Γιάννης Μπεχράκης: Το γενναίο βλέμμα στην ιστορία

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ξαφνικά συμβαίνει, ό,τι έχει συσσωρευθεί, ακόμα κι αν ένας ολόκληρος μηχανισμός, πολεμικός ή άλλος έχει τεθεί σε κίνηση· φτιάχνεις καφέ ή βγαίνεις έξω να πιεις καφέ, παίζεις τάβλι, την επόμενη στιγμή, ξαφνικά, βρίσκεσαι σε μια βάρκα με την ταυτότητα του πρόσφυγα. Ή παραμένεις σε ερείπια. Αυτή είναι η ζωή πολλών ανθρώπων. Στη Συρία επί παραδείγματι, πίνουν καφέ και παίζουν τάβλι στα ερείπια. Κάπως έτσι, είναι οι μεταβάσεις και των φωτορεπόρτερ – πολεμικών ανταποκριτών που καλύπτουν αυτά τα γεγονότα. Ο Γιάννης Μπεχράκης υπήρξε ο καθοριστικός φωτορεπόρτερ της προσφυγικής κρίσης. Για τη δουλειά του, έλαβε το ύψιστο βραβείο της δημοσιογραφίας, το Πούλιτζερ. Αλλά ακόμα και πιο πριν, ο Μπεχράκης είχε ξεχωρίσει. Όχι για την τελειότητα της δουλειάς του, ούτε απλά επειδή εργαζόταν στο Ρόιτερς, το μεγαλύτερο πρακτορείο. Εργάζονται κι άλλοι άξιοι, εκεί. Κι όμως, οι αρχισυντάκτες στα δημοσιογραφικά γραφεία του κόσμου, από τις New York Times, μέχρι τις Irish Times, επέλεγαν τον Μπεχράκη. Ούτε καν, είναι, η ίδια η δύναμη ενός γεγονότος ως συμβάντος και το γεγονός ότι ήταν, εκεί. Εξάλλου, στο ίδιο πεδίο βρίσκονταν κι άλλοι πολλοί φωτορεπόρτερ και κάλυπταν το ίδιο ακριβώς γεγονός, δεν είναι ιδιαιτερότητα να είσαι εκεί, (λόγια του ίδιου), όλοι θα καλύψουν το ίδιο πράγμα, εν τούτοις, μόνο μία φωτογραφία θα είναι αυτή που θα φτάσει εγγύτερα στο ίδιο το πράγμα. Όλη η διαφορά, όλη η ιδιαιτερότητα, είναι στο βλέμμα.

