Για μια ιστορική, υλιστική θεωρία των αξιών της Αριστεράς

paraskeuopoulos3

Την Τρίτη το απόγευμα παρουσιάστηκε στο Μέγαρο Μουσικής το βιβλίου του Αριστείδη Μπαλτά με τίτλο «Ονόματα του κομμουνισμού». Σε μια κατάμεστη αίθουσα ο Γιάννης Δραγασάκης, ο Δημήτρης Τζανακόπουλος, ο Γιώργος Φουρτούνης, ο Θόδωρος Παρασκευόπουλος και η Τζίνα Πολίτη συζήτησαν με αφορμή το βιβλίο για τη συμβολή του φιλοσόφου-δασκάλου Αριστείδη Μπαλτά στην πορεία της αριστερής σκέψης στην Ελλάδα, για την επικαιρότητα του κομμουνισμού και για τις αντιφάσεις που δημιουργεί και τις πρόνοιες που απαιτεί η κυβερνητική θητεία ενός κόμματος της Αριστεράς. Στο σημερινό φύλλο της «Εποχής» δημοσιεύουμε την ομιλία του Θόδωρου Παρασκευόπουλου.

 

Του Θόδωρου Παρασκευόπουλου

Οταν ο Αριστείδης μου έδωσε τη χαρά να με καλέσει στην παρουσίαση του βιβλίου του, δεν άκουσα «ονόματα του κομμουνισμού», άλλα «όψεις του κομμουνισμού». Συνδέεται, ίσως, με μια πρόσκληση που έλαβα χθες για μια σειρά εκδηλώσεων του πανεπιστημίου Αθηνών με τίτλο «Όψεις του έρωτα». Έρωτας είναι κι αυτός! Συνδέεται, όμως, και με μια εμμονή που είχα και έχω με μια φράση του Μαρξ, που την επανέλαβε και ο Λένιν αργότερα, ότι ο κομμουνισμός, δηλαδή οι όψεις του κομμουνισμού, εμφανίζεται εκεί που οι άνθρωποι προσφέρουν μαζική εθελοντική εργασία χωρίς αντάλλαγμα. Καταλαβαίνετε τι τρομακτικές προϋποθέσεις έχει αυτό. Με αυτές τις εμμονές και με αυτή την παρατήρηση οδηγούμαστε κατευθείαν στο ζήτημα των αξιών που έχει σημαντική θέση στην εισαγωγή του Αριστείδη —αλλά σ’ αυτό θα επανέλθω.
«Σίγουρα», λέει ο Αριστείδης στην εισαγωγή του, «το 1989 επισφράγισε την τελεσίδικη αποτυχία του μεγαλύτερου, ίσως, κοινωνικοπολιτικού πειράματος στην ιστορία της ανθρωπότητας». Έχει δίκιο με το χαρακτηρισμό «μεγαλύτερο»; Το ερώτημα είναι εύλογο, γιατί όλες οι μεγάλες επαναστάσεις αυτό το ζήτημα έθεταν: την πλήρη χειραφέτηση του ανθρώπου. Αλλά η δική μας επανάσταση —επιτρέψτε μου την έκφραση—, η Οκτωβριανή επανάσταση, έβαλε τη σκέψη και τη δράση της βαθύτερα, και πέτυχε μεγάλα πράγματα, για να καταρρεύσει έπειτα καταντροπιασμένη. Το γιατί και το πώς είναι αλλουνού παπά ευαγγέλιο, το οποίο όμως δεν έχει ακόμα γραφτεί. Και οι διανοούμενοί μας, και απευθύνομαι και στον Αριστείδη, θα έπρεπε να ασχοληθούν με αυτό, για να μάθουμε.

