Για τα ομορφότερα γκολ…

 

**Ο Γάλλος φιλόσοφος Ζαν Κλωντ Μισεά διερευνά τις πολιτικές και ιδεολογικές διαστάσεις του ποδοσφαίρου

Το 1989 ο Ερικ Καντονά αγωνίστηκε για ένα χρόνο στην Μονπελιέ. Έπαιξε 33 ματς και πέτυχε 10 γκολ. Πιθανότατα σε πολλά από αυτά τα ματς ο Ζαν Κλωντ Μισεά, ως φίλος της Μονπελιέ, θα ήταν στην εξέδρα του Σταντ Ντε Μοσόν. Έτσι, ο γάλλος φιλόσοφος ταξιδεύει από το αριστοκρατικό dribble game του 19ου αιώνα στο passing game που υιοθέτησε η λαϊκή εργατική παράδοση, κι από το θεαματικό, επιθετικό παιχνίδι των ευρωπαϊκών ποδοσφαιρικών σχολών –που συνιστούσε προϊόν συλλογικής δημιουργίας– μέχρι το «ρεαλιστικό», φιλελεύθερο ποδόσφαιρο των ημερών μας, που αποθεώνει τα ατομικά κατορθώματα των ακριβοπληρωμένων βεντετών, διερευνά τις πολιτικές και φιλοσοφικές διαστάσεις του λαοφιλούς αθλήματος και τις αποτυπώνει στο βιβλίο: «Το ομορφότερο γκολ ήταν μια πάσα» (εκδόσεις Μάγμα).
Καθόλου τυχαίο ότι ο τίτλος είναι μια ατάκα του Ερικ Καντονά. «Πρόκειται για μια σύνοψη της ιδέας που αποτελεί θεμέλιο όχι μόνο του πρωταρχικού σοσιαλισμού, μα και της κοινωνιολογικής σχολής του Εμίλ Ντυρκάιμ: όταν μια συλλογικότητα ή κοινωνική ομάδα πριμοδοτεί την αλληλοβοήθεια και την αλληλεγγύη, αντί για τον ανταγωνισμό και τον πόλεμο όλων εναντίων όλων, δημιουργούνται οι βέλτιστες συνθήκες για την προσωπική ολοκλήρωση κάθε μέλους της ομάδας. Ιδού τι ήθελε να τονίσει ο Ερίκ Καντονά με την περίφημη ατάκα που έδωσε ως απάντηση, όταν τον ρώτησαν για ποιο από τα πολλά του γκολ είναι περισσότερο περήφανος: «Τ’ ομορφότερο γκολ μου; Ήταν μια πάσα!», γράφει ο Μισεά που πετυχαίνει στις 216 σελίδες να κάνει μια πρωτότυπη και οξυδερκής ανάλυση γύρω από τη γενεαλογία του ποδοσφαίρου, και παράλληλα να τιμήσει το σπουδαίο συγγραφέα και λάτρη του ποδοσφαίρου, Εδουάρδο Γκαλεάνο.
 
Το ποδόσφαιρο ως «μπίζνα»