Η εγγύτητα του βλέμματος

Ο Γιάννης Μπεχράκης μπορούσε να επιτύχει μια σπάνια εγγύτητα που είναι χαρακτηριστικό ζητούμενο και προπαραδοχή του πεδίου του φωτορεπορτάζ, έτσι όπως έχει διαμορφωθεί ώς και σήμερα. Αυτή η εγγύτητα όμως, δεν ήταν ούτε απλώς σωματική, ούτε τεχνική. Ήταν η εγγύτητα του ίδιου του βλέμματός του. Ούτως ειπείν, δεν αποτύπωνε η κάμερα το βλέμμα του, αλλά το βλέμμα του γινόταν μια κάμερα. Αυτό μπορούσε να καταστεί δυνατό, μόνο μέσα από μια συγκεκριμένη ηθική φιλοσοφία, κοινωνική αντίληψη και επαγγελματική πρακτική. Ο φωτορεπόρτερ ρίχνεται μέσα σε μια κατάσταση, που όσο σύνθετη κι αν είναι, δεν μπορεί να είναι απόλυτα ουδέτερος, μύγα στον τοίχο. Πρέπει να έχει ένα συγκείμενο και περικείμενο και ο Μπεχράκης έκανε ακριβώς αυτό. Κόντρα στο τι αποτύπωμα αφήνει στους θεατές ή σε νεαρούς δημοσιογράφους όλη αυτή η «δράση» των φωτορεπόρτερ, πρέπει να υπάρχει προεργασία, έρευνα, ουσιαστική μέριμνα, ακόμα κι αν πρόκειται να βρεθείς μέσα στη φρικωδία. Δεν αρκεί η αποτύπωσή της, ο θεατής θα πάει παρακάτω. Και η άμυνα του επαγγελματία που μεταχειρίζεται ανυπολόγιστο ανθρώπινο πόνο, κατά τον Μπεχράκη, δεν μπορει να είναι η τεχνική επεξεργασία που οδηγείται σε μια καλλιτεχνική μεταστοιχείωση. Που μετατρέπεται σε αισθητική εμπειρία της εμπειρίας του Άλλου.
Ο συγκεκριμένος φωτορεπόρτερ δεν σταματούσε στην αγάπη της δουλειάς του και τη στήριξη των καλών συναδέλφων του, περνούσε σε μια ασταμάτητη αυτοκριτική και αναστοχασμό για το πεδίο και την πρακτική του που τον βοηθούσε να διατηρεί το βλέμμα του ως επαρκές μέσο, αλλά και να το θέτει ως σκοπό. Με αυτό, εννοούμε ότι αντιλαμβανόταν ότι μπροστά στην εικόνα μας, βρίσκεται άλλη μία που μοιάζει πολύ με την πρώτη, αλλά έχει ουσιαστικές διαφορές, είναι δύο παράλληλες ιστορίες που ιδώνονται μαζί. Ο στόχος του ήταν να μας κάνει να δούμε, αλλά ήξερε ότι δεν είχε να αναμετρηθεί ούτε με τύφλωση, ούτε με τυφλότητα. Μέσο του, ο τρόπος που συνέχεσαι ως μεσολαβητής από μια ιστορία και πώς τη συνέχεις κι εσύ ο ίδιος. Κι έτσι, δεν είναι τυχαίο, που αν κι φωτορεπόρτερ, σε μια ομιλία του σε σεμινάριο για το Πούλιτζερ, είπε πόσο πολύ του άρεσε να γράφει (!) και να δίνει εκείνος όσο μπορεί καλύτερα το κείμενο της φωτογραφίας του στο πρακτορείο. Σπάνια ακούς από φωτορεπόρτερ να μιλάει για το κείμενο. Είναι ακριβώς η αντίληψή του ότι πρέπει να διηγηθεί μια ιστορία, αλλά στην παγκόσμια γλώσσα της εικόνας που τον οδηγεί στο να δίνει πραγματικά χώρο, εκεί που συχνά, φαίνεται να μην υπάρχει κανένας. Όπως σημείωνε και η Σέιλα Κόρονελ της Σχολής Δημοσιογραφίας του Κολούμπια, οι φωτογραφίες του δεν κατέγραφαν απλά τον πόνο που ναι, πουλάει (λόγια του ίδιου), αλλά και την αντίσταση. Μια προσεκτική μελέτη στην παραμικρή αντίσταση και καταγραφή της. Η κίνηση του ανθρώπου. Ένα χέρι που απλώνεται και ανοίγεται στον κόσμο για να κρατηθεί ή να τραβήξει ή να λάβει ένα ψωμί, ένα χέρι που πέφτει στο έδαφος για να προστατέψει ένα κορμί ή και δύο κορμιά.
Ειδικά στη δουλειά του με το προσφυγικό, βλέπουμε συχνά αυτή την κίνηση, που ούσα στατική είναι πιο δυνατή και από βίντεο. Και έχει σημαντικότητα και για τους εκκολαπτόμενους φωτορεπόρτερ και για όλους τους δημοσιογράφους, αλλά και για την κοινωνία, να συνειδητοποιήσουμε την αντίσταση αυτή, την κίνηση, και να συμβάλλουμε σε αυτή όπως έκανε και ο ίδιος όταν άφηνε την κάμερα. Γιατί διαφορετικά, τι νόημα έχει να στέκεσαι μπροστά στην οδύνη, αν δεν κάνεις τίποτα για να τη μειώσεις. Αυτό είναι όλο το θέμα.

Ο υπερήρωας

Η φωτογραφία του που ξεχώριζε και μιλούσε γι’ αυτή σε σεμινάρια, απεικόνιζε έναν άντρα πρόσφυγα με μια αυτοσχέδια κάπα, που στην αγκαλιά του κρατάει την κόρη του και της δίνει ένα φιλί. Μια κίνηση – σύμβολο οικουμενικότητας για τον φωτορεπόρτερ και ιδιαίτερη μιας που ο πρόσφυγας μοιάζει με υπερήρωα. Fortis Novus. Να πώς βλέπει κανείς τον γενναίο της ιστορίας. Η κάπα του, δεν είναι τραβηγμένη προς τα μέσα· βιώνοντας το νερό σε μια συγχρονικότητα ως ζωή και ως βασανιστήριο, βρεγμένος κι εκείνος και το παιδί του από τη κορυφή ως τα νύχια, δεν την έχει πια ανάγκη. Σφίγγει το παιδί στην αγκαλιά του, αλλά το έχει ανοιχτό και στο μέλλον. Εκείνη τη στιγμή, έχει προσγειωθεί. Το ένα του πόδι, λυγισμένο, είναι κάτω στη γη, μισό πέλμα στο παρελθόν, μισό στο παρόν, το άλλο πόδι είναι σηκωμένο. Είτε θα πετάξει μακριά άκαμπτος, είτε θα συνεχίσει να κινείται στη γη. Το «βλέμμα» μας θα συμβάλλει στο αν θα αφήσει κάτω το παιδί και θα ανοιχτούν μαζί στο μέλλον ή αν θα χαθεί από το βλέμμα μας. Αυτό προσπαθούσε να μας πει ο Γιάννης Μπεχράκης.

Νίκος Δασκαλόπουλος