Για τον Μάνο Ελευθερίου

manos-eleutheriou-630_0

Του Σπύρου Αραβανή

Στην είσοδο της πολυκατοικίας όπου έμενε ο Μάνος Ελευθερίου, υπάρχει μια γλάστρα με ένα ασθενικό φυτό. Μέσα στο χώμα καρφωμένο ένα χειρόγραφο σημείωμα με το γνωστό του γραφικό χαρακτήρα: «Μη μου κόψετε κι άλλο φύλλο, παρακαλώ, αλλιώς θα κοπεί το χέρι σας!» . Έτσι προϋπαντούσε όσους περνούσαν το κατώφλι του σπιτιού του, αυτούς τους δεκάδες επιφανείς, αλλά και αγνώστους που έμπαιναν καθημερινά στην κιβωτό του. Ένα σπίτι, όπως και οι προηγούμενες κατοικίες του, που όσο το αλάφραινε από βιβλία –δεκάδες χιλιάδες οι τόμοι που με ιώβεια υπομονή δώριζε χρόνια ολόκληρα, πάντα ιδίοις εξόδοις, στις βιβλιοθήκες της αγαπημένης του Σύρας και της Αστυπάλαιας– τόσο γεμάτο ήταν. Όπως και η μνήμη του. Όπως και η καρδιά του. Στα αλήθεια όμως πού έζησε ο Ελευθερίου; Έφυγε πραγματικά ποτέ από τη Σύρα του; Κι ας αναγκάστηκε να μεταναστεύσει στην Αθήνα από πολύ μικρός, όλη του η ζωή ήταν συνδεδεμένη με τις πρώτες του εκεί εμπειρίες. Εκεί επέστρεφε πάντα όταν ο νους και το σώμα του ήταν άλλου, πληγιασμένα από μικροψυχίες, απατεωνιές, θανάτους και στερήσεις που κάρφωναν οι άνθρωποι πάνω στο λιγνό κορμί του. Όσο δε γερνούσε, τόσο πιο γυρτός γινόταν, σαν να κουβαλούσε στην πλάτη του τα βάσανα και τις πίκρες όλου του κόσμου. Και όπως τα δέντρα προσφέρουν τα κλαδιά τους για να στηριχθούν τα πουλιά, έτσι κι αυτός προσέφερε τα δάχτυλά του για να μοιράσει όλο αυτόν τον μέσα του πλούτο «στους αλήτες πάντα συνεπής». «Τι κάνετε κ. Μάνο;», του έλεγα στο τηλέφωνο, «Τι να κάνω, έχω σηκωθεί από τα χαράματα και “βγάζω τα μάτια μου”», μού απαντούσε.
Κάθε λεπτό επικοινωνίας μαζί του καταργούσε το χωροχρόνο. Έπρεπε να έχεις ακέραιες όλες σου τις αισθήσεις, κρατημένη την ανάσα και τους παλμούς σου σε γρήγορο ρυθμό για να μπορείς να διασχίσεις μαζί του όλη αυτή τη διαχρονικότητα και διακειμενικότητα που χαρακτήριζε τη σκέψη του, απότοκα της απίστευτης ευρυμάθειας και της ασκημένης του μνήμης. Σου μιλούσε και –συνομιλούσε– για λογοτεχνικούς ήρωες σαν να ήταν πρόσωπα της διπλανής πόρτας. Για επώνυμα και ανώνυμα πρόσωπα του Εμφυλίου με