Για την ποινική ευθύνη των υπουργών (ξανά)

Σημειώσεις με αφορμή την υπόθεση Novartis

Της Δανάης Κολτσίδα*

Η τρέχουσα διαδικασία στη Βουλή, στο πλαίσιο της (δεύτερης) προανακριτικής επιτροπής για την υπόθεση Novartis, έφερε και πάλι στην επικαιρότητα τους προβληματισμούς που είχαν κατά καιρούς διατυπωθεί γύρω από την εμπλοκή της Βουλής στη διερεύνηση και δίωξη των λεγόμενων «υπουργικών αδικημάτων». Η συγκεκριμένη προανακριτική επιτροπή και ο τρόπος της μέχρι σήμερα λειτουργίας της είναι χαρακτηριστικά των προβλημάτων της διαδικασίας που προβλέπει το Σύνταγμα, ο Κανονισμός της Βουλής και ο νόμος «περί ευθύνης υπουργών» και δικαιώνει τη σχετική κριτική. Πρώτα απ’ όλα, η ίδια η συγκρότηση της συγκεκριμένης προανακριτικής επιτροπής έγινε κατά πλήρη αντιστροφή της λογικής: Στην ουσία, με όχημα τον πρώην αναπληρωτή υπουργό Δικαιοσύνης, επιχειρεί να ξανανοίξει σε κοινοβουλευτικό επίπεδο την υπόθεση Novartis (που ήδη έχει σταλεί στη Δικαιοσύνη από την προηγούμενη Βουλή και έχει πάρει το δρόμο της για όσα πρόσωπα προέκυψαν επαρκή στοιχεία) «από την ανάποδη», με ελεγχόμενους στην ουσία όσους συντέλεσαν υπό οποιαδήποτε ιδιότητα στην αποκάλυψη και διερεύνηση του σκανδάλου. Και βέβαια, αφού αυτή είναι η σκοπιμότητα και η οπτική της, έχει μέχρι σήμερα προκαλέσει πολλά μείζονα διαδικαστικά ζητήματα κατά τη λειτουργία της, με χαρακτηριστικότερα την προσπάθεια αποκλεισμού δύο βουλευτών του ΣΥΡΙΖΑ (Πολάκης, Τζανακόπουλος) από μέλη της επιτροπής δια της μετατροπής τους σε μάρτυρες, αλλά και το ζήτημα που προέκυψε με τον τρόπο εξέτασης από την επιτροπή των προστατευόμενων μαρτύρων της υπόθεσης και την απόπειρα να αρθεί, επί της ουσίας, το καθεστώς ανωνυμίας τους.
Η πρόσφατη αυτή εμπειρία αναδεικνύει ανάγλυφα τα εγγενή προβλήματα της διαδικασίας που προβλέπεται μέχρι και σήμερα για τη διερεύνηση και τη δίωξη των «υπουργικών αδικημάτων». Η προανακριτική επιτροπή –ή ακριβέστερα η ειδική κοινοβουλευτική επιτροπή για τη διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης, όπως περιγράφεται στον Κανονισμό της Βουλής– είναι μια κοινοβουλευτική μεν επιτροπή, με δικαστικές/εισαγγελικές αρμοδιότητες δε. Αυτός ο διφυής χαρακτήρας της μετατρέπει την προανακριτική επιτροπή εξ ορισμού σε πεδίο έντασης μεταξύ διαφορετικών αρχών και χαρακτηριστικών που διέπουν αυτούς τους τελείως διαφορετικούς θεσμούς και διαδικασίες. Η Βουλή, ο κατεξοχήν πολιτικός θεσμός, έχει ως εγγενές χαρακτηριστικό της στοιχείο τον πλουραλισμό, τις διαφορετικές απόψεις, την υποκειμενικότητα, ακόμα και την (πολιτική) σκοπιμότητα και σύγκρουση, ενώ η δουλειά του εισαγγελέα προϋποθέτει αντικειμενικότητα και (πολιτική και άλλη) αμεροληψία κι έχει ως στόχο την ανεύρεση της αλήθειας – με άλλα λόγια ο εισαγγελέας δεν είναι εκ προοιμίου ούτε υπέρ ούτε κατά του κατηγορουμένου, κάτι που δεν ισχύει σε μια επιτροπή τα μέλη της οποίας είναι κάποιοι πολιτικοί φίλοι και κάποιοι άλλοι πολιτικοί αντίπαλοι του κάθε φορά ερευνώμενου υπουργού. Η κοινοβουλευτική δραστηριότητα είναι σύμφυτη με την επικαιρότητα, απαιτεί δημοσιότητα, αλληλεπιδρά με την κοινή γνώμη και χαρακτηρίζεται από αμεσότητα, ενώ η ποινική προδικασία είναι μυστική, παίρνει χρόνο και ο εισαγγελέας πρέπει να διατηρεί τη νηφαλιότητά του, ακόμα κι όταν το «κοινό περί δικαίου αίσθημα» κοχλάζει.