Μερική εκπλήρωση ενός οράματος

Αυτή η κατάρρευση επηρέασε όλο τον κόσμο. Σαν παράδειγμα, συγκρίνετε τη σημερινή πολιτική των συντηρητικών κομμάτων, με μια διατύπωση από το πρόγραμμα των γερμανών Χριστιανοδημοκρατών το 1949: «ο καπιταλισμός απέτυχε», έλεγε τότε το κόμμα του Αντενάουερ. Ένας γερμανός μαρξιστής, πολιτικός επιστήμονας, ο Φράνκ Τέπε, μου έλεγε το 1992, όταν είχε έρθει στην Ελλάδα, ότι η καταστροφή είναι ακόμα μεγαλύτερη απ’ ό,τι τη φανταζόμαστε, διότι προέβλεπε την πλήρη προσχώρηση των σοσιαλδημοκρατών στην κυρίαρχη πολιτική του καπιταλισμού, καθώς, όπως έλεγε, αυτοί παρά τον αντικομμουνισμό τους, διατηρούσαν κάποια ίχνη σοσιαλισμού, έστω και αρνητικά. Με την κατάρρευση διαπίστωσαν ότι δεν γίνεται. Και επομένως το έδαφος εντός του οποίου μπορούσαμε να κινηθούμε κι εμείς στένευε. Θα θυμάστε ότι τον ίδιο χρόνο περίπου ο Κώστας Σημίτης στην Ελλάδα έλεγε ότι τα πειράματα της κοινοκτημοσύνης τελειώσανε. Και όλοι μας είδαμε στρατιές συντροφισσών και συντρόφων να προσχωρούν στις τάξεις του αντιπάλου. Αυτό αντιστρέφεται σιγά σιγά. Αντιστράφηκε την περίοδο 2010-15 και είδαμε ανθρώπους που μας είχαν εγκαταλείψει ή ήταν αλλού, να προσέρχονται σ’ εμάς. Αυτό νομίζω ότι είναι ένα από τα μεγαλύτερα επιτεύγματα του δικού μας κινήματος: η εκπλήρωση —έστω και μικρή, έστω και περιορισμένη— του οράματος της αριστεράς για την ένωση των δύο μεγάλων ρευμάτων της, των κομμουνιστών και των σοσιαλιστών. Αυτό κάναμε, δημιουργώντας, βέβαια, από την ένωση τους κάτι άλλο, που δεν είναι ούτε σοσιαλδημοκράτες ούτε κομμουνιστές.

Με την απαραίτητη σκευή

paraskeuopoulos2

Ο Μπαλτάς, λοιπόν, γράφει τα κείμενα αυτού του τόμου επί ερειπίων. Των ερειπίων μιας επανάστασης την οποία υποστηρίξαμε με πάθος και η οποία κατέρρευσε. Μαζεύει, δηλαδή, θραύσματα, τα επεξεργάζεται, προσπαθεί να τα κατανοήσει και να μας δώσει κι εμάς να τα καταλάβουμε, και στην εισαγωγή του μας λέει ότι τα επιμέρους ζητήματα του τόμου είναι μάλλον προϊόν τυχαίων συναντήσεων με θέματα και ανθρώπους. Κατά τη γνώμη μου, αυτό ενισχύει το επιχείρημά μου περί συλλογής θραυσμάτων. Μοιάζει με ένα επιφώνημα και αναφώνηση, κάθε φορά που έβρισκε κάτι. Αυτά που έβρισκε ήταν έννοιες, πρακτικές, συζητήσεις, διενέξεις, γνώσεις, συμπεριφορές, πρόσωπα. Δεν θα μπορούσε να είναι αλλιώς. Ο Μπαλτάς είναι φιλόσοφος και έτσι το μεγαλύτερο μέρος του τόμου το αποτελούν κείμενα με αντικείμενο φιλοσοφικά ζητήματα και ερωτήματα. Είναι, όμως, ζητήματα, αν προσέξει κανείς το χωρισμό και το περιεχόμενο των μερών, με τα οποία καταπιάνονται αναγκαστικά όσοι ασχολούνται με τις επιστήμες και ανακατεύουν τις έννοιες, όπως οι αγρότες ανακατεύουν τα χώματα.
Το καλό με ετούτο το βιβλίο είναι ότι ο αναγνώστης μπορεί να επιλέξει. Όσο και αν ο Μπαλτάς, όπως όλοι οι συγγραφείς, ελπίζει ότι ο αναγνώστης θα ρουφήξει το βιβλίο από την αρχή μέχρι το τέλος, δεν θα γίνει αυτό. Οι αναγνώστες θα επιλέξουν τι θα διαβάσουν. Πρώτα θα ασχοληθούν με το πιο οικείο, αν τους ενδιαφέρει αυτό θα δούνε κάτι συγγενικό, μετά το πιο ανοίκειο. Και αυτό είναι καλό, γιατί δημιουργεί μια χαλαρή σχέση του αναγνώστη με το βιβλίο, σου επιτρέπει να επιστρέψεις και να σκεφτείς. Εμένα με τράβηξε από την πρώτη στιγμή το μέρος που μιλάει για τον ιστορικό υλισμό και τον ιστορικό χρόνο. Είναι τα ενδιαφέροντά μου περισσότερο. Αλλά και το μέρος με τα πρόσωπα, διότι μου θύμισε ένα άρθρο του Άγγελου Ελεφάντη στην «Εποχή» με τίτλο «Ο Κοβάνης», αλλά και γιατί κάποια από αυτά τα πρόσωπα τα ξέρω, και επειδή αυτό το μέρος ταιριάζει πιο άμεσα με τον τίτλο του τόμου, «Ονόματα του κομμουνισμού», γιατί τέτοιοι είναι όλοι αυτοί που αναφέρει ο Μπαλτάς σ’ αυτό το μέρος. Πιστεύω, λοιπόν, ότι θα διαβάσουμε τον τόμο επεκτείνοντας σταδιακά το ενδιαφέρον μας και σε άλλα μέρη του που μας είναι αρχικά ανοίκεια, αλλά θα έχουμε τη σκευή που θα μας δώσει η ανάγνωση των πιο οικείων μερών του.

