Για την 8η Ιούλη

Του Δημήτρη Γιατζόγλου

Ο δύσκολος για τον ΣΥΡΙΖΑ και την Αριστερά εκλογικός κύκλος θα κλείσει με τη διεξαγωγή των εθνικών εκλογών της 7ης Ιούλη. Θα έχουμε τότε τη δυνατότητα για μια ολοκληρωμένη αποτίμηση των νέων κοινωνικών και πολιτικών τάσεων, που οδηγούν σ’ ένα διαφορετικό πολιτικό τοπίο. Λιγότερο σπασμωδική και ασύντακτη· περισσότερο συνεκτική και συγκεκριμένη· που θα ενσωματώνει οργανικά και τη βιωμένη εμπειρία του κόσμου της αριστεράς και των βασικών κοινωνικών της αναφορών. Αυτή δεν μπορεί να προκύψει αθροίζοντας ανιεράρχητα τις «προφανείς» και επιφανειακές όψεις των μεταβολών και της εκλογικής τακτικής και με αφετηρία τη συμβατική αντίληψη – «η στρατηγική ήταν σωστή, η επικοινωνία και το ύφος ήταν λάθος».
Αν επιμείνουμε σ’ αυτά, ο κίνδυνος είναι διπλός: Να δεσμευτούμε σε πολιτικές και ψυχολογικές καθηλώσεις που συνοδεύουν κατά κανόνα μια ήττα και ματαιώνουν την προσπάθεια μιας προγραμματικής ανανέωσης· ή να κυνηγήσουμε την ανάκτηση μιας εκλογικής πλειοψηφίας, με όχημα έναν εντεινόμενο πολυσυλλεκτισμό, που θα οδηγήσει σε μια άνευ ορίων ρευστοποίηση της ταυτότητας της ανανεωτικής/ριζοσπαστικής αριστεράς (από την άποψη αυτή κάτι λένε οι όλο και πιο συχνές αναφορές στις οδύνες της «μεσαίας τάξης»).

Κριτική κατανόηση της διαδρομής του εγχειρήματος

Αν επιδιώκουμε, όμως, μια κριτική κατανόηση της διαδρομής του εγχειρήματος, με τη σκέψη στραμμένη στο μέλλον, θα πρέπει να επικεντρωθούμε σ’ ένα θεμελιώδες κατά τη γνώμη μου πρόβλημα και να ανοίξουμε μια μεγάλη συζήτηση: Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν μπόρεσε να μετασχηματίσει την πολιτική πλειοψηφία, που κατέκτησε βαθμιαία από το 2012 και μετά, σε μια σταθερή και βαθύτερη ηγεμονία. Και για να το πούμε αλλιώς: 1. Η τιτάνια προσπάθεια που κατέβαλε για να ανακουφίσει τα περισσότερα καθημαγμένα από την κρίση κοινωνικά στρώματα έδινε την εντύπωση μιας αναπαλαίωσης της προ του 2010 κατάστασης και λιγότερο την αίσθηση ενός πολιτικού σχεδίου, που ενσωμάτωνε ταυτόχρονα το μέλλον ως δυνατότητα ανανεωμένων συλλογικών προσδοκιών εκτός νεοφιλελεύθερου υποδείγματος, 2. Η σχέση του με τις κοινωνικές του αναφορές απορροφήθηκε, γρήγορα και αναντίστρεπτα, από την αστική πολιτική λογική της (εφάπαξ) «ανάθεσης», και 3. Η τακτική του ευελιξία παρέπεμπε, μετά το 2015, σε μια υπό διαρκή ταλάντευση ταυτότητα, που δεν μπορούσε να δημιουργήσει συλλογικά ιδεολογικά κεκτημένα.
Μια συζήτηση με τέτοιο προσανατολισμό, μετά τις 7 Ιουλίου, δεν θα συμβάλει μόνο σ’ έναν αποδραματοποιημένο απολογισμό της πορείας. Θα αποδειχθεί παραγωγική και για την επόμενη μέρα. Για μια περίοδο κατά την οποία η «εν κινήσει κρίση» του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού, ως εργαλείο αναπαραγωγής της ολοκληρωτικής κυριαρχίας του, θα θέσει εκ νέου και επιτακτικά για τον ΣΥΡΙΖΑ το αναπάντητο μέχρι σήμερα, δύσκολο αίτημα: Να «μεταφράσει» τα προτάγματα και τη ρητορική του αριστερού ριζοσπαστισμού σ’ ένα συνεκτικό Πολιτικό Πρόγραμμα ριζοσπαστικού μεταρρυθμισμού. Να αρνηθεί τις εξαντλημένες συνταγές «συμμαχιών» που συγκροτούνται με τη λογική του μέσου όρου. Να λειτουργήσει ως παράδειγμα μιας εκ θεμελίων ταυτοτικής ανασυγκρότησης της ευρωπαϊκής Αριστεράς. Διότι ο πολιτικός κύκλος της κρίσης θα παραμείνει ανοιχτός· και τα δύσκολα θα εξακολουθήσουν να είναι μπροστά μας, ανεξαρτήτως του όποιου εκλογικού αποτελέσματος. Τα αποτελέσματα των ευρωεκλογών το απέδειξαν πανηγυρικά.