λεπτομέρειες που μόνο ένας εξειδικευμένος ιστορικός θα μπορούσε να γνωρίζει. Την ίδια στιγμή θυμόταν ατάκες από επιθεωρησιακά νούμερα της δεκαετίας του ’50, στίχους από τραγούδια του Μεσοπολέμου, στιγμιότυπα από τις ζωές των μεγίστων ηθοποιών και καλλιτεχνών, ιδιωτικές συνομιλίες του με εξέχοντα πρόσωπα των γραμμάτων, αλλά και με τους καθημερινούς ανθρώπους που συναναστρεφόταν. Όλα τα έζησε μέχρι το μεδούλι τους και ας μη τα γνώρισε όλα ιδίοις όμμασι. Είχε όμως το ταλέντο του ραβδοσκόπου, να ανιχνεύει συνεχώς τα μέταλλα, ως υλικά της δικής του ιστορίας. Μια ιστορία γεμάτη από λέξεις. Όπως τα «καφενεία», τα «μαλάματα», το «χιόνι», τα «σπίτια», τα «αηδόνια», οι «φυλακές», το «τραγούδι», οι «άγγελοι», οι «φίλοι, ο «Παράδεισος», η «Παναγία», μερικά δηλαδή από τα ακρογωνιαία σύμβολα της στιχουργικής του παραγωγής. Γεμάτη από λογοτεχνικές επιρροές εγκιβωτισμένες μέσα στα γραπτά του. Τα Βιβλικά Κείμενα, το δημοτικό τραγούδι, ο Καβάφης, ο Σολωμός, ο Κάλβος, ο Παπαδιαμάντης, ο Μακρυγιάννης, ο Καρυωτάκης, οι γάλλοι καταραμένοι ποιητές, οι ρώσοι μυθιστοριογράφοι και αμέτρητοι άλλοι τιτάνες της ελληνικής και παγκόσμιας λογοτεχνίας. Γεμάτη από Ιστορία, αλλά και από μικρές ανθρώπινες ιστορίες. Γεμάτη και από θέατρο που το αγάπησε και είδε με τόσο πάθος.
Η μανία του, επίσης, για το διάβασμα, σαράκι που τον τρώει από τα μικράτα του. Διάβαζε μανιωδώς ό,τι έπιανε στα χέρια του, ακόμα και τις αμέτρητες ποιητικές συλλογές που του ταχυδρομούσαν καθημερινά. Το γνωρίζω, το βεβαιώνω, αφού έβλεπα σε κάθε βιβλίο που μου άνοιγε ή χάριζε, υπογραμμισμένα σημεία, άλλοτε με ένα θαυμαστικό, άλλοτε με ερωτηματικό και άλλοτε με έκδηλο τον εκνευρισμό του σημειώνοντας σε παρένθεση «sic!». Εξασκήθηκε άλλωστε και επαγγελματικά στην τέχνη του επιμελητή, χρόνια ολόκληρα βιοπορίστηκε από αυτό, ήξερε να διαβάζει ουσιαστικά και όχι διαγωνίως. Γιατί και ένα μόνο άξιο στίχο να εύρισκε σε κάποιο πολυσέλιδο βιβλίο, ήταν για αυτόν άλλος ένας θησαυρός για το «σεντούκι» του. Εκεί όπου έκλεινε τα χιλιάδες αντικείμενα που αγόραζε από τις δημοπρασίες ή από τα παλαιομάγαζα στο Μοναστηράκι. Και που μας τα έδειχνε με τη χαρά ενός μικρού αγοριού που παρουσιάζει τα καινούρια του παιχνίδια στους φίλους του.
