Για την ισότητα στην Ευρώπη: τρεις άξονες παρέμβασης

axtsioglou

Της Έφης Αχτσιόγλου*

Η έγνοια για τις ανισότητες έχει σοβαρό και βάσιμο λόγο ύπαρξης: η ενίσχυση των φυγόκεντρων πολιτικών δυνάμεων στο εσωτερικό της Ευρώπης, η διαρκώς αναπτυσσόμενη εθνικιστική αναδίπλωση και η απαξίωση των ευρωπαϊκών θεσμών, αναδεικνύουν με σαφή τρόπο ότι αυτή η Ευρώπη δεν είναι μια Ευρώπη των ίσων.
Όμως ας σκεφτούμε, πώς γίνεται όλοι και όλες να υποστηρίζουν την ισότητα, και όμως να συνεχίζουμε να ζούμε, κυρίως να συνεχίζουμε να ασκούμε πολιτική, σε περιβάλλοντα γενικευμένης ανισότητας, αναπαραγωγής των κοινωνικών ανισοτήτων; Και για να γίνω ακόμη πιο σαφής, είναι δυνατό την ώρα που ετερόκλητα πολιτικά μορφώματα με κοινό χαρακτηριστικό τους τον εθνικισμό και την αναδίπλωση, κερδίζουν ολοένα και περισσότερο χώρο στην Ευρώπη, να συνεχίζουμε business as usual?
Για να το θέσω διαφορετικά, έχει νόημα να σκεφτούμε σε ποιο πλάνο της ευρωπαϊκής πορείας βρέθηκε η ανάγκη της εξάλειψης των ανισοτήτων, στα χρόνια της ευημερίας αλλά και της κρίσης; Εντέλει, πού κατάφερε να βρεθεί η Ευρώπη, όταν έθεσε ως κυρίαρχες έννοιες, υπέρτατες κανονιστικές της αρχές αυτές του ανταγωνισμού και της ελεύθερης λειτουργίας της αγοράς, η οποία υποτίθεται ότι θα έβρισκε κάποια στιγμή την αυτορρύθμιση της;
Τα ερωτήματα, χάριν της συζήτησης, είναι προφανώς ρητορικά. Όμως εξυπηρετούν τις ανάγκες ενός συλλογισμού που καταλήγει τελικά, στο τι είναι αυτό που μας κάνει να στρέφουμε την προσοχή μας στο ζήτημα της ισότητας όχι απλώς ως προτεραιότητα, αλλά ως ανάγκη υπαρξιακή για τη σημερινή Ευρώπη και τους λαούς της.

Οι ανισότητες

Προφανώς δεν θα κάναμε σήμερα αυτή τη συζήτηση, ούτε θα γινόταν κεντρικό σημείο προβληματισμού, πανευρωπαϊκά και παγκόσμια, το ζήτημα της ισότητας, αν βρισκόμασταν σε συνθήκες κοινωνικής ευημερίας. Αντιθέτως, βρισκόμαστε ακόμα στην επικράτεια της κρίσης και των συνεπειών ενός συγκεκριμένου οικονομικού μοντέλου, που με διάφορες ταχύτητες και εκφάνσεις, κυριάρχησε στην ευρωπαϊκή ήπειρο τα τελευταία 25 χρόνια.
Μιλάμε για την Ευρώπη των Ίσων, διότι δεν μας ικανοποιεί η τωρινή Ευρώπη των Ανισοτήτων:
Ανάμεσα στα υπερκέρδη επιχειρήσεων και τους συμπιεσμένους μισθούς για τους εργαζόμενους.
Ανάμεσα στη φόρο-ασυλία για τους λίγους και τη λιτότητα για τους πολλούς.
Ανάμεσα σε όλες εκείνες τις δομικές, τελικά, ανορθογραφίες που καλούμαστε συλλογικά να διορθώσουμε.
Πρωτίστως, το ζήτημα της ισότητας δεν είναι φιλολογικό, ρητορικό, μια επιθυμία, όταν μιλάμε για κυβερνήσεις και θεσμικά όργανα.
Είναι ή δεν είναι πολιτικός στόχος; Σ’ αυτό θα πρέπει να απαντήσουμε και να συνεννοηθούμε. Πολιτικός στόχος στον οποίο φτάνουμε πιο κοντά κάθε στιγμή που λαμβάνονται αποφάσεις και υλοποιούνται πολιτικές –για να το πω όσο πιο σχηματικά γίνεται– υπέρ της κοινωνικής πλειοψηφίας;
Σήμερα, αν δεν είναι ήδη πολύ αργά, είναι επείγουσα ανάγκη αυτόν τον πολιτικό στόχο να τον εξειδικεύσουμε. Να του δώσουμε περιεχόμενο.