Ο Ζαν Κλωντ Μισεά βλέπει την αλλαγή που συντελείται τα τελευταία χρόνια στο λαϊκό άθλημα: «Το ποδόσφαιρο μετατράπηκε σταδιακά σε αθλητικές μπίζνες και θέαμα εντός των οποίων μόνο η νίκη είναι προσοδοφόρα. Αντιστοίχως, οι παραδοσιακές αξίες του ωραίου παιχνιδιού και του fair play βαίνουν προς εξαφάνιση, εφόσον δεν είναι οικονομικά αποδοτικές. Είναι σίγουρο ότι οι κυρίαρχες τάξεις αντιλαμβάνονται τη σύγχρονη αθλητική βιομηχανία –και ιδιαίτερα το ποδόσφαιρο– ως βασικό στοιχείο της soft power ή του νοητικού μας ελέγχου, που έχουν για στόχο να μας κάνουν να καταπιούμε το πικρό φιλελεύθερο χάπι. Ό,τι ακριβώς συμβαίνει, δηλαδή, και με τη μόδα, την ψηφιακή τεχνολογία ή τη βιομηχανία της world music με τις γιγάντιες συναυλίες της. Με μια βασική διαφορά όμως: είναι αδύνατον να καταφέρουμε ν’ αμφισβητήσουμε έστω και ελάχιστα τη δυναμική του καπιταλισμού μέσα από τον κόσμο της μόδας, μιας κι η τελευταία συνιστά απλά και μόνον τον ποιητικό σχολιασμό τούτου του απανθρωποποιητικού σύμπαντος· απεναντίας, ο κόσμος του ποδοσφαίρου διατηρεί ακόμα ορισμένα στοιχεία μιας μη καπιταλιστικής θεώρησης της ζωής».
 
«Η κοσμική θρησκεία του προλεταριάτου»

Στο βιβλίο ο Μισέα «ανακατεύει» τον Καμύ, τον Παζολίνι με τον Γκράμσι, αλλά και τον Χομπσμπάουμ, για να θυμίσει ότι καθ’ όλη τη διάρκεια του 20ού αιώνα το ποδόσφαιρο υπήρξε ένα άθλημα ουσιωδώς λαϊκό, μιας και τόσο οι ποδοσφαιρόφιλοι όσο κι οι ίδιοι οι παίκτες είχαν λαϊκή καταγωγή. «…Όπως σημείωνε ο μαρξιστής ιστορικός Έρικ Χομπσμπάουμ, το ποδόσφαιρο υπήρξε “η κοσμική θρησκεία του προλεταριάτου”. Έτσι εξηγείται γιατί οι διανοούμενοι (ειδικά στη Γαλλία) το αντιμετώπισαν με τέτοια περιφρόνηση. Εντούτοις, είναι προφανές ότι η αυξανόμενη υποταγή του στη φιλελεύθερη λογική –αποφασιστικό βήμα προς την εδραίωση της οποίας υπήρξε ο «νόμος Μποσμάν» του 1995– έχει αρχίσει ν’ αλλάζει τα δεδομένα. Σήμερα οι βεντέτες του αθλήματος ανήκουν ξεκάθαρα στον κόσμο των προνομιούχων. Λογικό κι επόμενο ήταν οι τελευταίοι να το αντιμετωπίζουν πλέον με εντελώς διαφορετικό τρόπο: τόσο η αλλαγή σύνθεσης του κοινού στα γήπεδα όσο κι οι νέες τιμές των εισιτηρίων αντανακλούν τούτη τη στροφή. Ωστόσο, είναι προφανές ότι, σε πείσμα τούτων των ιδιαίτερα ανησυχητικών εξελίξεων, το ποδόσφαιρο παραμένει ένα από τα τελευταία μεγάλα πάθη των λαϊκών τάξεων, ικανό, ως τέτοιο, να παράγει μια κοινή γλώσσα και να στηρίζεται σε μια συλλογική μνήμη».
 
Εν κατακλείδι

Ένα συναρπαστικό βιβλίο που αναδεικνύει τη λαϊκότητα του ποδοσφαίρου, γιατί όπως τονίζει ο συγγραφέας: «…πρέπει πάντοτε να προσθέτουμε ότι το σύγχρονο ποδόσφαιρο εξακολουθεί ν’ αποτελεί και το “βασίλειο όπου η ανθρώπινη συντροφικότητα εκφράζεται στο φως του ήλιου” – σύμφωνα με την περίφημη διατύπωση του Αντόνιο Γκράμσι».

Μ. Διόγος

*Τον πρόλογο στο βιβλίο έχει γράψει ο Χρίστος Χαραλαμπόπουλος, ενώ μετάφραση-επίμετρο είναι του Νίκο Ν. Μάλλιαρη.