Σε αυτούς τους φίλους, αμέτρητοι φαινομενικά, αφού ήταν προσβάσιμος σε όλους, καταδεκτικός και ευγενής, ελάχιστοι όμως ουσιαστικά και καλά ταξινομημένοι από τον ίδιο ως προς τη σημασία τους στη ζωή του και το αντίστροφο. Σε αυτούς μοίρασε με απόλυτη προσοχή και ευλάβεια τα μυστικά του, χαρτογράφησε με την ακρίβεια ενός υποψιασμένου οδοιπόρου το δρόμο των σωμάτων όπου πέρασε. Κι άφησε τα σημάδια του, στίγματα στις ζωές όσων τον γνωρίσαμε και αγαπήσαμε. Προπάντων όμως άφησε τις λέξεις του στα χείλη και στις ψυχές ενός ολόκληρου έθνους. Τραγουδήθηκαν τα εσώτερά του μέσα σε στάδια, μουσικές σκηνές, ταβέρνες και σπίτια. Γαντζώθηκαν από πάνω τους αγωνιστές και διαψευσμένοι, νέοι και ηλικιωμένοι, ερωτευμένοι και πληγωμένοι, εφοπλιστές και αδέκαροι, εγωμανείς και καταφρονημένοι. Όλοι δηλαδή όσοι τού έσφιγγαν καθημερινά αυτά τα αρυτίδωτα μέχρι το τέλος λευκά και καλοσχηματισμένα χέρια, με τα μακριά του δάχτυλα και όλοι όσοι δεν τον γνώρισαν ποτέ εξ επαφής. Κέρδισε τη ζωή του, μια δύσκολη ζωή, η οποία μετά τα πενήντα του χρόνια τού έδωσε αναπνοές χαράς, χόρτασε τιμές και αφιερώματα, αγαπήθηκε ως ένας κοσμοκαλόγερος φύσει και θέσει. Προπάντων όμως κέρδισε το μέλλον. Αυτός, ένα αρρωστομανής που κατέγραφε στα ημερολόγιά του με πάσα λεπτομέρεια κάθε είδους αρρώστια και φάρμακα που έπαιρνε από τη δεκαετία του ’70. Αυτός, που κατάφερε να ξορκίσει τη φθορά που τόσο τον τρόμαζε, όχι μέσα σε ένα γηροκομείο ανήμπορος, όπως το φοβόταν, αλλά προδομένος από την καρδιά του σταλάζοντας μέχρι και την ύστατη ρανίδα του αίματός του στον κόσμο.
Στην τελευταία μας δια ζώσης συνάντηση, λίγο καιρό πριν το θάνατό του, τον μετέφερα με το αυτοκίνητό μου σε μια τράπεζα. Ήταν ένα μεσημέρι πολύ θερμό και βγαίνοντας αυτός από το αμάξι τού είπα περιπαικτικά: «Δεν θα αργήσετε στην τράπεζα, ως ηλικιωμένος θα έχετε προτεραιότητα…». Με κοίταξε με εκείνο το παιχνιδιάρικό του βλέμμα και με το αινιγματικό του πάντα χαμόγελο. Ξέραμε και οι δύο πως κάτι τέτοιο δεν θα ίσχυε. Ήταν πάντα ο πιο νέος από όλους μας.