Τρεις βασικοί άξονες

Κατά τη γνώμη μου τρεις είναι οι βασικοί άξονες όπου πρέπει να δώσουμε βάρος.
Ο πρώτος, αφορά τις διαδικασίες λήψης αποφάσεων. Δεν εννοώ τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο από το ζήτημα της δημοκρατίας. Η κρίση διόγκωσε περαιτέρω το ήδη υπάρχον δημοκρατικό έλλειμμα της Ένωσης. Η de facto παραχώρηση εξουσιών, λήψης κορυφαίων πολιτικών αποφάσεων σε τεχνοκράτες ή σε μη εκλεγμένα σώματα, δεν μπορεί να δικαιολογηθεί, ούτε στο ελάχιστο, λόγω εκτάκτων οικονομικών συνθηκών. Εκλεγμένα σώματα και κυβερνήσεις δεν μπορούν να λειτουργούν σαν παρατηρητές.
Χρειαζόμαστε έναν τρόπο οργάνωσης με κεντρικό του στοιχείο το δημοκρατικό έλεγχο, τη διαφάνεια στις αποφάσεις και τις διαδικασίες, την ευρύτερη δυνατή κοινωνική συμμετοχή και δημόσια λογοδοσία. Διότι διαφορετικά, υπάρχει πάντα ο κίνδυνος της γενικευμένης αμφισβήτησης του ευρωπαϊκού εγχειρήματος, εφόσον αυτό δομείται ερήμην των πολιτών. Σε μια τέτοια κατάσταση, γνωρίζετε πολύ καλά, οι οπαδοί του εθνικού απομονωτισμού θα πληθαίνουν αντί να μειώνονται.
Δεύτερος άξονας, είναι σειρά κρίσιμων θεσμικών αλλαγών στον τομέα της οικονομίας. Μιλώ για τη θέσπιση αυστηρών και δεσμευτικών κανόνων για την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής του μεγάλου πλούτου, όπως την αυστηροποίηση του πλαισίου για τους φορολογικούς παραδείσους και την προστασία των whistleblowers, που έχουν δώσει πολύτιμη βοήθεια σε υποθέσεις ασυδοσίας και μη τήρησης των στοιχειωδών κανόνων της αγοράς.
Αλλαγές, όμως, στο κορυφαίο θεσμικό επίπεδο. Για παράδειγμα, έχει μεγάλο ενδιαφέρον η πρόταση για έναν ευρωπαίο υπουργό Οικονομικών. Όχι με καθήκοντα παιδονόμου, αλλά με ρόλο και αρμοδιότητα να βλέπει τις δομικές ανισορροπίες και, παράλληλα, να έχει τα εργαλεία για να τις διορθώνει, ώστε να συμβάλλει στην προοπτική ευημερίας και σύγκλισης των κρατών-μελών.
Τρίτος άξονας, είναι αυτός της κοινωνικής δικαιοσύνης. Η προστασία της εργασίας και των εργατικών δικαιωμάτων, ατομικών, αλλά και συλλογικών.
Η ενίσχυση των δομών κοινωνικής προστασίας, η προς τα πάνω σύγκλιση των εθνικών συστημάτων κοινωνικής προστασίας, οι πολιτικές ενσωμάτωσης για ομάδες του πληθυσμού που αντιμετωπίζουν τον κίνδυνο της περιθωριοποίησης, άπτονται αυτού του άξονα. Όπως και ένα αναπτυξιακό πλάνο για την Ευρώπη που στοχεύει στη δημιουργία θέσεων σταθερής και καλά αμειβόμενης εργασίας.
Αυτός ο άξονας, εκτιμώ, είναι και ο πλέον καθοριστικός για την υπόθεση της ισότητας. Διότι μιλάμε για προτεραιότητες που, επί της ουσίας, στοχεύουν στη βελτίωση των συνθηκών ζωής και εργασίας της κοινωνικής πλειονότητας. Είναι προτεραιότητες που το επικρατούν μοντέλο κοινωνικής και οικονομικής οργάνωσης στην Ευρώπη, τις πρόσφατες δεκαετίες, τοποθέτησε σε δεύτερη μοίρα.

