Γιαλό γιαλό

Του Αντώνη Τζανακόπουλου*

Το ζήτημα της μερικής επέκτασης της αιγιαλίτιδας ζώνης (ή των χωρικών υδάτων) της Ελλάδας που έχει τεθεί υπό συζήτηση τον τελευταίο καιρό, έχει προκαλέσει ποικίλες αντιδράσεις. Η μεν μείζων και ελάσσων αντιπολίτευση έχουν μιλήσει για επικοινωνιακό πυροτέχνημα, για αποδυνάμωση ή απεμπόληση του δικαιώματος επέκτασης στο Αιγαίο με τη μερική άσκηση του δικαιώματος στο Ιόνιο, για αποδοχή της τουρκικής πρακτικής περί μερικής επέκτασης, και για επιβεβαίωση της τουρκικής θέσης περί «ειδικών συνθηκών» στο Αιγαίο. Άλλοι αμφισβητούν τη χρονική στιγμή που επελέγη για την έναρξη της δημόσιας συζήτησης και ανησυχούν για τις αντιδράσεις της Τουρκίας, που υπενθύμισε την απόφαση της Τουρκικής Εθνοσυνέλευσης του 1995, σύμφωνα με την οποία η επέκταση της αιγιαλίτιδας ζώνης στο Αιγαίο εκ μέρους της Ελλάδας είναι «αιτία (ή καλύτερα αφορμή) πολέμου». Ας δούμε αυτά τα ζητήματα ένα προς ένα, αφού όμως πρώτα ξεκαθαρίσουμε τι είναι η αιγιαλίτιδα ζώνη.

Χωρικά ύδατα

Η αιγιαλίτιδα ζώνη είναι θαλάσσια ζώνη κυριαρχίας που κάθε παράκτιο κράτος διαθέτει αυτοδικαίως –δηλαδή απλώς και μόνο λόγω της ιδιότητάς του ως κράτος, και χωρίς να χρειάζεται να την προκηρύξει. Η υφαλοκρηπίδα είναι επίσης θαλάσσια ζώνη που κάθε παράκτιο κράτος διαθέτει αυτοδικαίως, αλλά δεν είναι ζώνη κυριαρχίας: το παράκτιο κράτος μπορεί να ασκεί στη ζώνη αυτή ορισμένα μόνο κυριαρχικά δικαιώματα που σχετίζονται με την εκμετάλλευση φυσικών πόρων. Η αποκλειστική οικονομική ζώνη (ΑΟΖ) και η συνορεύουσα ζώνη πρέπει αντίθετα να προκηρυχθούν, προκειμένου να υφίστανται, ενώ επίσης δεν είναι ζώνες κυριαρχίας. Από την άποψη αυτή, η αιγιαλίτιδα ζώνη είναι ιδιαίτερη, καθώς αποτελεί τμήμα της επικράτειας κάθε κράτους, σε αντίθεση με όλες τις άλλες θαλάσσιες ζώνες.
Η αιγιαλίτιδα ζώνη μπορεί να εκτείνεται έως και 12 ν.μ. από τις γραμμές βάσης, σύμφωνα με το εθιμικό διεθνές δίκαιο, όπως αυτό αντανακλάται και στις σχετικές διατάξεις της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών του 1982 για το Δίκαιο της Θάλασσας. Το διεθνές δίκαιο δεν επιβάλλει την εξάντληση αυτού του ορίου, ούτε απαιτεί από τα κράτη να έχουν ενιαίο όριο αιγιαλίτιδας ζώνης. Κάθε κράτος ορίζει μονομερώς, και ως άσκηση κυριαρχίας, την έκταση της αιγιαλίτιδας ζώνης, χωρίς περιορισμό, μέχρι και την απώτατη έκταση των 12 ν.μ. Αυτό σημαίνει ότι κάθε κράτος μπορεί να ορίζει και διαφορετική έκταση αιγιαλίτιδας ζώνης σε διαφορετικές ακτές του, καθώς και ότι μπορεί να επεκτείνει την αιγιαλίτιδα ζώνη του ως το απώτατο όριο οποιαδήποτε στιγμή.
Το πότε και πώς κάθε κράτος ασκεί την κυριαρχία του, δεν υπόκειται σε κανέναν περαιτέρω περιορισμό, ούτε μπορεί να παραγραφεί ή να αποδυναμωθεί, όπως ειπώθηκε, τουλάχιστον όχι χωρίς κάποια ρητή δέσμευση του κράτους ότι δεν θα ασκήσει το δικαίωμά του. Η Ελλάδα όχι μόνο δεν έχει δεσμευτεί να μην επεκτείνει, αλλά αντίθετα έχει ρητά δηλώσει, κατά την κύρωση της Σύμβασης για το Δίκαιο της Θάλασσας, πως επιφυλάσσεται του αναφαίρετου δικαιώματός της να επεκτείνει την αιγιαλίτιδα ζώνη της στα 12 ν.μ. σε οποιονδήποτε χρόνο, και όπως εύλογα συνάγεται, και σε οποιοδήποτε σημείο της ακτογραμμής της.

