ΓΕΡΜΑΝΙΑ: Ποδαρικό με πολλές απορίες

Το ερώτημα είναι τώρα αν και πότε η γερμανίδα καγκελάριος θα αποφασίσει να αποχωρήσει και από την καγκελαρία, εγκαθιστώντας σε αυτή τη διάδοχό της Ανεγκρετ Κραμπ-Κάρενμπάουερ.

Θα παραδώσει και τα κλειδιά της καγκελαρίας η Ανγκέλα Μέρκελ; Θα επιδιώξει η νεοδεξιά γύρω από τον Βόλφγκανγκ Σόιμπλε να πάρει εκδίκηση για την ήττα της στο συνέδριο; Θα βάλει θέμα αποχώρησής του από το μεγάλο συνασπισμό το SPD; Θα ήταν έτοιμοι να συγκυβερνήσουν οι Πράσινοι και οι Φιλελεύθεροι; Θα συνεχιστεί η συρρίκνωση των λαϊκών κομμάτων στις ευρωεκλογές και στις τοπικές εκλογές που έρχονται το φθινόπωρο σε μια σειρά ανατολικογερμανικά κρατίδια; Το 2019 ξεκινά με μια σειρά από ερωτηματικά για τη Γερμανία και οι οποιεσδήποτε προβλέψεις παραμένουν εξαιρετικά επικίνδυνες.

Του Δημήτρη Σμυρναίου

Η περίοδος των εορτών πέρασε σχετικά ήρεμα στη Γερμανία. Ήταν μια αισθητή αντίθεση σε σχέση με τους προηγούμενους ταραγμένους μήνες, αλλά και κάτι που φάνηκαν να έχουν ανάγκη τα δύο «λαϊκά κόμματα» του μεγάλου συνασπισμού, ο οποίος κάθε άλλο παρά απρόσκοπτα λειτούργησε μετά την αναγκαστική συγκρότησή του την περασμένη άνοιξη. Η Ανγκέλα Μέρκελ με την παραίτησή της από την κομματική ηγεσία κατόρθωσε να αποφορτίσει λίγο την κατάσταση στο κόμμα της, αλλά και να δώσει μια ανάσα στους συγκυβερνώντες σοσιαλδημοκράτες, οι οποίοι είδαν τα δικά τους εσωτερικά προβλήματα να φεύγουν για λίγο από τα πρωτοσέλιδα των έντυπων μέσων.

Ημερομηνίες σταθμοί

Το ερώτημα είναι τώρα αν και πότε η γερμανίδα καγκελάριος θα αποφασίσει να αποχωρήσει και από την καγκελαρία, εγκαθιστώντας σε αυτή τη διάδοχό της Ανεγκρετ Κραμπ-Κάρενμπάουερ. Πολλοί πιστεύουν ότι αυτό θα μπορούσε να συμβεί κάπου στο φθινόπωρο του 2019, αναλόγως και των υπολοίπων εξελίξεων. Αφενός η παράδοση της καγκελαρίας σε μια μη εκλεγμένη πολιτικό θα προϋπέθετε και τη συναίνεση των σοσιαλδημοκρατών, αλλά και την υπέρβαση εσωτερικών αντιδράσεων εντός της Χριστιανοδημοκρατίας. Είναι πολλοί αυτοί μέσα στο συντηρητικό στρατόπεδο που θεωρούν ότι ο Φρίντριχ Μερτς θα ήταν καλύτερος ως υποψήφιος καγκελάριος στις επόμενες εκλογές, ασχέτως αν ηττήθηκε στις εσωκομματικές εκλογές. Για να μπορέσει να θέσει ο ίδιος ένα τέτοιο θέμα θα πρέπει να περιμένει όμως κάποιο διάστημα και να θεωρήσει ότι ευνοείται από τις εξελίξεις. Προς το παρόν η προσπάθεια του να αποκτήσει μεγαλύτερη επιρροή στα πράγματα μέσω μιας υπουργοποίησης δεν δείχνει να στέφεται από επιτυχία.
Σημαντικό ρόλο στις όποιες αποφάσεις για το μέλλον του κόμματος θα παίξουν φυσικά και τα αποτελέσματα των εκλογικών μαχών του 2019. Η αυλαία ανοίγει με τις Ευρωεκλογές το Μάιο, αλλά το φθινόπωρο σε Σαξωνία, Θουριγγία και Βραδεμβούργο θα κρίνουν πολλά. Και στα τρία κρατίδια η ακροδεξιά μπορεί να φτάσει να διεκδικήσει με αξιώσεις ακόμα και την πρώτη θέση, ενώ θεωρείται πολύ δύσκολο έτσι κι αλλιώς τα δύο «μεγάλα» κόμματα να μπορούν να έχουν πλειοψηφία στα τοπικά κοινοβούλια. Στη Θουριγγία θα έχει ενδιαφέρον και το αποτέλεσμα, που θα επιτύχει η κυβερνώσα Αριστερά (die Linke) από τις τάξεις της οποία μάλιστα προέρχεται και ο πρωθυπουργός του κρατιδίου…