Ο άνθρωπος ως ιστορικό φαινόμενο

Ας μου επιτραπεί εδώ μια παρατήρηση για τον ιστορικό υλισμό, που είναι και το πρώτο μέρος του τόμου. Ο Μπαλτάς αναφέρει τον τρόπο παραγωγής ως θεμελιώδη έννοια του ιστορικού υλισμού, δεν διαφωνώ καθόλου. Έχω τη γνώμη όμως ότι το θεμελιώδες, η μεγάλη αλλαγή στον τρόπο σκέψης, η επιστημονική τομή είναι η έννοια του ανθρώπου. Δηλαδή η αντίληψη του ανθρώπου ως ιστορικού φαινομένου, η έκτη θέση για το Φόυερμπαχ. Αυτή είναι η μεγάλη στροφή στις κοινωνικές επιστήμες. Ο άνθρωπος είναι ιστορικό φαινόμενο, όχι ο άνθρωπος ως είδος, αλλά ο κάθε άνθρωπος που έχουμε δίπλα μας. Απ’ αυτή την άποψη, η διάκριση φυσικού και ιστορικού χρόνου, όπως το λέει ο Μπαλτάς, είναι ουσιώδης, αν έχουμε στο νου μας ότι ο άνθρωπος και οι ανθρώπινες καταστάσεις είναι ιστορικά φαινόμενα που έρχονται, αλλάζουν και παρέρχονται.
Ο ιστορικός χρόνος και οι μεταβολές του είναι στην υλιστική επιστήμη της κοινωνίας, στην υλιστική διαλεκτική επιστήμη της κοινωνίας —επιτρέψτε μου να το πω, παρότι γνωρίζω τα δεινά που επέφερε η σχηματοποίηση του διαλεκτικού υλισμού— είναι το στοιχείο που κατεξοχήν τη διαφοροποιεί. Πιο πολύ, όμως, ειδικότερα, διαφοροποιεί την κομμουνιστική σκέψη και πρακτική. Και δικαίως ο Μπαλτάς τοποθετεί ένα κείμενο με αυτό το περιεχόμενο στο μέρος που επιγράφεται «Χρόνος, ιστορία και πολιτική». Αυτή άλλωστε πάλι είναι η ουσιώδης διαφορά μεταξύ της κομμουνιστικής σκέψης και πρακτικής και της σκέψης και πρακτικής όσων επικαλούμενοι των κομμουνισμό κάνουν σαν να μην υπάρχει ιστορικός χρόνος, να μην υπάρχουν οι μεταβολές. Κάνουν σαν να μη συμβαίνει τίποτα, μετατρέποντας έτσι τον κομμουνισμό και την κομμουνιστική σκέψη σε «πιστεύω». Φεύγουν από τη μεγάλη τομή του Κομμουνιστικού Μανιφέστου, που μετέτρεψε τη σκέψη των επαναστατών σε επιστημονική σκέψη, απομακρύνοντάς την από την ηθικολογία και τη θρησκειολογία και κάνοντάς την επιστήμη.