Σύγχυση κοινοβουλευτικής και εισαγγελικής λειτουργίας

Φυσικά, αν τα παραπάνω αντιφατικά χαρακτηριστικά καθιστούν εγγενώς προβληματικό το θεσμό της προανακριτικής επιτροπής, είναι προφανές ότι τα πράγματα είναι πολύ χειρότερα στο βαθμό που μέχρι σήμερα η εν λόγω διαδικασία – με ελάχιστες εξαιρέσεις – έτυχε εντελώς εργαλειακής αντιμετώπισης από το πολιτικό σύστημα με αμιγώς μικροπολιτικά κίνητρα, εντασσόμενη συχνά στη φαρέτρα της πολιτικής αντιπαράθεσης, όπως συμβαίνει και με την εν εξελίξει διαδικασία αυτή τη στιγμή στη Βουλή.
Η σύγχυση κοινοβουλευτικής και εισαγγελικής λειτουργίας έχει θύματα και από τις δύο πλευρές, και στο ποινικό και στο πολιτικό πεδίο. Στο ποινικό πεδίο, πολύ συχνά η αλήθεια, ο εντοπισμός, η διερεύνηση και η τιμωρία των αδικημάτων των πολιτικών προσώπων θυσιάζεται στο βωμό της ανάγκης συνοχής μιας κυβερνητικής πλειοψηφίας ή, αντίστροφα, πολιτικά πρόσωπα βρίσκονται για μεγάλο διάστημα στη δίνη μιας διερεύνησης που γίνεται, αναγκαστικά, δημόσια, ενώ θα μπορούσε να αρχίσει και να τελειώσει στο γραφείο ενός εισαγγελέα, αν δεν προέκυπταν τα απαραίτητα για την ποινική δίωξη στοιχεία. Αλλά και στο πολιτικό πεδίο, υπάρχει ένα παράδοξο. Ενώ η πολιτική ευθύνη είναι ανεξάρτητη από την ποινική – γιατί λόγου χάρη, ένας υπουργός του οποίου οι συνεργάτες ήταν αναμεμειγμένοι σε σκάνδαλο ερήμην του, μπορεί να μην έχει ποινική ευθύνη, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν είναι υπόλογος σε πολιτικό επίπεδο για τις επιλογές των προσώπων που έχει δίπλα του – στο τέλος, όταν αυτές οι δύο συνεξετάζονται αντικειμενικά, στο πλαίσιο μιας προανακριτικής επιτροπής, καταλήγουμε στο παράδοξο η μη κατάφαση ποινικών ευθυνών συνήθως να χρησιμοποιείται για να απαλλαγούν οι υπεύθυνοι και από τις πολιτικές τους ευθύνες.