Σταχυολογήσαμε κάποια λόγια που έγραψαν συνοδοιπόροι και φίλοι του

Ηταν η πρώτη είδηση της μέρας μου. Το τελευταίο ταξίδι του Μάνου Ελευθερίου… Κατέταξα την ημερομηνία (22/7/2018) στις σημαντικές ημερομηνίες για ολόκληρο το έθνος, όπως οι ημερομηνίες γέννησης και θανάτου των μεγάλων ποιητών (Σολωμού, Καβάφη, Ελύτη, Σεφέρη, Ρίτσου, Λειβαδίτη κ.ά.). Ποιητής, στιχουργός, πεζογράφος, ερευνητής, ραδιοφωνικός παραγωγός εκπομπής στον 9,84, αρχειοθέτης σε γκραβούρες, σχεδιαστής-επιμελητής παιδικών βιβλίων. Ίσως να ξέχασα και άλλες ιδιότητές του. Ένας πολυπράγμων, πολυδιάστατος μέντορας για πολλούς δημιουργούς, στον οποίο, όσοι γνώρισαν από κοντά, θαύμαζαν το λεπτό-διαπεραστικό χιούμορ και την οξύνοιά του. Όσοι θα θελήσουν να διαβάσουν για τον Μάνο Ελευθερίου, θα βρουν εύκολα πολλά και διάφορα αφιερώματα και συνεντεύξεις και θα μπορέσουν να δημιουργήσουν το δικό του πορτρέτο. Ναι, η ελληνική κοινωνία σήμερα, έχασε μια σπουδαία προσωπικότητα του πνευματικού της κόσμου. Η χώρα ορφάνεψε. Έχασε έναν από τους χυμούς που τροφοδοτούσε την πατρίδα με πνεύμα και τραγούδια, αφήνοντας συχνότατα το στίγμα του στις συνειδήσεις μας. Η παρέα μαζί του ήταν πάντα μια διαφορετική απόλαυση. Για όποιον διέκρινε το πάντα υπόγειο χιούμορ του και τη διεισδυτική του ματιά στα διάφορα θέματα της ζωής, η παρέα μαζί του, επαναλαμβάνω, θα παραμείνει αξέχαστη. Εραστής τού διαχρονικού, ασχολήθηκε με τη θεατρική ελληνική ιστορία από τα χρόνια του ’40 και ’50 αποτυπώνοντας συγγραφικά και μυθιστορηματικά παλαιές θεατρικές προσωπικότητες, καθώς και τις εποχές εκείνων. Πολλά, πάρα πολλά στοιχεία πλημμυρίζουν τη βιογραφία και εργογραφία του Μάνου.
Είμαι -δυστυχώς- από τους λίγους τραγουδοποιούς που δεν έγραψε ούτε ένα τραγούδι σε στίχους του! Όταν του το ανέφερα εκείνος, πάντα αστειευόμενος, μου έλεγε: «Ηρέμησε. Κάποια αόρατη δύναμη μάς προστατεύει από την κακιά στιγμή…». Θαυμάζω και ζηλεύω τα τραγούδια συναδέλφων μου που πήραν στίχους του και τους δούλεψαν. Τραγούδια τα οποία θα συντροφεύουν την κοινωνία και την ψυχή μας, ποιος ξέρει για πόσα χρόνια… Για μια μεγάλη περίοδο, όσο δούλευα στον ραδιοφωνικό σταθμό 9,84, είχα την τύχη, την ίδια ημέρα, μια ώρα μετά, να τον συναντώ. Ερχόταν πάντα αθόρυβα, προσεκτικά και εναπόθετε τους δίσκους και τις σημειώσεις του στο τραπέζι. Ήταν πάντα διακριτικός και ευγενής μιας παλαιότερης κουλτούρας του όρου «ευγένειας». Πάντα… λαλίστατος για θέματα που δεν αφορούσαν σημερινούς ανθρώπους, αλλά παλαιότερων γενεών. Είχε ασφαλώς διαβάσει και ερευνήσει πάρα πολλά στοιχεία για τις ζωές και τις επί μέρους λεπτομέρειες παλαιών θεατρικών προσωπικοτήτων. Ποιητών, λογοτεχνών, συνθετών, ζωγράφων, σκηνοθετών κ.λπ. Πέρασαν δεκάδες χρόνια δημιουργικής ζωής.
Την Τρίτη, 24 του μηνός, βρεθήκαμε όλοι στο Α’ Νεκροταφείο της Αθήνας και τον χαιρετήσαμε για τελευταία φορά με ένα δάκρυ κρυφό… Ομολογώ πως δεν ξέρω με ποιον τρόπο να εκφράσουμε την ευγνωμοσύνη, την αγάπη και την τρυφερότητά μας σε αυτά τα 80 χρόνια τού πνευματικού μας ταγού. Επειδή ήταν κατεξοχήν λιτός και απέριττος, είμαι σίγουρος πως θα μας παρακολουθεί με αγωνία από τους ουρανούς, που τώρα θα κατοικεί, για να δει αν θα συμπεριφερθούμε όπως του πρέπει, με τη σεμνότητα και την τρυφερότητα που τον χαρακτήριζε και του αξίζει… Δεν ξέρω αν είναι σχολιάκι αυτό. Είναι όμως μια προσωπική ανάγκη να αναφερθώ σ’ αυτόν τον ευπατρίδη του ελληνισμού ο οποίος κατέγραψε την ελληνική κοινωνία με τα τραγούδια και τα πνευματικά πονήματά του… Με αυτή την έννοια, πιστέψτε με, ο Μάνος Ελευθερίου θα είναι πάντα εδώ…

Νότης Μαυρουδής, μουσικός /συνθέτης

 

