Για δύο θέσεις… στον ήλιο

** Επιχειρείται κατασκευή νέου προβλήτα για την κρουαζιέρα στο λιμάνι του Πειραιά, χωρίς αδειοδότηση, αλλά και κατά παράβαση της περιβαλλοντικής νομοθεσίας.
** Η τοπική κοινωνία και θεσμικοί φορείς αντιδρούν στη νέα υποβάθμιση της Πειραϊκής

Σε νέες περιπέτειες έχει μπει το «λιμάνι της αγωνίας», ο Πειραιάς, αυτή τη φορά με την κατασκευή του Νότιου Προβλήτα για την Κρουαζιέρα, η οποία έχει ξεκινήσει από τις αρχές Μαρτίου, εν μέσω πανδημίας και χωρίς καμία σχετική αδειοδότηση. Τα έργα που ήδη εκτελούνται περιλαμβάνουν τον ορισμό θαλάσσιου εργοταξιακού χώρου, βυθοκορήσεις –δηλαδή, θαλάσσιες εκσκαφές- με πλωτά μέσα, εξομάλυνση βυθού και απόρριψη βυθοκορημάτων –δηλαδή, τα «μπάζα» που προέκυψαν από την εκσκαφή- στη θαλάσσια περιοχή μεταξύ Αίγινας και Σαλαμίνας. Το έργο επέκτασης, ύψους 103 εκατ. ευρώ, χρηματοδοτείται σχεδόν αποκλειστικά (κατά 95%) από το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης και προβλέπει τη δημιουργία δύο επιπλέον (υπάρχουν ήδη 11) θέσεων για πρόσδεση κρουαζιερόπλοιων νέας γενιάς, μήκους μεγαλύτερου των 280 μέτρων και δυναμικότητας 2.500 επιβατών. Το έργο είναι μία από τις 11 υποχρεωτικές «επενδύσεις» της Cosco, για το οποίο η Cosco δεν επενδύει ούτε ευρώ, αλλά θα της ανήκει!

Αντιδρούν η τοπική κοινωνία και θεσμικοί φορείς

Από τις 22 Φεβρουαρίου, όταν και εγκαινιάστηκε η έναρξη εργασιών από τους υπουργούς Ναυτιλίας και Τουρισμού, τον περιφερειάρχη Αττικής και τον δημάρχου Πειραιά, έγιναν φανερές οι αντιδράσεις της τοπικής κοινωνίας, που συσπειρώθηκε αναθερμαίνοντας το κίνημα για το λιμάνι του Πειραιά, αλλά και πλήθους θεσμικών φορέων, καθώς το έργο ξεκίνησε χωρίς τις απαραίτητες αδειοδοτήσεις, ενώ έχουν προκύψει πλείστα περιβαλλοντικά –και όχι μόνο- ζητήματα. Συγκεκριμένα, ενστάσεις έχουν εκφράσει το Κοινοτικό Συμβούλιο της Α Δημοτικής Κοινότητας Πειραιά, το Δημοτικό Συμβούλιο Πειραιά (ήδη από τις 29 Ιανουαρίου, με εκτενές υπόμνημά του, το οποίο συντάχθηκε από Διαπαραταξιακή Επιτροπή), ο δήμος Πειραιά με ομόφωνο ψήφισμα (15/4/20, με το οποίο ζητά την αναστολή της εκτέλεσης του έργου λόγω της ανυπαρξίας εγκρίσεων ΣΜΠΕ και ΜΠΕ), το σύνολο των δημάρχων της ευρύτερης περιοχής του Πειραιά και συγκεκριμένα οι δήμαρχοι Περάματος, Πειραιά, Κερατσινίου-Δραπετσώνας, Νίκαιας-Ρέντη, Κορυδαλλού και Σαλαμίνας που κατέθεσαν υπόμνημα προς το υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας και το Περιφερειακό Συμβούλιο Αττικής. Το θέμα, επίσης, τέθηκε από βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ (Θ. Δρίτσας, Τρ. Αλεξιάδης. Ν. Κασιμάτη, Γ. Ραγκούσης, Ν. Σαντορινιός, Σ. Φάμελλος) με τη μορφή ερώτησης στους υπουργούς Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής, Περιβάλλοντος και Ενέργειας, οι οποίοι ακόμα δεν έχουν απαντήσει σχετικά, σε αυτή αλλά ούτε και σε προγενέστερες ερωτήσεις. Την ερχόμενη Τετάρτη δε αναμένεται να συζητηθούν στο ΣτΕ η αίτηση αναστολής κατοίκων της Πειραϊκής για ακύρωση διοικητικών πράξεων και της Σύμβασης Παραχώρησης του 2016 για παραβίαση περιβαλλοντικής νομοθεσίας.
Συγκεκριμένα το έργο επέκτασης, έχει έγκριση περιβαλλοντικών όρων (ΑΕΠΟ) προ δεκατεσσάρων χρόνων, δεν έχει έγκριση Στρατηγικής Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΣΜΠΕ), η οποία είναι υποχρεωτική σύμφωνα με τη διεθνή και την εγχώρια νομοθεσία, ενώ μόλις προχθές (την Τετάρτη το βράδυ) εγκρίθηκε κατά πλειοψηφία από το Περιφερειακό Συμβούλιο Αττικής η Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΜΠΕ), εξίσου υποχρεωτική για να ξεκινήσει το όποιο έργο.