Η δύναμη της  λαϊκής προκατάληψης

paraskeuopoulos1

Τελειώνω, επιστρέφοντας στην εισαγωγή του Μπαλτά, όπως το υποσχέθηκα άλλωστε. Η επιστροφή αφορά αυτό που ο Αριστείδης ονομάζει «αξίες». Όταν πριν από λίγα χρόνια είχε την ευθύνη για τη σύνταξη της ιδρυτικής διακήρυξης του ΣΥΡΙΖΑ, μού είχε ζητήσει παρατηρήσεις. Τού είχα πει τότε σε σχέση με το ζήτημα των αξιών «όποιος θέλει αξίες να πάει στο χρηματιστήριο». Δογματικά βέβαια το είχα πει. Ο πονηρός Αριστείδης κατάλαβε αμέσως τι εννοούσα και έκανε μια διατύπωση η οποία αντιστοιχούσε σε μια ιστορική, υλιστική έννοια των αξιών. Ποιο είναι αυτό το ζήτημα; Όταν ο Αλκιδάμας υποστηρίζει τον 4ο αιώνα προ Χριστού ότι ο άνθρωπος γεννιέται ελεύθερος είναι ψώνιο. Όταν το υποστηρίζουν οι Διαφωτιστές, επιβάλλεται και επικρατεί. Αυτή είναι η διαφορά και ο τρόπος με τον οποίο μπορούμε να συλλάβουμε τις αξίες. Γιατί επιβλήθηκε τότε; Γιατί η ελευθερία και η ισότητα είναι αναγκαίες για την αναπαραγωγή της κοινωνίας. Καπιταλισμός έρχεται. Και όπως μας εξηγεί ο Μαρξ διεξοδικά στο πρώτο κεφάλαιο, ο καπιταλισμός απαιτεί ισότητα.
Αν επιχειρήσω να γράψω στην «Εποχή» ένα άρθρο υπέρ της δουλείας, ο Κοβάνης θα μου το κόψει. Όχι γιατί το περιεχόμενο θα είναι κακό, αλλά γιατί θα σκεφτεί ότι ο Θόδωρος τρελάθηκε. Η αξία της ελευθερίας, η ιδέα της ελευθερίας επικρατεί με τη δύναμη λαϊκής προκατάληψης, όπως λέει ο Μαρξ στο πρώτο κεφάλαιο του πρώτου τόμου του Κεφαλαίου· είναι αξία. Έχω τη γνώμη ότι οι δικές μας ιδέες δεν έγιναν ή τουλάχιστον δεν παρέμειναν αξίες. Αυτό είναι ένα από τα κεντρικά ζητήματα της κατάρρευσης αυτού του μεγάλου εγχειρήματος, το οποίο αναφέρει ο Μπαλτάς στο πρώτο κεφάλαιο, και έτσι το βιβλίο του μας δίνει την αφορμή και το υλικό, ώστε να μιλήσουμε για την ανάγκη μιας ιστορικής, υλιστικής θεωρίας των αξιών, την ανάγκη της ανάδειξης της  επικράτησης και της πτώσης τους. Επειδή, κιόλας, δικοί μας άνθρωποι κυβερνάνε ή ασκούν πολιτική χωρίς να βρίσκονται σε κυβερνητικές θέσεις, τι σημαίνει αυτό πρακτικά; Πώς μπορούμε με την πρακτική μας να υποστηρίξουμε την ανάδειξη ιδεών και αξιών; Πώς μπορούμε υλικά να φτιάξουμε και να τοποθετήσουμε σ’ αυτή την κοινωνία καταστάσεις που ενισχύουν την επικράτηση τέτοιων ιδεών και που δεν είναι θα εύκολα αναστρέψιμες. Καταστάσεις, δηλαδή, που ακόμα και όταν εμείς δεν θα είμαστε στην κυβέρνηση, ο κόσμος θα υπερασπιστεί σε προσπάθεια ανατροπής τους. Αυτό νομίζω είναι ένα από τα κεντρικά ζητήματα της πολιτικής σκέψης που θα έπρεπε να έχουμε ως κόμμα  —και συγνώμη Αριστείδη, γιατί εσύ δεν ήθελες να αναφερθείς σε ζητήματα που σήμερα διαρκώς αναφέρεσαι, χωρίς να το λες— τόσο σε επίπεδο κυβερνητικών στελεχών όσο και σε επίπεδο όλων των άλλων.