Το διεθνές παράδειγμα

Δεν είναι δε η Ελλάδα το μόνο παράδειγμα κράτους που έχει ασκήσει μερικά κάποιο κυριαρχικό του δικαίωμα ως προς την αιγιαλίτιδα ζώνη ή άλλες θαλάσσιες ζώνες, επιφυλασσόμενο να ασκήσει το σύνολο σε μεταγενέστερο χρονικό διάστημα. Κάποια κράτη, όπως η Ιαπωνία ή το Ηνωμένο Βασίλειο, έχουν ορίσει την έκταση της αιγιαλίτιδας ζώνης τους σε 3 μόνο ναυτικά μίλια σε συγκεκριμένα (αν και περιορισμένα) σημεία της ακτογραμμής τους (στην περίπτωση του Ηνωμένου Βασιλείου αυτός ο περιορισμός αφορά κάποιες υπεράκτιες κτήσεις του). Πέραν της μερικής άσκησης δικαιώματος ως προς την αιγιαλίτιδα ζώνη, το Ηνωμένο Βασίλειο δεν προκήρυξε συνολικά ΑΟΖ, αλλά σε πρώτη φάση μόνο μια ζώνη αποκλειστικής αλιείας, ενώ αργότερα την επεξέτεινε, έτσι ώστε να καλύπτει όλους τους φυσικούς πόρους, όπως και έχει δικαίωμα κατά το διεθνές δίκαιο. Ουδείς αμφισβήτησε το δικαίωμα αυτό του Ηνωμένου Βασιλείου, απλώς και μόνο επειδή ασκήθηκε αρχικά μόνο μερικώς. Ούτε υποστήριξε κανείς ποτέ ότι η μερική άσκηση σήμανε την απεμπόληση του δικαιώματος που δεν είχε ακόμη ασκηθεί.
Ούτε φυσικά είναι αποδοχή της τουρκικής «πρακτικής» η μερική επέκταση από πλευράς της Ελλάδας. Η άσκηση δικαιώματος, όπως προβλέπεται από το νομικό πλαίσιο δεν μπορεί να υπόκειται ούτε σε αποδοχή, ούτε σε απόρριψη από άλλο κράτος. Αυτοί που κάνουν τέτοιες δηλώσεις είτε δεν ξέρουν τι λένε, είτε υπονοούν (χωρίς να το καταλαβαίνουν) ότι και η επέκταση της αιγιαλίτιδας ζώνης της Ελλάδας πρέπει να γίνει με κάποιο τρόπο αποδεκτή από τρίτα κράτη.

Γραμμές βάσης

Ας εξηγήσουμε, όμως, και τι είναι οι γραμμές βάσης, από τις οποίες ξεκινούν όλες οι θαλάσσιες ζώνες. Η κανονική γραμμή βάσης είναι η φυσική ακτογραμμή κατά την άμπωτη. Το διεθνές δίκαιο επιτρέπει, όμως, σε ορισμένες περιπτώσεις τη χάραξη ευθείων γραμμών βάσης. Αυτό επιτρέπεται σε σημεία της ακτογραμμής όπου υπάρχουν έντονες εσοχές, όταν συστάδες νησιών βρίσκονται κοντά στην ακτογραμμή, και τέλος προκειμένου να κλειστούν τα ανοίγματα κόλπων που πληρούν ορισμένα κριτήρια κατά το διεθνές δίκαιο. Τα ύδατα που περικλείονται από τις ευθείες γραμμές βάσης υπόκεινται στο καθεστώς των «εσωτερικών υδάτων», που βρίσκονται υπό πλήρη κυριαρχία. Η χάραξη ευθείων γραμμών βάσης οδηγεί δε στην επέκταση όλων των θαλασσίων ζωνών, αφού από εκεί ξεκινά η μέτρηση των τελευταίων.