Η χαμένη συνταγματική αναθεώρηση

Ωστόσο, παρ’ όλα τα παραπάνω, στο πλαίσιο της τελευταίας συνταγματικής αναθεώρησης δεν προχώρησε η αποσύνδεση της διερεύνησης των υπουργικών αδικημάτων από την κοινοβουλευτική διαδικασία, παρά το γεγονός ότι υπήρξαν πολλές φωνές προς την κατεύθυνση αυτή από όλο το πολιτικό φάσμα και από το πεδίο της νομικής επιστήμης. Ο αντίλογος όσων υποστήριξαν τη διατήρηση της κοινοβουλευτικής διαδικασίας δεν είναι, τουλάχιστον εκ πρώτης όψεως, αβάσιμος: Οι υπουργοί αποκτούν εχθρούς, γεγονός που τους καθιστά ευάλωτους σε κάθε είδους κατηγορίες σκοπιμότητας – από δυσαρεστημένες ομάδες και πολίτες, ακόμα και από απλώς δικομανείς. Επίσης, σε κρίσιμες ή επείγουσες περιστάσεις καλούνται να αναλάβουν το βάρος μιας απόφασης που μπορεί να είναι αμφισβητούμενης τυπικής νομιμότητας, πλην όμως ικανοποιεί αποτελεσματικά μια κοινωνική ανάγκη.
Στην πραγματικότητα, ο αντίλογος αυτός εμμέσως αποδέχεται ότι όλο το σύστημα της δημόσιας ζωής πάσχει, και μάλιστα χωρίς δυνατότητα αλλαγής, επομένως δικαιολογείται το ειδικό αυτό καθεστώς για τους υπουργούς. Είναι όμως έτσι; Ισχυρίζομαι πως όχι. Η αποσύνδεση της διερεύνησης και δίωξης των «υπουργικών αδικημάτων» από την κοινοβουλευτική διαδικασία θα ήταν μια «ψήφος εμπιστοσύνης» τόσο προς τη Δικαιοσύνη, όσο και προς τη Δημόσια Διοίκηση, που θα άλλαζε τις θεσμικές ισορροπίες αναγκάζοντας όλους τους παράγοντες της δημόσιας ζωής να αναλάβουν και τις ευθύνες που τους αναλογούν. Οι εισαγγελικοί και δικαστικοί λειτουργοί έχουν αποδείξει ότι κάνουν εξαιρετικά τη δουλειά τους, όταν αφήνονται ανενόχλητοι, και δεν διστάζουν να διερευνήσουν υποθέσεις, όσο «ψηλά» κι αν φτάνουν αυτές. Αντίστοιχα, δεν υπάρχει κανένας λόγος να μην αναλαμβάνουν – με τη βοήθεια και ενός κατάλληλου θεσμικού πλαισίου – την ευθύνη του να βάζουν τις προφανώς αβάσιμες καταγγελίες σε βάρος πολιτικών προσώπων, όπως και απλών πολιτών, στο αρχείο. Είναι εξάλλου εξόχως προβληματικό να θεωρείται άνευ ετέρου καλός εισαγγελέας ή δικαστής εκείνος που στέλνει σωρηδόν υποθέσεις στο ακροατήριο ή, ακόμα καλύτερα, στην καταδίκη. Αντίστοιχα, στο επίπεδο της Δημόσιας Διοίκησης, είναι προφανές ότι δεν αντέχει στη λογική ο ισχυρισμός ότι πρέπει ένας υπουργός «να παίρνει πάνω του» τη λύση ενός προβλήματος, έστω και με νομικά αμφισβητούμενο τρόπο, παρ’ όλο που στην πράξη συμβαίνει.

Δομικά προβλήματα

Αν έχουμε νομικό πλαίσιο που καθιστά παράνομη την πράγματι ενδεδειγμένη λύση σε ένα πρόβλημα, τότε πρέπει να αλλάξουμε το νόμο – όχι να δώσουμε στον υπουργό το δικαίωμα να τον παραβιάζει. Αν όμως το νομικό πλαίσιο είναι σωστό, τότε η διοίκηση, αντί να οχυρώνεται πίσω από την έμμεση ασυλία του εκάστοτε υπουργού, θα πρέπει να αναλαμβάνει την ευθύνη των λύσεων που προτείνει και να φροντίζει να βρίσκει σύννομες λύσεις που να ικανοποιούν ταυτόχρονα, με αποτελεσματικό τρόπο, τις κοινωνικές ανάγκες.
Αν κάτι λοιπόν πρέπει να αφήσουν πίσω τους τα πρωτοφανή που βλέπουμε να συμβαίνουν τον καιρό αυτό στη Βουλή είναι, εκτός της ουσίας της υπόθεσης, και η συνειδητοποίηση, έστω με καθυστέρηση, ότι η σημερινή διαδικασία έχει δομικά προβλήματα και πρέπει να αλλάξει – στην επόμενη, πλέον, συνταγματική αναθεώρηση.

* Η Δ. Κολτσίδα είναι νομικός, πολιτική επιστήμονας και διευθύντρια Ινστιτούτου Νίκος Πουλαντζάς