Τι θα κάνει το SPD;

Αν η άνοδος της ακροδεξιάς συνεχιστεί, όπως όλα δείχνουν, θα συνεχίσουν να φωνάζουν και εκείνοι που θέλουν μια Χριστιανοδημοκρατία με ατζέντα εθνολαϊκιστών και αυτό θα έχει τις επιπτώσεις του και στις εσωτερικές διαμάχες και αντιπαραθέσεις.
Άγνωστο παραμένει και το τι θα κάνει ο δεύτερος εταίρος της κεντρικής κυβέρνησης στο Βερολίνο. Οι σοσιαλδημοκράτες υποτίθεται ότι θα κάνουν έναν απολογισμό της κυβερνητικής τους συνεργασίας με την CDU-CSU στα τέλη του 2019. Υπάρχουν ήδη κάποιοι, που ζητούν από τώρα να τερματιστεί τότε η συγκυβέρνηση, αλλά αυτοί δεν αποτελούν πλειοψηφία. Το SPD συνεχίζει να βρίσκεται κολλημένο σε ποσοστά πολύ κάτω του 20% σε όλες τις δημοσκοπήσεις και το ενδεχόμενο πρόωρων εκλογών προκαλεί εφιάλτες στην ηγεσία του.
Αντίθετα αυτοί που μάλλον δεν θα είχαν αντίρρηση για πρόωρες εκλογές είναι οι Πράσινοι, που συνεχίζουν να διατηρούνται σε υψηλά επίπεδα και σταθερά δεύτεροι στις δημοσκοπήσεις, κάτι που αν επικυρωνόταν και μέσα από τις κάλπες θα αναβάθμιζε σημαντικά το ρόλο τους στα πολιτικά πράγματα. Σχετικά σταθεροί είναι οι Φιλελεύθεροι, οι οποίοι θεωρητικά μιλούν και για το ενδεχόμενο να μπουν τελικά σε μια κυβέρνηση, ακόμα και μειοψηφίας, μαζί με τους Χριστιανοδημοκράτες, υπό την προϋπόθεση ότι θα έχει αποχωρήσει από το τιμόνι η Μέρκελ.
Η τελευταία θα μπορούσε τελικά να συνεισφέρει σε ένα τέτοιο σενάριο, αποχωρώντας γύρω στα τέλη του 2019 και δίνοντας την ευκαιρία στην διάδοχό της να ασκήσει και την προεδρία της ΕΕ στο δεύτερο εξάμηνο του 2020, ανεβάζοντας έτσι το κύρος της και στην ευρωπαϊκή σκηνή. Όλα αυτά βεβαίως είναι σενάρια επί χάρτου, ένα είδος πολιτικού καζαμία, όπου τίποτα δε μπορεί να θεωρείται σίγουρο.
Σίγουρο πρέπει να θεωρείται ότι συνολικά η πολιτική αντιπαράθεση θα γίνει ακόμα πιο εσωστρεφής και συντηρητική, αφού κανένα από τα παραδοσιακά κόμματα δεν δείχνει να συνειδητοποιεί τη φθορά συνολικά του πολιτικού συστήματος που εγκαθιδρύθηκε μεταπολεμικά στη χώρα και έμοιαζε ακλόνητο επί δεκαετίες. Κάθε φορά η συζήτηση περιορίζεται στα εκλογικά ποσοστά και όχι στις αιτίες που οδηγούν στην απομάκρυνση των πολιτών από τους εκπροσώπους του παραδοσιακού δικομματισμού. Αυτό που δεν συνειδητοποιεί η Χριστιανοδημοκρατία είναι ότι ο εγκλωβισμός της σε μια πολιτική που διευρύνει διαρκώς τις ανισότητες την απομακρύνει όλο και περισσότερο από τον περίφημο «μεσαίο χώρο», ο οποίος κοινωνικά συρρικνώνεται και πολιτικά αναζητά προστασία σε σωτήρες.