Έγκριση (υπό αίρεση) από την Περιφέρεια Αττικής

Η συνεδρίαση του Περιφερειακού Συμβουλίου διήρκησε 8 ώρες, για να καταλήξει να υπερψηφιστεί η ΜΠΕ μόνο από τις παρατάξεις Γ. Πατούλη, Γ. Σγουρού, δύο μελών της παράταξης Τζήμερου και ορισμένων ανεξάρτητων περιφερειακών συμβούλων, αφού πρώτα εντάχθηκαν 9 σημεία, που η περιφερειακή αρχή ζητά από το υπουργείο Περιβάλλοντος να συμπεριληφθούν στην υπό έκδοση Απόφαση Έγκρισης Περιβαλλοντικών Όρων (ΑΕΠΟ), ως πρόσθετοι περιβαλλοντικοί όροι που θα υπερισχύσουν κάθε διαφορετικής διατύπωσης και αφού προστέθηκαν 231 παρατηρήσεις των υπηρεσιών της Περιφέρειας επί της μελέτης του ΟΛΠ. Εγκρίθηκε, δηλαδή η Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων, με όρους που θα κάνουν –στην πράξη- αδύνατη –όπως και ασύμφορη- την έναρξη του έργου.
Ενδεικτικά, ορισμένα από τα εννιά σημεία είναι να αποτραπεί η απόρριψη των βυθοκορημάτων στη θάλασσα, να προσδιοριστούν χώροι εξεύρεσης αδρανών υλικών και χώροι απόθεσης των αναγκαίων υλικών που απαιτούνται για κατασκευή έργων, να απαγορευτεί η σώρευση ιζημάτων βυθού αδρανών υλικών και σκωρίας στο εργοτάξιο στο Παλατάκι, η μεταφορά αδρανών υλικών και σκωρίας να γίνεται μόνο διά θαλάσσης, να εκπονηθεί με δαπάνες της ΟΛΠ ΑΕ συνολική κυκλοφοριακή μελέτη για όλη την παραλιμένια περιοχή, να υπάρχει ρητή δέσμευση της ΟΛΠ ΑΕ για την ηλεκτροδότηση πλοίων από την στεριά κατά τον ελλιμενισμό τους, να δημιουργηθεί μόνιμο δίκτυο σταθμών παρακολούθησης της ρύπανσης.

