Για τον παππού μου, Αντόνιο Γκράμσι

gramsci5

Είναι γνωστό ότι ο Γκράμσι είχε συγγενείς στη Ρωσία. Για πολλές δεκαετίες, όμως, μετά το θάνατό του, λίγα ήταν γνωστά για την τύχη τους ή για τις σχέσεις που είχε ο ίδιος μ’ αυτούς πριν και μετά τη φυλάκισή του. Με την πτώση της ΕΣΣΔ, η μερική πρόσβαση στα δημόσια αρχεία έριξε νέο φως σ’ αυτή την πλευρά της ζωής του. Η σημαντικότερη πηγή ήταν ο εγγονός του, Αντόνιο, που γεννήθηκε το 1965, και στη συζήτηση που δημοσιεύουμε εδώ περιγράφει πώς γοητεύτηκε από τη φιγούρα του παππού του κατά τη διάρκεια μια επίσκεψης στην Ιταλία στις αρχές της δεκαετίας του 1990 και πώς ξεκίνησε τη συλλογή όσων τεκμηρίων μπορούσε να βρει γι’ αυτόν. Τα τεκμήρια αυτά προέρχονται κυρίως από την εκτεταμένη αλληλογραφία της οικογένειας Σουχτ που είχε πέντε κόρες, μεταξύ των οποίων η Τζούλια, μητέρα των δύο παιδιών του Γκράμσι και μπολσεβίκα, η Ευγενία και η Τάνια, που υπήρξε το βασικό στήριγμα του Γκράμσι στην Ιταλία κατά τη διάρκεια της φυλάκισής του. Στο βιβλίο του «La Storia di una famiglia rivoluzionaria» (2014) ο Αντόνιο Γκράμσι ο νεώτερος ξαναδιηγείται την ιστορία της οικογένειας Σουχτ από την τελευταία τσαρική περίοδο, όταν ο Λένιν ως οικογενειακός φίλος βάφτισε μια από τις πέντε αδερφές, ως και μετά το τέλος της σταλινικής περιόδου, όταν η Τζούλια έκανε έκκληση στον Χρουστσόφ για την επανένταξη της Ευγενίας, που κάποτε ήταν γραμματέας της Κρούπσκαγια, στο κόμμα. Στο κείμενο που ακολουθεί ο εγγονός του Γκράμσι σχολιάζει τους αντίθετους χαρακτήρες του πατέρα του και του θείου του, Τζουλιάνο και Ντέλιο, περιγράφει μια άγνωστη μέχρι τώρα συνάντηση του παππού του με τον Λένιν και διαψεύδει μερικούς από τους μύθους που ξεπήδησαν σχετικά με τα τελευταία χρόνια του Γκράμσι.

 