Δεν ξεκινάμε από το μηδέν

Ξεκινάμε, μήπως, από το μηδέν; Όχι. Υπάρχουν πρωτοβουλίες στις οποίες μπορούμε να χτίσουμε το διαφορετικό μέλλον της Ευρώπης, ως μιας Ένωσης πολιτικής, στη βάση της ισότητας.
Η νομική εξίσωση των αρχών του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, με τις αρχές που περιλαμβάνονται στις ιδρυτικές συνθήκες της Ένωσης συνιστά ένα βήμα προς αυτή την κατεύθυνση. Δεν είναι όμως αρκετό, διότι δεν μπορεί στην πράξη να ανατρέψει την πρωτοκαθεδρία των οικονομικών ελευθεριών, όταν αυτές υπονομεύουν την κοινωνική προστασία των εργαζομένων.
Η διακήρυξη του Ευρωπαϊκού Πυλώνα Κοινωνικών δικαιωμάτων τον περασμένο Νοέμβριο στο Γκέτεμποργκ συνιστά βήμα προς αυτή την κατεύθυνση: Δεν είναι όμως αρκετό, διότι εξακολουθεί να προσλαμβάνει τα κοινωνικά δικαιώματα ως αφηρημένες διακηρύξεις χωρίς σαφείς δεσμεύσεις για αλλαγή στις εφαρμοζόμενες πολιτικές.
Η δημιουργία του Social Scoreboard, ενός πίνακα κοινωνικών δεικτών αναφοράς που αποτυπώνει την κατάσταση θεμελιωδών κοινωνικών μεγεθών στα κράτη-μέλη, συνιστά ένα βήμα προς αυτή την κατεύθυνση. Δεν είναι όμως αρκετό, διότι δεν συνοδεύεται από δεσμευτικότητα, δεν εισάγει κίνητρα, δεν παράγει συνέπειες, όπως συμβαίνει, πχ, με τους μακροοικονομικούς δείκτες.
Οι θεσμικές προτάσεις που διατυπώνονται, πρόσφατα, για την αποκατάσταση μιας περισσότερο βιώσιμης ανάπτυξης στην Ευρώπη, μπορούν, επίσης, να αποτελέσουν βήμα προς αυτή την κατεύθυνση, μόνον, όμως, εφόσον οι μεταρρυθμίσεις αυτές συνοδεύονται από μηχανισμούς δημόσιας λογοδοσίας και δημοκρατικού ελέγχου.
Δεν χρειάζεται, λοιπόν, να ξεκινήσουμε από το μηδέν, ούτε να απογοητευόμαστε λέγοντας ότι τα πράγματα δεν αλλάζουν. Υπάρχουν πολλά περιθώρια να γίνουν βήματα μπροστά, πρωτοβουλίες πάνω στις οποίες μπορούμε να οικοδομήσουμε πιο τολμηρά βήματα, να δημιουργήσουμε πλαίσιο στο οποίο, αν μη τι άλλο, θα παράγονται λιγότερες ανισότητες.
Είναι, όμως, σε κάθε περίπτωση, αναγκαίο να συμφωνήσουμε στον αναπροσανατολισμό των ιεραρχήσεων που εδώ και χρόνια διέπουν το ευρωπαϊκό οικοδόμημα, αν και εφόσον ο διακηρυγμένος μας στόχος είναι αυτός που αναφέρεται στον τίτλο της σημερινής μας συζήτησης. Μια Ευρώπη των ίσων.
Η περίοδος αυτή, περίοδος αναστοχασμού για το μέλλον της Ευρώπης, οφείλει να εμπεριέχει και την έμπρακτη αυτοκριτική όσων θεώρησαν ότι ο –επιτρέψτε μου– «καλβινισμός της αγοράς» μπορεί να οδηγήσει στη συλλογική πρόοδο και ευημερία των κοινωνιών μας. Όμως οι κοινωνίες ευημερούν και προοδεύουν με τρόπο συλλογικό, και όχι όταν μεγάλα τμήματα του πληθυσμού βρίσκονται στο περιθώριο.
Θα κλείσω με μια φράση που συμπυκνώνει, νομίζω, επαρκώς την ανάγκη για ισότητα και δικαιοσύνη. Με τα λόγια ενός εξαιρετικά επιδραστικού, τη σύγχρονη εποχή, θεωρητικού του 18ου αιώνα: «αυτοί που παράγουν τροφή, ρούχα και στέγη για όλο τον πληθυσμό, πρέπει να έχουν και αυτοί τη δυνατότητα να καρπώνονται μερίδιο της παραγωγής, ώστε να τρέφονται, να ντύνονται και να στεγάζονται επαρκώς». Όχι, δεν το είπε ο Μαρξ. Τα λόγια είναι του Άνταμ Σμιθ.

*Από την παρέμβαση της υπουργού Εργασίας, στο συνέδριο του Economist στην Αθήνα, με τίτλο «Μια Ευρώπη των ίσων».