Οι περιβαλλοντικές επιπτώσεις

Αυτά τα σημεία, που υποχρεώθηκε να υιοθετήσει η περιφερειακή αρχή, επισημαίνονται από όλους τους επιστημονικούς και επαγγελματικούς φορείς του Πειραιά, ενώ περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, και στο υπόμνημα των δημάρχων της ευρύτερης περιοχής του Πειραιά, αλλά και στη διαπαραταξιάκη επιτροπή του δήμου Πειραιά. Όπως προκύπτει από τα πορίσματα αυτά είναι μείζον το ζήτημα των επιπτώσεων στο περιβάλλον από παλιές και νέες χρήσεις στο λιμάνι αφού ήδη υπάρχουν 19 δραστηριότητες, ενώ ακολουθούν δέκα ακόμα έργα που έχουν αδειοδοτηθεί και βρίσκονται σε διαφορετικό βαθμό υλοποίησης και τέσσερα νέα έργα. Χρειάζεται, επομένως, να υπάρξει εξειδικευμένη στρατηγική μελέτη (ΣΜΠΕ) προκειμένου να εκτιμηθούν οι περιβαλλοντικές επιπτώσεις συνολικά, κατανοώντας την αθροιστική αλληλεπίδραση των πηγών ρύπανσης, όπως προβλέπει η ευρωπαϊκή νομοθεσία, αντιμετωπίζοντας την πόλη και το λιμάνι ενιαία. Επιπλέον, θα πρέπει να προβλεφθούν εναλλακτικά σενάρια ή αντίμετρα που θα ελαφρύνουν τις επιπτώσεις στην πειραϊκή ενδοχώρα.
Μέχρι στιγμής, οι περιβαλλοντικές μελέτες που έχουν κατατεθεί, όπως και η ΜΠΕ που εγκρίθηκε, βρίθουν από ανακρίβειες και ασάφειες ως προς τις περιβαλλοντικές συνέπειες. Παρά ταύτα, από αυτές προκύπτουν δεδομένα που αρκούν να διαπιστωθεί πόσο ζημιογόνα θα είναι αυτά τα έργα για την ευρύτερη περιοχή του Πειραιά. Ας δούμε τρία χαρακτηριστικά παραδείγματα:
• Ο δήμος Πειραιά αντιμετωπίζει ήδη κυκλοφοριακή ασφυξία. Θα προκληθεί περαιτέρω φόρτιση της οδικής κυκλοφορίας με τον στόλο τουριστικών λεωφορείων για τη μετακίνηση των επιβατών της κρουαζιέρας, με κατεύθυνση τους τουριστικούς προορισμούς. Υπολογίζονται πρόσθετα 360 λεωφορεία, που θα πραγματοποιούν 1.440 διελεύσεις. Έτσι, η κυκλοφορία θα επιβαρυνθεί σημαντικά και οι χρονικές ζώνες κορεσμού θα επιμηκυνθούν.
• Εμφανίζονται σημαντικές συγκεντρώσεις επιβλαβών αέριων ρύπων, που προέρχονται από την κυκλοφορία οχημάτων, τα πλοία της ακτοπλοΐας και της κρουαζιέρας, όπως και από τα ανοιχτά εργοτάξια. Η διασπορά των ρύπων επεκτείνεται στο σύνολο της ακτογραμμής του λιμένα και σε μεγάλα τμήματα στα βόρεια της πόλης.
• Η απόρριψη των αδρανών στον βυθό του Σαρωνικού σε σημείο μεταξύ Αίγινας, Σαλαμίνας και Φλεβών αλλοιώνει τη μορφολογία του βυθού και καταστρέφει τη χλωρίδα και ιχθυοπανίδα της περιοχής, καθώς δημιουργείται μια υποθαλάσσια «χωματερή» 300.000 τετραγωνικών μέτρων και έκτασης 180 στρεμμάτων.

Γιατί όχι μια ολιστική προσέγγιση;