gramsci

Του Αντόνιο Γκράμσι, του νεότερου

Πριν την πτώση της Σοβιετικής Ένωσης ο παππούς μου μου ήταν άγνωστος, μια φιγούρα τυλιγμένη στο πέπλο του μύθου. Αυτό οφειλόταν στον πατέρα μου, τον Τζουλιάνο, που ήταν ένας μεγάλος ρομαντικός —ένας ταλαντούχους μουσικός και συνθέτης, φοιτητής ιστορίας της τέχνης, ειδικά της Ιταλικής Αναγέννησης, λογοτεχνίας και ποίησης. Έμοιαζε λίγο σαν να προσπαθούσε να κρυφτεί μέσα στους κλασικούς, όχι μόνο λόγω της έφεσής του, αλλά και εξαιτίας των φρικαλεοτήτων του 20ου αιώνα, των οποίων ήταν μάρτυρας και από τις οποίες είχε οδυνηρές αναμνήσεις, με χειρότερη αναμφισβήτητα την απώλεια του πατέρα που δεν γνώρισε ποτέ και πάντα έψαχνε. Παρά τις γνώσεις του και την αγάπη για τον πατέρα του, δεν είχε πολιτικό αισθητήριο και συχνά έλεγε: «Ανάθεμα την πολιτική, γιατί έπρεπε να ασχοληθεί μ’ αυτή; Γιατί δεν ακολούθησε τη συμβουλή του καθηγητή Μπαρτόλι να γίνει γλωσσολόγος, όταν είχε τόσο υποσχόμενο μέλλον εκεί;». «Μα, μπαμπά», απαντούσα αστειευόμενος, «δεν θα βρισκόσουν εδώ, αν το έκανε αυτό!».
Ο Ντέλιο, ο μεγαλύτερος αδερφός του πατέρα μου, ήταν διαφορετικός. Πλοίαρχος στο Ναυτικό, εκπαιδευτής βολών και μέλος του ΚΚΣΕ, είχε μεγάλες πολιτικές φιλοδοξίες. Από την οικογενειακή αλληλογραφία προκύπτει ότι σκεφτόταν πολύ σοβαρά να πάει στην Ιταλία για να ηγηθεί της αντίστασης. Ήθελε να συμμετάσχει στη συγκρότηση του μελλοντικού ιταλικού Ναυτικού, θεωρώντας ότι μετά την πτώση του φασισμού, η Ιταλία θα ήταν σοσιαλιστική. Με άλλα λόγια ο Ντέλιο ήθελε να ασπαστεί το ιδανικό που οδήγησε στο θάνατο του πατέρα του. Ίσως οι φιλοδοξίες αυτές να ενθαρρύνονταν από τον Τολιάτι, που παράλληλα με τη συνεχή βοήθεια προς την οικογένεια, διατηρούσε και μια συστηματική αλληλογραφία με τον μεγαλύτερο γιο του Γκράμσι. Πολλά χρόνια αργότερα, όταν ο θείος μου μας επισκέφθηκε, έγινα, χωρίς να το θέλω, μάρτυρας των έντονων λογομαχιών μεταξύ των αδερφών Γκράμσι, δυο αντρών τόσο διαφορετικών μεταξύ τους.
Συχνά επισκεπτόμουν με τους γονείς μου τη γιαγιά μου, Τζούλια Σουχτ, που μέχρι το 1980 ζούσε σε ένα σανατόριο για ηλικιωμένους μπολσεβίκους στο Περεντέλκινο, έξω από τη Μόσχα. Αν και κλινήρης, είχε πνευματική διαύγεια μέχρι τέλους και ενδιαφερόταν για τις ζωές των αγαπημένων τους και για τα όσα συνέβαιναν στον κόσμο. Δεν θυμάμαι να αναφέρει ποτέ αναμνήσεις της από τον παππού μου. Μιλούσε γι’ αυτόν σπάνια, σε επιστολές προς Ιταλούς συγγενείς και κατά τη διάρκεια συνεντεύξεων. Όσο ζούσε στο σπίτι μας, έφτιαξε ένα πρόχειρο μουσείο με τα προσωπικά αντικείμενα του Γκράμσι. Σε μια μεγάλη γυάλινη προθήκη με τέσσερα ράφια βρίσκονταν τοποθετημένα ένα παραδοσιακό σαρδηνιακό πλεκτό κέντημα και ξύλινα μαχαιροπίρουνα που είχε φτιάξει ο ίδιος, μια πίπα και άλλα αντικείμενα. Ανακαλώ αυτά τα παλιά πράγματα, γεμάτα μυστήριο, σαν αστείρευτη πηγή έμπνευσης για τη φαντασία μου. Τα περισσότερα δωρήθηκαν από την οικογένεια στο Μουσείο Γκράμσι, που στεγάζεται στο γονεϊκό του σπίτι στην πόλη Γκιλάρτσα της Σαρδηνίας. Κρατήσαμε, ωστόσο, μερικά στο σπίτι σαν οικογενειακά κειμήλια (το τασάκι που ως μανιώδης καπνιστής είχε ο παππούς μου μαζί του μέχρι το τέλος ή το αντίτυπο του «Ηγεμόνα» του Μακιαβέλι, με τη συχνή παρουσία στα «Τετράδια Φυλακής»).