Αναξιοποίητες δυνατότητες

Η Ελλάδα δεν έχει αξιοποιήσει τις δυνατότητες που τις δίνει το διεθνές δίκαιο για τη χάραξη ευθείων γραμμών βάσης: με τον καθορισμό της αιγιαλίτιδας ζώνης του 1936 (που ισχύει τώρα), οι γραμμές βάσης σε όλη την έκταση της ακτογραμμής είναι κανονικές. Με την επέκταση της αιγιαλίτιδας θα χαραχθούν και νέες γραμμές βάσης, οι οποίες θα είναι ευθείες στα σημεία της ακτογραμμής που αυτό επιτρέπεται από το διεθνές δίκαιο. Η δουλειά αυτή φυσικά είναι δύσκολη και χρονοβόρα, αλλά θα πρέπει κάποια στιγμή να γίνει. Είναι τώρα η κατάλληλη στιγμή; Μα από το 1936 και μετά ποτέ δεν φαίνεται να είναι. Όπως και στην περίπτωση της συμφωνίας με τη γειτονική μας πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας, μερικές φορές την κατάλληλη στιγμή πρέπει να τη φτιάξεις. Αν περιμένεις, μπορεί να μην έρθει ποτέ.
Η ανησυχία περί κατάλληλης στιγμής συναρτάται και με την αντίδραση των ανατολικών γειτόνων μας. Να θυμίσουμε ότι τα βασικά τουρκικά επιχειρήματα για τη μη επέκταση της ελληνικής αιγιαλίτιδας στο Αιγαίο είναι ότι έτσι θα αποκλειστεί η διέξοδος της Τουρκίας από τα παράλιά της προς την ανοιχτή θάλασσα. Το επιχείρημα αυτό δεν είναι νομικά πειστικό, αφού όλα τα πλοία (άρα και τα τουρκικά) έχουν το δικαίωμα αβλαβούς διέλευσης από οποιαδήποτε ελληνική ή άλλη αιγιαλίτιδα ζώνη. Το ζήτημα της Τουρκίας είναι ξεκάθαρα ζήτημα συμφερόντων, και δεν πρόκειται ποτέ να θεωρήσει οποιαδήποτε στιγμή κατάλληλη για να δεχτεί ότι τα τουρκικά πολεμικά πλοία δεν θα μπορούν να κάνουν ασκήσεις σε απόσταση μικρότερη των 12 ν.μ. από τα ελληνικά νησιά.
Η εξουσιοδότηση της Τουρκικής Εθνοσυνέλευσης για «κήρυξη πολέμου» σε περίπτωση επέκτασης της ελληνικής αιγιαλίτιδας ζώνης στο Αιγαίο (το πολυθρύλητο casus belli) είναι κατάφωρα παράνομη απειλή χρήσης βίας, αφού και οποιαδήποτε χρήση βίας κατά κράτους για νόμιμη άσκηση κυριαρχικού δικαιώματός του θα ήταν επίσης παράνομη. Ως προς αυτό δεν υπάρχει η παραμικρή αμφιβολία. Το γεγονός δε ότι οι γείτονες θυμίζουν αυτήν την απειλή δεν συναρτάται με το χρόνο που επελέγη για την έναρξη της συζήτησης για μερική επέκταση. Είναι αναμενόμενο ότι η απειλή θα επανέλθει οποιαδήποτε στιγμή και να συζητήσει η Ελλάδα μερική ή ολική επέκταση. Το θέμα είναι ότι φυσικά δεν μπορεί μια τέτοια παράνομη απειλή να γίνει αποδεκτή.
Όλα τα παραπάνω ελπίζω να δείχνουν ότι η επέκταση της αιγιαλίτιδας ζώνης, μερικά ή ολικά, θα γίνει κάποια στιγμή: τα περισσότερα κράτη του κόσμου έχουν πλέον επεκτείνει στα 12 ν.μ., τουλάχιστον σε μεγάλα σημεία της ακτογραμμής τους. Αυτή είναι η συντριπτική τάση διεθνώς. Η διάθεση της Ελλάδας να την ακολουθήσει ούτε επικοινωνιακό πυροτέχνημα είναι, ούτε θα υπάρξει ποτέ πιο κατάλληλη στιγμή. Αυτή η στιγμή είναι as good as any, που λέμε και στο χωριό μου.

*Αναπληρωτής καθηγητής Δημοσίου Διεθνούς Δικαίου στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης και μέλος του Επιστημονικού Συμβουλίου του υπουργείου Εξωτερικών