Αυτά, όπως και άλλα ζητήματα, που εντοπίζονται από μελέτες είναι αδύνατο να αντιμετωπισθούν, προκειμένου να τηρηθεί η περιβαλλοντική νομοθεσία και να μην ξεφύγει στο υπερπέραν ο προϋπολογισμός εκτέλεσης του έργου. Έτσι, το μεγαλεπήβολο σχέδιο της δημιουργίας δύο ακόμα θέσεων για κρουαζιερόπλοια-πλωτές πόλεις θα φτάσει –ως φαίνεται- να μείνει στα χαρτιά. Όμως, αρκεί αυτό;
Η Αριστερά δεν θα έπρεπε να έχει μια ολιστική προσέγγιση; Να περιγράφει το όραμά της για τον τουρισμό, το περιβάλλον, το λιμάνι του Πειραιά; Στην περίπτωση της επέκτασης διακρίνεται μια αμηχανία. Από τη μια, είναι κατανοητή αυτή, καθώς ο ΣΥΡΙΖΑ έχει σαφώς μερίδιο ευθύνης για όσα έχουν συμβεί στο λιμάνι του Πειραιά, αφού η Σύμβαση Παραχώρησης του 2016 επί των ημερών του υπογράφηκε, ενώ τα ευρωπαϊκά κονδύλια διασφαλίστηκαν από την προηγούμενη περιφερειακή αρχή. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι δεν πρέπει να αναθεωρεί τη γραμμή της. Άλλωστε, εν προκειμένω, υπάρχουν πολλά στοιχεία που μπορούν να συνεπικουρήσουν, όπως το γεγονός ότι η συμβολή της κρουαζιέρας στον κουμπαρά του τουρισμού είναι κάτω του 3%, την ίδια στιγμή που αποδεικνύεται περίτρανα πως η βιομηχανία της κρουαζιέρας δείχνει μηδενικό σεβασμό στις εργασιακές σχέσεις, το περιβάλλον, τις ανάγκες της τοπικής κοινωνίας και οικονομίας, τομείς που αποτελούν αξιακή προτεραιότητα για την Αριστερά. Είναι, λοιπόν, ένα έργο που εκτός από παράνομο και αχρείαστο, είναι ξένο με τον ήπιο τουρισμό, που έχει περιγράψει στο πρόγραμμά του ο ΣΥΡΙΖΑ. Η αρχή για μια τέτοια συζήτηση αποτυπώνεται ακόμα και στην ερώτηση που κατέθεσαν βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ όπου σημειώνεται, μεταξύ άλλων: «Επειδή, ο χρόνος που παρήλθε από τη σύναψη της Σύμβασης Παραχώρησης Ελληνικού Δημοσίου – Ο.Λ.Π. Α.Ε. μέχρι σήμερα, έχει αναδείξει νέα δεδομένα όχι μόνο ως προς τον επείγοντα χαρακτήρα της προστασίας του περιβάλλοντος λόγω των ραγδαίων εξελίξεων στην κλιματική κρίση αλλά και ως προς την επαναξιολόγηση των κανόνων λειτουργίας της κρουαζιέρας τόσο στη Μεσόγειο όσο και παγκοσμίως, δεδομένα δηλαδή τα οποία υποχρεώνουν τους πάντες -Πολιτεία, Κοινωνία, Παραγωγικούς Φορείς, Πανεπιστημιακά Ιδρύματα- σε επικαιροποίηση της αξιολόγησης και επανεξέταση ακόμα και αυτών καθ’ εαυτών της χρησιμότητας και της σκοπιμότητας της παρουσίας των γιγαντιαίων κρουαζιερόπλοιων στην περιοχή.»
Είναι, θαρρώ, μια στιγμή-πρόκληση η στάση της ριζοσπαστικής Αριστεράς στον ΟΛΠ, καθώς αναμένονται και άλλοι αγώνες, με αμέσως επόμενο το ζήτημα της ναυπηγοεπισκευαστικής ζώνης εντός του λιμανιού. Τα δεδομένα έχουν αλλάξει, το νοιάξιμο για το λιμάνι έχει δυναμώσει. Και όπως ο ΣΥΡΙΖΑ κατάφερε, παρά την ήττα της υπογραφής της σύμβασης, «με το πιστόλι στον κρόταφο», να σώσει τα 250 στρέμματα του πάρκου των Λιπασμάτων στην Δραπετσώνα, να θεσμοθετήσει το Μουσείο Εναλίων Αρχαιοτήτων, να διασφαλίσει τις εκτάσεις της Υπηρεσίας Φάρων στο Παλατάκι, τις παραλιμένιες πλατείες του Πειραιά, τις διόδους του Περάματος προς τη θάλασσα, τα 600 στρέμματα του αρχαιολογικού χώρου της Σαλαμίνας, τα ανταποδοτικά τέλη προς τους δήμους, τον πλήρη θεσμικό και περιβαλλοντικό έλεγχο του ΟΛΠ, τα εργασιακά δικαιώματα και τις θέσεις εργασίας των λιμενεργατών, έτσι και τώρα θα πρέπει να δοθεί μια τεράστια μάχη από τη θέση της αντιπολίτευσης, στο πλευρό των κινημάτων πόλης και με το βλέμμα στραμμένο στον Πειραιά, και όχι μόνο, αφού το ζήτημα καίει και την Νάξο, την Σύρο, την Ρόδο, την Κέρκυρα, το Ηράκλειο, όπου επιχειρούνται επεκτάσεις, μικρότερης βέβαια κλίμακας, αλλά στην ίδια λογική.

Ιωάννα Δρόσου