Το ενδιαφέρον για τον Γκράμσι

Πριν είκοσι χρόνια η Σοβιετική Ένωση κατέρρευσε. Τότε ήταν που άρχισα να ενδιαφέρομαι για τον παππού μου. Το ΙΚΚ και το Ινστιτούτο Γκράμσι διοργάνωσαν ένα ταξίδι στην Ιταλία για μένα και τον πατέρα μου για τη συμπλήρωση εκατό χρόνων από τη γέννησή του. Μείναμε στην Ιταλία περίπου έξι μήνες, επισκεπτόμενοι όλα τα μέρη που έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στη ζωή του Αντόνιο Γκράμσι, από τη Σαρδηνία μέχρι το Τούρι. Κατά τη διάρκεια αυτών των μηνών, εντρύφησα στον ιταλικό πολιτισμό και συνειδητοποίησα πόσο επηρεασμένος είναι από τον παππού μου. Πίσω στη Ρωσία, γεμάτος ενθουσιασμό, ξεκίνησα να μελετάω συστηματικά την ιταλική γλώσσα και επίσης διάβασα τα λιγοστά μεταφρασμένα έργα του στα Ρωσικά. Το ενδιαφέρον μου για τη σκέψη του Γκράμσι μεγάλωσε ακόμα περισσότερο όσο προσπαθούσα να αντιληφθώ τι συνέβη στη χώρα μου μέσα από το πρίσμα της σκέψης του.
Το αποφασιστικό βήμα μου προς τη σκέψη του Γκράμσι έγινε τη δεκαετία του 2000, όταν σε συνεργασία με το Ινστιτούτο Γκράμσι ξεκίνησα να μελετώ την ιστορία της ρωσικής του οικογένειας, χωρίς τότε να αντιλαμβάνομαι ότι αυτές αποσπασματικές προσπάθειες θα μετατρέπονταν σε πραγματικό ερευνητικό εγχείρημα. Ελπίζω μέσω αυτού να συμβάλω και εγώ στη διήγηση τόσο της ιστορίας της χώρας μου όσο και της ζωής του παππού μου. Η οικογένεια της Τζούλιας Σουχτ είχε μεγάλη συνεισφορά και στις δύο. Αφενός γιατί πρόκειται για μια οικογένεια της ρωσικής διανόησης, με ευγενές παρελθόν, που πρόδωσε την τάξη της στο όνομα της Επανάστασης, απομακρύνθηκε από τις κοινωνικές της καταβολές και προσπάθησε να αγκαλιάσει το νέο αξιακό σύστημα της χώρας. Αφετέρου γιατί άφησε έντονο το αποτύπωμά της στη ζωή του παππού μου σε προσωπικό και πολιτικό επίπεδο. Αυτή η ασυνήθιστη οικογένεια ήταν ο κρίσιμος κρίκος που συνέδεσε τόσο έντονα τον Γκράμσι με την επαναστατική Ρωσία. Και η Ρωσία, είναι το κλειδί για μερικά από τα πιο ενδιαφέροντα και αινιγματικά επεισόδια της ζωής του Γκράμσι. Επιτρέψτε μου να αναφερθώ σε μερικά απ’ αυτά.

Η συνάντηση με τον Λένιν

Το πρώτο αφορά τη σχέση Γκράμσι-Λένιν. Ήταν ήδη γνωστό τη δεκαετία του 1970 ότι ο ηγέτης των Μπολσεβίκων είχε συναντήσει τον μελλοντικό, τότε, ηγέτη των Ιταλών Κομμουνιστών το 1922. Γνωρίζουμε από σοβιετικό αρχειακό υλικό ότι οι δυο άντρες συναντήθηκαν στο γραφείο του Λένιν στο Κρεμλίνο στις 25 Οκτωβρίου 1922. Η καταγραφή στα Βιογραφικά Αρχεία του Λένιν, που πρωτοδημοσιεύθηκαν το 1972, περιλαμβάνει μια λίστα των ζητημάτων που τους απασχόλησαν στη συνάντηση αυτή, όλα τους πολύ σημαντικά: η ιδιαιτερότητα της Νότιας Ιταλίας, η κατάσταση του Ιταλικού Σοσιαλιστικού κόμματος και η πιθανότητα της ενσωμάτωσης του στους Κομμουνιστές. Την περίοδο που τα Αρχεία προετοιμάζονταν για έκδοση, ανατέθηκε στον πατέρα μου από το Ινστιτούτο Μαρξισμου-Λενινισμού να βρει επιπλέον αναφορές γι’ αυτή την ιστορική συνάντηση με τη βοήθεια των Ιταλών κομμουνιστών. Η μόνη απάντηση ήρθε από την Καμίλα Ραβέρα, που παρέδωσε τη λεπτομερή έκθεση που ο ίδιος ο Γκράμσι της είχε δώσει, και εξέφρασε την υπόθεση ότι πιθανότατα ήταν αυτή η συνάντηση που έπεισε το Λένιν να κάνει τον παππού μου ηγέτη των Ιταλών Κομμουνιστών και όχι τον Αμαντέο Μπορντίγκα, ο οποίος τον είχε απογοητεύσει με την άκαμπτη και διασπαστική νοοτροπία του. Γιατί, όμως, η Ραβέρα δεν το ανέφερε αυτό στα απομνημονεύματά της, που εκδόθηκαν λίγους μήνες αργότερα; Γιατί διέλαθε της προσοχής όλων των βιογράφων του Γκράμσι, ακόμα και του επιφανούς Τζιουζέπε Φιόρι; Και γιατί δεν το ανέφερε ποτέ ο ίδιος ο Γκράμσι σε κάποια επιστολή ή άρθρο του, παρά το μεγάλο θαυμασμό που έτρεφε για τον Λένιν και τους ισχυρούς δεσμούς φιλίας των οικογενειών Σουχτ και Ουλιάνωφ; Ίσως αυτή η παράξενη σιωπή να σχετίζεται με την ευπρέπεια που επέδειξε ο παππούς μου προς τον Μπορντίγκα, τον οποίο σεβόταν πολύ ως τον πραγματικό ιδρυτή του Κομμουνιστικού Κόμματους, παρά τις πολιτικές τους διαφωνίες και εκτιμούσε σαν φίλο.