Ονόματα του κομμουνισμού

Αριστείδης Μπαλτάς, εκδόσεις Πατάκη

baltas

Περί κομμουνισμού λοιπόν. Και περί των ονομάτων του. Αλλά πρώτα απ’ όλα για την έννοια και τη λέξη.
Κατ’ αρχάς, η έννοια δεν ταυτίζεται με τη λέξη. Η έννοια εκφράζεται μεν με λέξεις, αλλά, έξω από τα απολύτως εξειδικευμένα λεξιλόγια των αυστηρών επιστημών, σπάνια οι λέξεις περιορίζονται στη μονοσήμαντη έκφραση μιας έννοιας. Βεβαίως, μια έννοια μπορεί να διατυπωθεί με διαφορετικούς τρόπους —δηλαδή με διαφορετικές λέξεις—, τρόπους περισσότερο ή λιγότερο οικείους ή πρόσφορους, τρόπους που, αν τους εξετάσουμε αυστηρά, δεν είναι πάντοτε απολύτως ισοδύναμοι μεταξύ τους. Είναι, ωστόσο, επαρκώς ισοδύναμοι, ώστε υπό κανονικές συνθήκες να μας επιτρέπουν να αναγνωρίσουμε την ίδια έννοια υπό κάθε τέτοιον τρόπο. Από την άλλη μεριά, οι λέξεις, όπως κινούνται μέσα από τη χρήση τους —όπως θα ήθελε ο Βιτγκενστάιν—, κερδίζουν πεδία ελευθερίας, δηλαδή νοήματα, που δεν υπόκεινται στην αυστηρή πειθάρχηση των εννοιών. Ωστόσο, τα νοήματα αυτά δεσμεύονται. Δεσμεύονται από τους ιδεολογικούς σχηματισμούς, στους οποίους οι λέξεις αναπόφευκτα εντάσσονται και κάποιες φορές περιχαρακώνονται, σχηματισμούς που δεν είναι ποτέ αθώοι ή απλώς γλωσσικοί, γιατί είναι εκεί για να εκφράζουν στο πεδίο των ιδεών συγκεκριμένα συμφέροντα. Πρόκειται για συμφέροντα που αναφέρονται στη μία ή στην άλλη πλευρά του αδιάκοπου κοινωνικού ανταγωνισμού, δηλαδή του ανταγωνισμού τον οποίο ο Μαρξ θα ονόμαζε ταξική πάλη.
Με άλλα λόγια, οι λέξεις, όπως χρησιμοποιούνται στην καθημερινή γλώσσα, φέρνουν αναπόφευκτα ιδεολογικό φορτίο, φορτίο που μπορεί να επισκιάσει ή να τροποποιήσει προς τη μία ή την άλλη κατεύθυνση το αυστηρό νόημα της έννοιας που επεδίωκε αρχικά να εκφράσει η λέξη. Έτσι, υπάρχουν περιστάσεις όπου είναι εξαιρετικά δύσκολο να απογυμνωθεί η λέξη από το ιδεολογικό της φορτίο, ώστε να αναδειχθεί ανάγλυφα η υποκείμενη έννοια. Καθώς δε το εν λόγω φορτίο αποδίδεται στη λέξη κατά κανόνα ανεπίγνωστα (έτσι λειτουργεί κατά βάσιν η ιδεολογία), ενώ οι χρήστες της γλώσσας μπορεί να καταλαμβάνουν, κατά κανόνα εξίσου ανεπίγνωστα, διαφορετικές ιδεολογικές θέσεις, μια καλόπιστη γλωσσική ανταλλαγή καθίσταται κάποιες φορές απολύτως άγονη, γιατί, απλούστατα, με την ίδια λέξη ο ένας συνομιλητής εννοεί άλλα από αυτά που εννοεί ο άλλος. Ο Σπινόζα έχει γράψει κάποιες θαυμάσιες σελίδες επ’ αυτού.
Οι μεθοδολογικές αυτές παρατηρήσεις είναι, νομίζω, αναγκαίες αν όντως θέλουμε να εξετάσουμε σοβαρά μια έννοια τόσο βεβαρημένη όσο είναι η έννοια του κομμουνισμού. Πρόκειται για μια έννοια που φέρει πάνω στο ίδιο το σώμα της το τεράστιο ιδεολογικό φορτίο μιας μακράς, ένδοξης όσο και επώδυνης ιστορίας που συνεχίζεται ακόμα, για μια έννοια που συμπύκνωνε τις ελπίδες της εργαζόμενης ανθρωπότητας, συγκεντρώνοντας ταυτόχρονα και για τον ίδιο λόγο το άσβεστο μίσος των εκμεταλλευτών της, αλλά και για μια έννοια που προκαλούσε και προκαλεί μεγάλα πάθη στους κόλπους της ίδιας της Αριστεράς, γιατί την επικάλυψαν στρεβλώσεις όλων των ειδών, ακόμη και εγκλήματα, τα οποία κάποιοι επισήμαιναν με παρρησία και εν θερμώ, ενώ κάποιοι άλλοι τα αρνούνταν πεισματικά. Σήμερα φαίνεται πως κάποιοι τρίτοι θέλουν να την αναδείξουν σε λέξη καθαρά υβριστική, κρύβοντας μετά βίας πίσω από την υστερική χρήση της τον παλιό μεγάλο φόβο, που φαίνεται πως δεν λέει να κοπάσει.

Από την εισαγωγή του βιβλίου