Ευρωεκλογές: πολλαπλασιαστής των δυσκολιών και των ορίων

Δεν ήταν μόνο προφανές λάθος εκλογικής τακτικής να αποδοθεί στις ευρωεκλογές ο χαρακτήρας δημοψηφίσματος ως προς την επάρκεια της διακυβέρνησης. Ήταν και η απλουστευτική υποβάθμιση του σύνθετου τρόπου με τον οποίο συμπλέκεται το «εθνικό» με το «ευρωπαϊκό», η υπερεκτίμηση των όποιων βημάτων χειραφέτησης της σοσιαλδημοκρατίας από τη χρόνια υπαγωγή της στη νεοφιλελεύθερη ηγεμονία, η ελαχιστοποίηση της συγκεκριμένης προγραμματικής διακριτότητας της «άλλης αριστεράς» ως προς το κυρίαρχο υπόδειγμα της ενοποίησης και η ενσωμάτωσή της στο μπλοκ της «συστημικής κανονικότητας», στο όνομα του ακροδεξιού κινδύνου – όλα αυτά μαζί που οδήγησαν στην πολιτική ήττα μιας εν δυνάμει «προοδευτικής συμμαχίας», πριν καλά-καλά αρχίσει να υλοποιείται. Και βεβαίως, η εκ των υστέρων εκκωφαντική απουσία ενός στοιχειώδους αυτοκριτικού αναστοχασμού.
Σ’ ένα κείμενό μου, στις 4 Μαϊου (ΕφΣυν), είχα εκφράσει την απαισιοδοξία μου για τη δυνατότητα να εγγραφεί στο συλλογικό φαντασιακό, ως ισχυρή και ελπιδοφόρα εναλλακτική για την οικοδόμηση της ενωμένης Ευρώπης, ο αμυντικός και αμήχανος λόγος του «προοδευτικού» ευρωπαϊκού χώρου· για τη δυνατότητα, η συνάντηση αδύναμων και ασαφών ταυτοτήτων και θολών πολιτικών σχεδίων να παραγάγει μια νέα ηγεμονία. Η απαισιοδοξία έχει δικαιωθεί. Εκτός εάν θεωρήσουμε, ότι η συρρίκνωση της προγραμματικής αντιπαράθεσης στο καταθλιπτικό δίλημμα «Βέμπερ ή Τίμερμανς» (δηλαδή στην επιλογή μεταξύ παραλλαγών του πολιτικού συντηρητισμού) προκαλεί ρίγη ενθουσιασμού στις ευρωπαϊκές μάζες και συνιστά την απαρχή μιας διεξόδου.
Οι ευρωεκλογές λοιπόν λειτούργησαν ως αυτόνομος πολλαπλασιαστής των δυσκολιών και των ορίων για τον ΣΥΡΙΖΑ και για την ευρύτερη αριστερά, όχι μόνο –και κυρίως– λόγω της λανθασμένης τους σήμανσης ως προκριματικής πολιτικής αντιπαράθεσης με τη Δεξιά και τον εγχώριο συντηρητισμό. Κατέδειξαν την αντιφατική συνύπαρξη καταστάσεων και τάσεων που χαρακτηρίζουν μια ιστορική περίοδο μετάβασης με αβέβαιη έκβαση: Η «ρήξη» με τη λιτότητα και τη μεταδημοκρατία θα αποτελέσει διαδικασία μακράς διάρκειας, αλλά το πρόταγμα πρέπει να παραμείνει σταθερό και αμετάβλητο· η ρήξη θα προκύψει μέσα από τη διαρκή αντιπαράθεση και αμφισβήτηση της καπιταλιστικής εξουσίας που, όπως επισημαίνει ο Δουζίνας, «είναι σήμερα αποκεντρωμένη και πλουραλιστική…διαχέεται και επικαθορίζει όλο τον κοινωνικό ιστό… παράγει υποκείμενα, στάσεις ζωής και συμπεριφορές…». Ο ΣΥΡΙΖΑ ως όλον – ιστορικότητας, μελών, ιδρυτικής συγκρότησης, κοινωνικής στήριξης – μέσα σ’ ένα ευρωπαϊκό πολιτικό τοπίο κυριαρχημένο από την Δεξιά όλων των αποχρώσεων, αποδείχθηκε και σε αυτές τις εκλογές το ισχυρό πολιτικό υποκείμενο που εκ των πραγμάτων μπορεί και πρέπει να ηγηθεί πανευρωπαϊκά σ’ αυτή τη διαδικασία. Η εκλογική καταγραφή του υπήρξε καταγραφή αντοχής και αναγνώρισης της λανθάνουσας έστω δυνατότητας για μια διαφορετική εκδοχή μέλλοντος. Από την άποψη αυτή, οποιαδήποτε σκέψη μετασχηματισμού του σε κόμμα-ομπρέλα του απροσδιόριστου «προοδευτικού» χώρου πρέπει να απορριφθεί κατηγορηματικά.
Το εκλογικό αποτέλεσμα του Μαϊου, όπως και το αναμενόμενο των εθνικών εκλογών διαψεύδουν την αγοραία «εξ αριστερών» κριτική στον ΣΥΡΙΖΑ που επαναφέρει την λογική της φενακισμένης συνείδησης των μαζών. Μεταθέτουν το κλείσιμο της «αριστερής παρένθεσης» στο άδηλο μέλλον. Εκθέτουν ανεπανόρθωτα την πολιτική επάρκεια της ηγεσίας του ΚΙΝ.ΑΛ. που εκδιώκει τον Βενιζέλο, συντηρώντας το κληροδότημά του περί της «στρατηγικής ήττας» του ΣΥΡΙΖΑ, υιοθετώντας ως πολιτική στρατηγική τον πιο πρωτόγονο οπορτουνισμό. Εγκαλούν την πολιτική ηθική και τον ορθολογισμό εκείνων των αριστερών που, για να δικαιώσουν την χωρίς προηγούμενο μονομέτωπη πολεμική τους σε μια κυβέρνηση της αριστεράς, εύχονται την «κυβερνητική επάρκεια της Ν.Δ.» δηλαδή τη δικαίωση του νεοφιλελεύθερου ολοκληρωτισμού. Και αυτά επίσης θα περιλάβει η ατζέντα της δημόσιας συζήτησης μετά τις 7 Ιουλίου, και θα κληθούν οι φορείς των αντίστοιχων απόψεων και πρακτικών να ερμηνεύσουν τις επιλογές τους και τα αποτελέσματά τους. Ο καθένας με το πολιτικό του μέγεθος και τις ευθύνες που του αντιστοιχούν.

