Για τον Νίκο Ζαλαώρα


Του Θωμά Τσαλαπάτη

Τους συγγενείς δεν τους επιλέγεις. Ιδιαίτερα αυτούς μακριά από το στενό κύκλο που μπορεί να έχουν τελείως άλλα χαρακτηριστικά. Πάντοτε ξεχωρίζεις κάποιους, πάντοτε συγχωρείς κάποιους άλλους, κάποιους απλώς τους ανέχεσαι. Τους φίλους τους επιλέγεις. Για όσο. Και τέλος υπάρχει μια άλλη κατηγορία, μια ενδιάμεση κατηγορία, ανθρώπων που γνωρίζεις όλη σου τη ζωή και υπάρχουν στη ζωή σου με τη βεβαιότητα και την αγάπη της πιο κοντινής οικογένειας. Ένας τέτοιος άνθρωπος υπήρξε για μένα ο Νίκος Ζαλαώρας. Ο νονός μου, που έφυγε στα τέλη του Ιουλίου, στα 73 του χρόνια χτυπημένος από καρκίνο.
Για τον Νίκο θα μπορούσαν να γραφτούν (και γράφτηκαν) πολλά. Για την πορεία του στη δημοσιογραφία, για τα κείμενά του, για το γεγονός πως υπήρξε ένας από τους πρώτους που έκανε οικολογικό ρεπορτάζ στην Ελλάδα. Για την πορεία του στην αριστερά, τη δουλειά του στην Αυγή, για το βιβλίο του «Τα Δάση. Μια σιωπηλή τραγωδία ή το τέλος της ζωής». Αυτό όμως που νοιώθω εγώ ως ανάγκη είναι να γράψω για τον άνθρωπο που γνώρισα, γιατί ήταν ένας άνθρωπος ξεχωριστός. Όχι ξεχωριστός γενικά, αλλά ξεχωριστός διαρκώς.
Η πρώτη ανάμνηση που έχω από τον Νίκο είναι η μυρωδιά του ξύλου από το γραφείο του στο παλιό σπίτι που έμενε τότε με την νονά μου την Έλλη. Τη θαλπωρή της μυρωδιάς αυτής, για χρόνια μετά, εκεί όπου η παιδική ανάμνηση συναντάει την ασφάλεια. Και νομίζω πως τελικά δεν είναι τυχαίο, γιατί θα θυμάμαι τον Νίκο ως κάποιον με τον οποίο συζητούσαμε διαρκώς για βιβλία, για άρθρα και για διαβάσματα. Μέχρι και την τελευταία φορά που τον είδα πριν να έρθει η καραντίνα και να χειροτερέψει η κατάστασή του.
Αν υπάρχει μια λέξη για να τον περιγράψω αυτή θα ήταν η λέξη δοσμένος. Δοσμένος στις κουβέντες και τις ανθρώπινες σχέσεις, δοσμένος στο ενδιαφέρον του για τους γύρω του, δοσμένος στην αγανάκτηση για τις διάφορες εκδοχές του νεοελληνικού παραλόγου. Πάντοτε χαμογελαστός, με ένα γέλιο βαθύ που σε έκανε να θες να τον κάνεις να γελάσει. Πάντα παρών σε ό,τι σου συνέβαινε, καλό ή κακό, μεγάλο ή μικρό. Πάντα διακριτικός για τα δικά του, να μιλά μόνο όταν τον ρωτούσες. Για την οικολογία, για παράδειγμα, δεν θυμάμαι να μιλάμε -γιατί ήσουν μικρός τότε και μόνο η πόλη σε ενδιέφερε- θυμάμαι όμως όταν πηγαίναμε μαζί διακοπές τις άπειρες περιγραφές των περιπάτων του στο δάσος νωρίς το πρωί, τη γνώση του για τα δέντρα, τους κορμούς και τα φύλλα και τόσα ακόμα. Η οικολογία ως αγάπη, το διάβασμα ως αγάπη, η σχέση με τους ανθρώπους ως αγάπη. Αυτή την αγάπη για τη ζωή που κάνει το θάνατό του να μοιάζει ακατανόητος για όσους τον γνώρισαν. Η αγάπη του προς την Έλλη, προς τους φίλους του, προς τους γονείς μου. Ο ενθουσιασμός με τον οποίο αγκάλιασε τον ελεύθερο χρόνο μετά τη συνταξιοδότησή του. Ο ενθουσιασμός με τον οποίο συνέλεγε εμπειρίες. Η ηρεμία με την οποία μιλούσε για τα προβλήματα υγείας του. Οι συμβουλές που σου έδινε για τα άρθρα, τα γραπτά σου, η χαρά με την οποία σου πρότεινε ένα νέο βιβλίο.
Το κείμενο αυτό δεν έχει συνοχή το ξέρω. Όπως δεν έχουν και οι αναμνήσεις, τα συναισθήματα, ή το πέρασμα από τον ενεστώτα στους παρελθοντικούς χρόνους, αυτή η γραμματική της απώλειας.
Νίκο μου, η φράση που θα γράψω μου φαίνεται ακόμη ακατανόητη αφού ακόμα αδυνατώ να ταυτίσω το πρόσωπό σου με το θάνατο: Αντίο Νίκο, με την αγάπη της πιο κοντινής οικογένειας.

tsalapatis.blogspot.com