ένα ισχυρό λαϊκό κόμμα και ότι ο κόσμος δεν διέκρινε τις διαφορές τους από τους Χριστιανοδημοκράτες. Οι βαθμιαίες προσαρμογές του πολιτικού τους λόγου σε αυτή τη νέα κατάσταση άμβλυναν τις διαφορές με την Αριστερά και διευκόλυναν συζητήσεις για συμμαχικά σχήματα, ενώ οι Πράσινοι, όπως έχουν εξελιχθεί, προτιμούν μεν μια συνεργασία προς τα αριστερά, δηλώνουν όμως έτοιμοι για κάθε χρήση.
Είναι, βέβαια, άγνωστο αν ο Σουλτς και οι Σοσιαλδημοκράτες θα συνεχίσουν την ανοδική πορεία ή έστω θα σταθεροποιηθούν σε σχετικά υψηλό ποσοστό. Γεγονός είναι πάντως ότι μέσα στο κόμμα, ακόμα και στα ηγετικά του όργανα, αυξάνουν οι φωνές που ζητούν να αποκλειστεί η συνεργασία με τους Χριστιανοδημοκράτες, ο μεγάλος συνασπισμός. Αυτό ο Σουλτς θα μπορέσει πιθανότατα να το διασκεδάσει με τον ισχυρισμό ότι τα δύο κόμματα θα είναι σχεδόν ισοδύναμα και, επομένως, η ισχύς των Σοσιαλδημοκρατών σε τυχόν επανάληψη του σημερινού σχήματος θα είναι πολύ ισχυρότερη. Ο κίνδυνος που επικαλούνται οι αρνητές της συμμαχίας με τη Δεξιά είναι ότι σε αυτή την περίπτωση θα επικρατήσει απογοήτευση και θα ακυρωθεί η συσπείρωση δυνάμεων που παρουσιάζει τώρα η Σοσιαλδημοκρατία.

Αγκάθια στις σχέσεις Αριστεράς και Σοσιαλδημοκρατίας

Το μεγάλο αγκάθι στις σχέσεις της Σοσιαλδημοκρατίας με την Αριστερά είναι η εξωτερική πολιτική και η πολιτική Άμυνας. Εκτός από την Αριστερά, όλα τα κόμματα στη Γερμανία συμφωνούν ότι η επανενωμένη, ισχυρή Γερμανία πρέπει να αναλάβει «τις διεθνείς υποχρεώσεις που απορρέουν από αυτή της την ισχύ». Με αυτό εννοούν τη συμμετοχή της Γερμανίας σε διεθνείς επεμβάσεις, προς το παρόν εφόσον υπάρχει απόφαση του ΟΗΕ, και τη συνέχιση της μεγάλης εξαγωγής όπλων. Και στα δύο η Αριστερά είναι κατηγορηματικά αντίθετη. Ωστόσο, προπάντων ενόψει μιας πιθανής κυβερνητικής αλλαγής, ακούγονται και εκεί διαφορετικές γνώμες. Το άλλο μεγάλο εμπόδιο είναι η πολιτική της «Ατζέντας 2010» που εισήγαγε ο Γκερχαρτ Σρέντερ, αλλά εκεί οι Σοσιαλδημοκράτες κάνουν πίσω: ακόμα και ο εμπνευστής της, τέως καγκελάριος και μετέπειτα μεγαλοστέλεχος της ρωσικής Γκασπρόμ, είπε ότι δεν είναι δα και ιερό κείμενο. Ήδη γι’ αυτό το θέμα οι γερμανοί εργοδότες επικαλούνται τα γνωστά επιχειρήματα της ανταγωνιστικότητας, δεν φαίνεται όμως ότι θα υπάρξουν υπερβολικές αντιδράσεις, προπάντων αφού και στην κοινή γνώμη παύει σιγά σιγά να έχει την παλιά αίγλη.
Ενδιαφέρον είναι ότι ο Σουλτς, κατ’ εξοχήν άνθρωπος της ευρωπαϊκής πολιτικής, δεν εκφράζεται γι’ αυτά τα ζητήματα, τα οποία όμως θα τεθούν στην προεκλογική περίοδο που πλησιάζει.

Θόδωρος Παρασκευόπουλος