Η ώρα του πολιτικού βολονταρισμού

Αλλά τώρα είναι η ώρα του Υποκειμένου. Δηλαδή του πολιτικού βολονταρισμού, που διαβάζει το «αντικειμενικό» – σύμφωνα με τη μαρξική διάκριση – όχι ως παγωμένο status (object) αλλά ως gegenstand, δηλαδή ως μεταβλητό όριο που κάθε φορά ενσωματώνει την ανθρώπινη (πολιτική) πράξη. Του βολονταρισμού που λοιδορήθηκε ως ένδειξη ανωριμότητας, αλλά παρήγαγε την ιστορική τομή του 2015. Είναι η ώρα που ο κόσμος της αριστεράς κινητοποιείται, όχι στο όνομα του ρεαλισμού της προσαρμογής, αλλά για να υπερασπιστεί την αξιοπρέπεια των αδύναμων και την αναγνώρισή του στην μεγαλειώδη ουτοπία της καταγωγής του: στον ορίζοντα της ισότητας, της ελευθερίας, της ανθρώπινης χειραφέτησης. Από την κατακτημένη πιά θέση ενός κόμματος διακυβέρνησης, πυλώνα της υπεράσπισης των υποτελών, ο ΣΥΡΙΖΑ θα διεκδικήσει τη μεγάλη εκλογική νίκη. Μοιάζει σχεδόν ακατόρθωτο. Όμως αυτό που πραγματικά θα μετρήσει, είναι η απόφαση και η ετοιμότητα να αποδεχτούμε την πρόκληση ηγεμονίας που θα μας απευθύνει η 8η Ιουλίου.