Ο Μάνος Ελευθερίου, μαζί με τον Λευτέρη Παπαδόπουλο, ήταν/είναι οι δύο εκφραστές μιας ολόκληρης εποχής που παρήλθε ανεπιστρεπτί για το ελληνικό τραγούδι. Βλέπεις τις απόπειρες ορισμένων αξιόλογων νέων στιχουργών και σκέφτεσαι πόσο δύσκολο είναι πια οι άνθρωποι αυτοί να αφήσουν έργο, τόσο άρτιο ποσοτικά και ποιοτικά σαν του Ελευθερίου. Τότε υπήρχαν η γενιά του 1-1-4, η χούντα, η Μεταπολίτευση, η επίπλαστη ευμάρεια του ΠΑΣΟΚ στη συνέχεια. Οι στόχοι ήταν συγκεκριμένοι, πάντα με εμβόλιμες τις εμμονές για κάποιον Αμλετ -αιώνιο σύμβολο της ποιητικής τέχνης. Υπήρχαν όμως και μια κραταιά δισκογραφία, ένας Θεοδωράκης, ένας Μαρκόπουλος και ένας Σπανός στο ζενίθ της δημιουργίας τους. Εύχομαι κάθε επίδοξος νέος στιχουργός να έχει φάρο του τα Μαλαματένια Λόγια του Μάνου Ελευθερίου. Είναι μία τεράστια απώλεια όχι μόνο για το τραγούδι, αλλά και για τη νεοελληνική γραμματεία.

Αντώνης Μποσκοΐτης, σκηνοθέτης/δημοσιογράφος

 

Ο Μάνος Ελευθερίου είναι ο μεγάλος ποιητής του Ελληνικού τραγουδιού . Το προίκισε με στοχασμό, ιστορικότητα, ευαισθησία αλλά ταυτόχρονα και λαϊκότητα. Πέρα από τη σπουδαία δεξιότητα που είχε στην τέχνη του, εκείνο που κάνει έναν καλλιτέχνη μεγάλο είναι η ματιά και η συνομιλία του με την εποχή του όσο και το παίδεμα του με τα αειθαλή ερωτήματα της ύπαρξης.

Οδυσσέας Ιωάννου, στιχουργός

 

Φίλε Μάνο! Η ζωή εδώ συνεχίζεται! Δυστυχώς η Ελλάδα καίγεται, οι Έλληνες καίγονται, η Αττική καίγεται! Τόσες σιωπές, Ιούλιος 1978 Ιούλιος 2018!  Και λείπουν όλοι. Εκτός από εσένα γιατί εσύ έχεις γίνει τραγούδι.
Μάνο μου εδώ απόψε, περιπολούν τα φεγγάρια, πυρπολημένες και οι ψυχές των ανθρώπων.
Πρόσεχε! Ναι! Απ’ το βαθύ σκοτάδι, της άβυσσος, πηγάζει ο σπαραγμός του βίου και της ποιήσεως μας! Είπες! Η ηδονή της μνήμης, οι φίλοι, κι ο λόγος της νυχτός απόψε καταγγέλλουν
τον έρωτα, τον ύπνο και το θάνατο! Ζητώντας αναψηλάφηση
της δίκης, της περιπέτειας του βίου και της ποιήσεως σου!
Όσο για σε, ευψύχει φίλε μου, όπου κι αν ταξιδεύεις τώρα!

Δημήτρης Ταλαγάνης, ζωγράφος

 

Με το «Τρένο για την Κατερίνη», το «Σεργιάνι μας στον κόσμο», με τα «Λόγια και τα χρόνια τα χαμένα», με τη «Δίκοπη ζωή» και τόσα άλλα ταξιδεύει πια ως ένας άλλος «Άμλετ» στη Σελήνη. Θα θυμάμαι για πάντα Μάνο τις εξομολογήσεις μας στο τελευταίο μας τηλεφώνημα πριν λίγες μέρες. Θα τις κρατώ καλά φυλαγμένες ανάμεσα στα πολύτιμα της ζωής μου, Μάνο μου, γλυκέ μου Μάνο, που είσαι πια «πουλί και κυνηγός στις μαύρες λαγκαδιές του Παραδείσου».

Θάνος Μικρούτσικος, συνθέτης