Η απελευθέρωσή του και οι Σοβιετικοί

Το δεύτερο θέμα έχει να κάνει με τις προσπάθειες να ελευθερωθεί ο Γκράμσι. Και εδώ, επίσης, η αλήθεια δεν είναι γνωστή. Ούτε και εγώ βρήκα κάτι σημαντικό στο οικογενειακό μας αρχείο. Η πιθανότερη εξήγηση είναι ότι παρά τη σημαντική υλική υποστήριξη προς τον φυλακισμένο, οι σοβιετικές αρχές δεν ασχολήθηκαν σοβαρά με την απελευθέρωσή του από τη φασιστική φυλακή. Το μεγαλύτερο μυστήριο αφορά τους τελευταίους μήνες του παππού μου, από το τέλος του 1936 μέχρι το θάνατό του. Παρά την έρευνα που έχει πραγματοποιηθεί δεν έχουμε ακόμα απάντηση στην απλή, αλλά σημαντική, τόσο ιστορικά όσο και βιογραφικά, ερώτηση: τι σκόπευε να κάνει μόλις ελευθερωθεί; Σύμφωνα με μία υπόθεση, ο Γκράμσι ήθελε άδεια από τις ιταλικές αρχές για να εκπατριστεί στη Σοβιετική Ένωση, όπου θα μπορούσε να επανενωθεί με την οικογένειά του και ίσως να συνεχίσει τον αγώνα του. Η υπόθεση αυτή, που βασίζεται στην κατάθεση του Πιέρο Σράφα, υπεραπλουστεύει, κατά τη γνώμη μου, την πραγματικότητα. Η αλληλογραφία της Τατιάνας από εκείνη την περίοδο επιτρέπει μια ακριβέστερη αναπαράσταση των γεγονότων. Παρομοίως, τα ντοκουμέντα των Ρωσικών Κρατικών Αρχείων παρουσιάζουν μια περιπλοκότερη εικόνα. Σύμφωνα μ’ αυτά, αντιπρόσωποι των σοβιετικών υπηρεσιών ασφαλείας, της ΝιΚαΒεΝτε, ζήτησαν από τον Γκράμσι να τους πει ότι ήξερε για τους τροτσκιστές της Ιταλίας. Επέμειναν επί δύο μήνες, από τα τέλη του 1936 μέχρι τις αρχές του 1937, και η απάντηση του Γκράμσι ήταν ότι έπρεπε να οικοδομήσουν καλές σχέσεις με τους αξιωματούχους της ιταλικής πρεσβείας, ώστε να μάθουν ότι θέλουν.
Σ’ αυτό το σημείο προκύπτουν νέα ερωτήματα: κατέστησαν οι σοβιετικές αρχές, επίσημα ή όχι, προϋπόθεση για μια πιθανή επιστροφή του στη Μόσχα τη συνεργασία του με τις μυστικές υπηρεσίες; Ή απλά ήθελαν να γνωρίζει, εμμέσως, ότι ακόμα κουβαλούσε το στίγμα του συμπαθούντα τους τροτσκιστές, με δεδομένη την επιστολή υπεράσπισης του Τρότσκι προς την κεντρική επιτροπή του ΚΚΣΕ, τον Οκτώβριο του 1926; Όπως και να ‘χει, ήταν τότε που ο Γκράμσι έγραψε ένα γράμμα στην οικογένειά του στη Σαρδηνία, παρακαλώντας τους να του βρουν επειγόντως ένα δωμάτιο στο Σάντο Λουσούρτζιου. Τι ήθελε, όμως, να κάνει στη Σαρδηνία; Στις 24 Μαρτίου του 1937 σε επιστολή της στην Ευγενία, η Τατιάνα έγραψε: «Ο Αντόνιο θεωρεί ότι θα ήταν ευκολότερο να δραπετεύσει από τη Σαρδηνία και όχι από την Ιταλία. Δεν πρέπει να το αναφέρουμε καθόλου, διαφορετικά θα βγούνε φήμες». Πώς να ερμηνεύσουμε αυτό το απόσπασμα; Είναι απίθανο να μπορούσε ο Γκράμσι να δραπετεύσει. Πιστεύω ότι ο παππούς μου εμμέσως προειδοποιούσε τις σοβιετικές αρχές ότι δεν σκόπευε να μείνει στην Ιταλία, αλλά να αποσυρθεί από την πολιτική δράση, όπως είχε κάνει λίγα χρόνια νωρίτερα ο Μπορντίγκα. Ίσως η κατάθεση του Σράφα υπηρετούσε τον ίδιο σκοπό. Ωστόσο, ο Σράφα είχε την ευκαιρία να δει τον Γκράμσι το 1936 και τον ενημέρωσε για τις τελευταίες εξελίξεις σχετικά με τις δίκες της Μόσχας, τις πρώτες μιας μεγάλης σειράς, που ολοκληρώθηκαν με τη θανατική καταδίκη των στενότερων συνεργατών του Λένιν, μερικοί από τους οποίους είχαν κατηγορηθεί ως τροτσκιστές. Η αντίδραση του Γκράμσι ήταν μια σιωπή που πιθανότατα έκρυβε απελπισία και απογοήτευση. Επέλεξε να σιωπήσει για να μην θέσει σε κίνδυνο τον εαυτό του ή την οικογένειά του. Από την αλληλογραφία της Τατιάνας είναι ξεκάθαρο ότι η υγεία του παππού μου ήταν απελπιστική και ότι ο ίδιος το γνώριζε. Αυτό, επίσης, καθιστούσε απίθανη την ενδεχόμενη μεταφορά του στη Ρωσία. Ο Γκράμσι ήθελε η Τζούλια και τα παιδιά του να τον επισκεφθούν πριν πεθάνει. Μέχρι την αρχή του 1936 o Γκράμσι, όντως, σχεδίαζε τον εκπατρισμό του στη Σοβιετική Ένωση. Από το τέλος του 1936, όμως, η επιδείνωση τόσο της υγείας του όσο και του πολιτικού κλίματος στη Ρωσία οδήγησε σε μια ριζική αλλαγή πλεύσης, προκρίνοντας την αποστράτευσή του στον τόπο καταγωγής του.

Προς υπεράσπιση της κληρονομιάς του

 

gramsci3

Η σχέση με τον παππού μου υπερβαίνει το ενδιαφέρον μου για τη ζωή και τις ιδέες του. Ως εγγονός του νιώθω, τρόπον τινά, μαθητής του. Νιώθω την υποχρέωση να υπερασπιστώ απέναντι σε χειραγωγήσεις και εικοτολογίες τη μνήμη του και το σκοπό για τον οποίο έχασε τη ζωή του. Οι προσπάθειες παρουσίασης του Γκράμσι ως πολέμιου του κομμουνιστικού κινήματος ή ακόμα και θύματος του κομμουνισμού έχουν πρόσφατα ενταθεί. Λέγεται για παράδειγμα, ότι η Σοβιετική Ένωση και η ρωσική οικογένειά του τον εγκατέλειψαν. Ότι ήταν το ιταλικό υπουργείο εσωτερικών που πλήρωσε την πολύ ακριβή θεραπεία του το διάστημα από το 1934 ως το θάνατό του. Τώρα, μετά την ανακάλυψη των γραμμάτων της Τατιάνας προς την οικογένειά του, ξέρουμε ότι δεν είναι αλήθεια. Στην πραγματικότητα η Τζούλια έστελνε τακτικά μεγάλα χρηματικά ποσά, τα οποία σίγουρα προέρχονταν από τις σοβιετικές αρχές, στην Τατιάνα για τη φροντίδα του συζύγου της.
Μακάρι αυτές να είναι οι τελευταίες ανακρίβειες για τον παππού μου και την οικογένειά του. Αλλά δεν πρόκειται. Η μυθολογία γύρω από τον Γκράμσι αυξάνεται σε συνθήκες συνολικής πολιτιστικής απαξίωσης. Αυτή η υποβάθμιση ενισχύεται από τη χειραγώγηση των ΜΜΕ και είναι χαρακτηριστική μιας παράλογης εποχής που η δημιουργικότητα και η πραγματική έρευνα έχουν αντικατασταθεί από αμοιβαίες βιβλιογραφικές παραπομπές. Πιστεύω ότι είναι καθήκον μας, ως ακτιβιστών, λόγιων, διανοούμενων, αλλά και απλών πολιτών να αντιπαλέψουμε αυτή την κακοήθη τάση, αν θελήσουμε να επιβιώσουμε με αξιοπρέπεια.

* Το κείμενο δημοσιεύθηκε στο τεύχος Νοεμβρίου-Δεκεμβρίου 2016 του περιοδικού New Left Review

Μετάφραση από τα Αγγλικά:
Πέτρος Κοντές